Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Λαμόγια:

 Η ετυμολογία της λέξης
γράφει ο Γιώργος Δαμιανός
Στο Ολυμπιακό στάδιο της Αθήνας, στον αγώνα Παναθαναϊκού – Εργοτέλη (22/10/2011), αναρτήθηκε πανό που έγραφε «Πολιτικοί λαμόγια, βουλή των βολεμένων. Θα σας πνίξει η οργή των εξεγερμένων»
Ο διαιτητής διέκοψε για 8 λεπτά τον αγώνα, προκειμένου να κατέβει το πανό, επικαλούμενος ότι προσβάλει το φίλαθλο πνεύμα.
Το σύνθημα είχε, σαφέστατα, πολιτικό χαρακτήρα και ισοπεδωτικό, αφού αναφερόταν σε όλους ανεξαιρέτως τους πολιτικούς, αλλά για να διαπιστώσουμε αν ήταν και υβριστικό πρέπει να ερμηνεύσουμε τον όρο “Λαμόγιο/α”
Τα Λαμόγια ήταν οι βοηθοί, οι αβανταδόροι, των παπατζήδων. Ο όρος χρησιμοποιείται ευρέως στα ευθυμογραφήματα του Νίκου Τσιφόρου για να προσδιορίσει τους τσιλιαδόρους, που υποκρίνονταν τον παίκτη του παπατζή, για να προσελκύσουν τα θύματα.
Η λέξη λαμόγια προέρχεται από το ιταλικό έναρθρο ουσιαστικό «la moglie» (πρφ.: λα μόγιε – μτφ.: η σύζυγος). Τη στιγμή που κάποιος Ιταλός χαρτοπαίκτης κέρδιζε και ήθελε να φύγει από το τραπέζι για να μη ξαναχάσει, φώναζε, δήθεν φοβισμένος «la moglie, la moglie», (λαμόγιε…), ότι, δήθεν, τον έψαχνε η γυναίκα του, βούταγε βιαστικά τα χρήματα και έφευγε τρέχοντας (την έκανε λαμόγιο δεν τήρουσε, δηλαδή, τις υποσχέσεις του). Αυτή η σατιρική έκφραση έφτασε στην Ελλάδα, ενώ ξεχάστηκε στην Ιταλία, και τη χρησιμοποιούμε για να προσδιορίζουμε τον ασυνεπή και τον μικροαπατεώνα. Οι χαρακτηρίσμοί αυτοί, είτε δεν ταιριάζουν, είτε κολακεύουν ορισμένους, όχι όλους, από τους πολιτικούς μας.
Υπάρχουν, επίσης, μάλλον αδύνατες ερμηνείες, που υποστηρίζουν ότι προέρχεται από την Ισπανική λέξη “el moyo”ή από τη λέξη “la molla”.

Γράμμα σ’ ένα νέο δάσκαλο

Οι σημερινές προκλήσεις
Βασίλης Kαραποστόλης
Αγαπητέ μου συνάδελφε,
Δεν σε γνωρίζω προσωπικά, ξέρω όμως αρκετά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Από πέρυσι που διορίστηκες στο δημοτικό σχολείο αυτού του χωριού -είναι από τα λίγα που κρατάνε ακόμη- διαπίστωσες πως θα δυσκολευόσουν πολύ με τα έξοδά σου. Ο μισθός σου ψαλιδίστηκε, γεγονός που σε καίει όλο και περισσότερο. Δεν θα συζητήσουμε όμως εδώ για το πόσο επώδυνο και άδικο είναι αυτό. Αν σου γράφω αυτό το γράμμα, είναι για να σου θέσω ανοιχτά ένα άλλο ζήτημα που το θεωρώ εξίσου σοβαρό. Εννοώ τη μετάγγιση της δυσαρέσκειάς σου στους μαθητές.
Θα το πω ευθέως και με όλο τον κίνδυνο να παρεξηγηθώ: στον δάσκαλο απαγορεύεται όχι βέβαια η απογοήτευση, αλλά το να κάνει επάγγελμα τη διάδοσή της. Δεν έχει το δικαίωμα να παρουσιάζεται στην τάξη του σαν ένας κακοπαθημένος χωρίς ελπίδες, γιατί οι μικροί μαθητές που τον βλέπουν διαβάζουν στο πρόσωπό του μιαν αποτυχία που δεν είναι μόνο δική του, είναι όλων, όλης της κοινωνίας, όλης της προσπάθειας που υποτίθεται ότι κάνει η ανθρωπότητα για να είναι πιο ανθρώπινη. Είναι παιδιά αυτά που σε παρατηρούν, μην το ξεχνάς. Πράγμα που σημαίνει ότι εσύ μπορείς μεν να δυσαρεστείσαι ή να οργίζεσαι με την κρίση, δεν μπορείς όμως να προκαταλαμβάνεις εντελώς την εμπειρία των μικρών ακροατών σου. Πιθανόν στη ζωή τους να υποστούν ακόμη χειρότερα, να τους λείψει ακόμη και το ψωμί. Επίτρεψέ μου όμως να σου θυμίσω ότι δουλειά σου δεν είναι τόσο να τους μάθεις πώς θα διεκδικούν το ψωμί όσο το πώς θα σκέπτονται, και σκέψη σημαίνει πρώτα απ’ όλα να διακρίνουν τα όμοια από τα ανόμοια και να ξεχωρίζουν το κύριο από το δευτερεύον. Ενδέχεται, αργότερα, να θέσουν ως κύριο μέλημά τους την ελευθερία και μετά το ψωμί, ή το αντίστροφο. Είναι δική τους πάντως υπόθεση αυτή – εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τους πείσεις ότι αξίζει τον κόπο να σκέπτεται κάποιος, να κατανοεί και να κρίνει.
Μοιραία γλιστράω σε αφορισμούς, δεν μου διαφεύγει αυτό. Το πρόβλημα όμως είναι επείγον