Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Στην Πάτμο, μια φορά κι΄ένα καιρό...

HNΤΑ ΝΑ ΄ΦΕΡΕ ΤΑΧΑΤΕΣ ΤΟ ΚΑΪΚΙ.
ΘΕΟΣΤΡΑΒΕΣ ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ ΤΩΣ
΄Ἠτονε ἡ χρονιὰ ποῦχε φέρει ὁ Θεολόγος ὁ Πασχαλίδης τὸ πρῶτο του λεωφορεῖο στὸ Νησί. Ἐκεῖνο τὸ κοντόγιεμο μὲ τὴ μεγάλη πορτάρα ἀπὸ πίσω. Τόχε πάντοτε παρκαρισμένο μπρος ἄπ΄τὸν ἀναὸ* τῆς Ἀστυνομίας. Τώρα, γιάντα τὸ ‘ραζε ΄κειδὰ ποῦ ἠβρωμοσκύλιαζε* ὁ τόπος; Έν μπορῶ νὰ καταλάβω. Τέλος πάντων.
Τώρα πλειό, ἤτανε εὔκολο γιὰ τοὺς Χωριανοὺς καὶ τοὺς Καμπιῶτες, τὸ πῆεν΄ έλα στὴ Σκάλα. Μερικὲς νοικοκυράδες μάλιστα, ἠκατεβαίνανε ‘απ΄τὸ Χωριό, νὰ ψουνίσουνε ἄπ΄ τοῦ Μπαχᾶ, ποὺ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ τάχε οὖλα.΄Ἤτανε μισοσαράκοστο, ὄντες ἠκατεβήκανε μὲ τὸ λεοφωρεῖο στὴ Σάλα, ἡ Θολοοὺ μὲ τὸ Κατερινιό. Μεγάλες γυναῖκες κι΄οἱ δυό τους, χηρευάμενες, γειτόνισες κιόλας, ἠκάνανε παρέα ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη, γιὰ νὰ μὴ νοιώθουνε τὴ μοναξᾶ τους. Ἠκουβαλιούσανε μαζὺ τως καὶ δυὸ μεγάλες πάνενες τσάντες, καὶ μία καὶ δυὸ ἢ- πίανε γιὰ ψούνια. ΄Ἤμπανε πρῶτα στοῦ Μπαχᾶ. Ἡ μία ἤπιασε τὸν Παντελῆ κι΄ἄλλη τὸ Μαρίνο.
«Κόψε μου Παντελῆ διακόσα δράμια γαλουφά*».
«Γέμισέ μου Μαρίνο τὸ βαζάκι μὲ ταΐνι*».
«Βάλε μου καὶ λιάκι τρουσὶ* Μαρίνο».
«Βάλε κι΄ἐμένα Παντελῆ δυὸ κουταλιὲς ταραμά».
«Γέμισέ μου Παντελῆ τη μπουρνιὰ* πετρέλαιο».
«Γέμισέ μου κι΄ ἐμένα Μαρίνο αὐτοδὰ τὸ μισογάλονο, λάδι ἄπ΄τὸ καλό….».
Ἀφοῦ ἠπίανε νὰ πλερώσουνε, εἶδε ἡ Θολοοῦ τὰ βάζα μὲ τὶς μέντες, κι΄ἠθυμήθηκε τὴν παραγγελιὰ τοῦ ἄγγου* της.
«Κά, μωρὴ –Κατερινιό, ἠκόντεβα* νὰ ξεχάσω τον εμικρόνε. Βάλε μου Παντελῆ μου νὰ χαρεῖς, κι΄ἕνα χωνάκι μέντες, ἄπ΄αὐτὰ τὰ μούρινα ποὺ ἀρέσουνε τοῦ ἄγγου μου».
«Καλὲ Μαρίνο, βάλε κ΄ἐμένα ἄλλο ἕνα χωνί, ἄπ΄ τὶς ἄλλες ὅμως, τὰ φελλάκια, ποὺ ἀρέσουνε τῆς ἀγγόνης μου».
Ἠπλερώσανε καὶ ἠβγήκανε ὄξω στὴν Πλάζα.
«Μωρὴ Κατερινιό, μιᾶς κι΄εἴμαστε κάτω, νὰ πά΄νὰ πάρω κάνα φρίο κι ἄπ΄τοῦ Γιακουμῆ»;
«Μωρή, κι΄ἐγὼ θέλω νὰ πάρω κάνα χλωροκρόμμυδο γιὰ τὸν ταραμά. Ἐγὼ θὰ πάω ἄπ΄ τοῦ Κάρφα νὰ τὰ πάρω, νὰ μὴν πᾶμε κι΄οἱ δυὸ σὲ ἔνανε….
Φορτωμένες μὲ τὰ ψούνια τους, ἠτραβούσανε σιγά-σιγὰ γιὰ τὸ λεοφωρεῖο. Ἡ Θολοοῦ ἠκοντοστάθηκε.
«Νωρὶς εἶναι ἀκόμα μωρὴ Κατερινιό. Ἀπὸ τώρα θάμπουμε μέσα»;
«Καὶ ἦντα θέλεις νὰ κάμουμε μωρὴ Θολοοῦ δυὸ γριὲς μονάχες μές΄τὴ μέση της Πλάζας; Νὰ ΄μποῦμε στὸ καφενεῖο τ΄Ἀντώνη τοῦ Φωκᾶ νὰ τραβήξουμε ἀργιλέ»;
«’Ἔλα, σάλευε τώρα νὰ μποῦμε στὸ λεοφωρεῖο καὶ θὰ περάσει σιγά-σιγὰ ἢ ὤρα…. «.
΄Ἠνοίξανε μὲ τὸ ζόρι ἐκείνη τὴ θεόρατη πορτάρα ποῦχε ἀπὸ πίσω, ἠβάλανε μέσα τὴν πραμάθειά τους κι΄’ ἠμπήκανε κι΄ἠστρογγυλοκάτσανε μέσα. Πάντως, ΄ἓν ἤτανε μονάχες τους. Πίσω, πίσω, ἠκαθούντατε ἄλλες πέντε Χωριανές. Ἡ Ἀρκοντού, τὸ Λιβιριό, ἡ Κωρονέισα, ἡ Θαμαή καὶ τὸ Μαριγὸ τοῦ Bέστη. Οἱ δυὸ τως, ήκάτσανε ἀπὸ τὴ μερὰ ποὺ ἤτανε ὁ ἀναός, γιὰ νὰ βλέπουνε τὴ θάλασσα, ὠς ποὺ νάρτη ἡ ὥρα νὰ ξεκινήσουνε.
Ἠκαμαρώνανε τὸ «ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ» ποὺ ἤτανε φουνταρισμένο καταμεσὶς τοῦ λιμανιοῦ, κι΄ἠβλέπανε τὰ γαζολίνια ποὺ ἠπιενορκούντανε, κι΄ἠκουβαλιούσανε τοὺς τουρίστες.
΄Ἄξαφνα, ἄπ΄τὴ μεριὰ τῆς Ἁγιά-Λεφανούς, ἠμπρόβαλε ἕνα μεγάλο καΐκι. ΄Ἤτανε ἕνα γρί-γρί, μία τρεχαντήρα Κουλουριώτικια, ποὺ ἠρκούντανε ν΄ἀράξει στὸ μεγάλοο μουράγιο. ΄Ὄμορφο σκαρί. Ἀμπάσο καὶ στρωσάδο, μὲ ὡραία ξεκλαδίσματα. Στὴ πρύμη του ἀπάνω, ἤτανε ριχτώμενο τὸ δίχτυ κούμουλο. Ἀπὸ ἀλάργα ὅπως ἠρκούντανε, ἠθάρης πὼς ἤτανε φορτωμένο μὲ κάτι τίς.Τὰ φελλὰ τοῦ ὅλοκαίνουργια στὸ χρῶμα τοῦ κεραμιδιοῦ, στρογγυλὰ καὶ μεγάλα ἴσα, μ΄ἕνα νεράτζι. Εἶχε καὶ μερικὰ μακρουλά, μπομπέ. Σὰ μικρὰ σαλάμια ἠμοιάζανε. Εἶχε ὅμως καὶ ἀρκετὲς γυάλινες μπάλες γιὰ καλαδούρια, ἄπ΄αὐτὲς τὶς παλαιές. ΄Ἄλλες ἤτανε πράσινες, ἄλλες κιτρινωπές, κι΄ἄλλες διάφανο γυαλί. Ἀπὸ ἀλάργα πράματι ποὺ ἠρκούντανε, ἃ δὲν ἤξερες πὼς ἤτανε γρί-γρί, ἓν ἠκαταλάβαινες ἦντα φορτίο κουβαλιεῖ στὴ πρύμη του…. ΄Ὄντως τὸ ΄δανε, τὸ Κατερινιὸ μὲ τὴ Θολοοὺ ποὺ ἠζύγωνε τὴν Ἁγιὰ Παρασκευή, ἠρκινήξανε νὰ γληρώνουνε τὰ μάθια τως, μπᾶς καὶ καταλάβουνε ἦντα ἠκουβάλια. Μάλιστα ἡ Θόλοού, ἤθελε νάβγουνε, νὰ πὰ νὰ δοῦνε ἦντα ἤφερε. Ἀλλὰ τὸ Κατερινιὸ τὴν ἔβαλε πόστα.
«΄ Ἔλα, ἔλα, κάτσε στ΄αὐγά σου. ΄Ἦντα ἄλλα θέλεις νὰ ψουνίσεις, τὰ προυκιά σου; Κάτσε μέσα μὴ χάσουμε καὶ τὸ λεοφωρεῖο».
Κι΄ἡ Θολοού:
«Μωρὴ νὰ δώ θέλω, νὰ δῶ μόνου….».
Ἡ ἀλήθεια ἤτανε, πὼς τὰ μάθια καὶ τῷ δυονόνε, ἤτανε σὲ κακὰ χάλια. Ἡ μία εἶχε καταράχτη προχωρημένο, κι΄ἡ ἄλλη, πτερύγιο καὶ στὰ δυὸ μάθια. Θεόστραβες κι΄οἱ δυὸ δηλαδής. ‘ Ὅμως, τὶς εἶχε φάει ἡ περιέργεια, κι ἠπολεμούσανε ἄπ΄τὰ ζάμια τοῦ λεοφωρείου, νὰ καταλάβουνε ἦντα ἤφερνε τὸ καΐκι. Βέβαια, ΄ἓν ἠξέρανε πὼς ἤτανε ψαράδικο, γρί-γρί. Θωρεῖ μιά τὸ Κατερινιὸ τὶς πράσινες καὶ κίτρινες γυάλινες μπάλες, κ΄ἤβγαλε τὸ συμπέρασμα:
- «Μωρὴ Θολοού, καρπούζα καὶ πιπόνια ἤφερε»!
Κι΄ἡ Θολοού:
- «΄Ὥρα νὰ σ΄εὔρη! Τέθοια ἐποχὴ μωρή, ἔχει τέτοια πράματα»;
Στηλώνει μὲ τὴ σειρὰ της τὰ μάθια της ἀπᾶ στὸ καΐκι καὶ βλέπει ἐκεῖνα τὰ μακρουλὰ φελλὰ καὶ λέει:
«Μωρὴ Κατερινιό! Θαρρῶ πὼς ἤφερε σαλάμια!. Μὰ γιάντα ἐτσὰ πολλά;… καί τάχουνε καὶ χύμα. Νὰ φάεις πιὰ ἄπ΄αὐταδά! Μάντα! ΄Ἀμε γύρευε ἀπὸ ἦντα γαδάρους εἶναι….».
Ξαναθωρεῖ τὸ Κατερινιὸ καλλίτερα, κι΄ἀφοῦ τὴς ΄φὰνει πὼς ἠκατάλαβε ἦντα εἶναι, τῆς λέει:
«Μωρὴ Θολοού, μωρὴ, τουβλάκια εἶναι. Τουβλάκια!
΄Ἄξαφνα τὸ καΐκι ἤστριψε ἀπότομα τὸ τιμόνι του γιὰ ν΄ἀράξει στὸ μουράγιο. Μὲ τὴ στροφὴ ποὺ ἠπῆρε κοντὰ πιὰ στὸ κορδόνι τοῦ Τελωνείου, ἠφανήκανε γιὰ τὰ καλὰ τὰ στρογγυλὰ φελλὰ τοῦ διχτυοῦ.
Βάζει ἡ Θολοοὺ τὰ γέλια, κι΄ἀρκινὰ νὰ κτυπᾶ τὰ χέρια της ἀπᾶ στὰ γόνατά της φωνάζοντας θριαμβευτικά:
«Μωρὴ Κατερινιόοοοο! Πάει! Ἠστραβώθεις κακομοίρα καλά, καλά! Μωρή, κρομμύδια εἶναι. Ξερὰ κρομμύδια…..
Γιάννης Βριβίλλης,
Πάτμος,13-06-2004
Γλωσσάρι:
Αναός = Υπόνομος
Ηβρωμοσκύλιαζε = μύριζε πολύ άσχημα
Γαλουφάς = χαλβάς
Ταΐνι – ταχίνι
Τρουσί = τουρσί
Μπουρνιά = γυάλινο δοχείο = μπουκάλι με μεγάλη κοιλιά
Άγγος = εγγονός
Ηκόντευα = παρά λίγο

Η IP σου είναι

Sign by Danasoft - Get Your Free Sign

ΕΙΣΑΙ ΑΠΟ......

Βάλε προορισμό και δες την διαδρομή που διάλεξες

News

TV Online

Skype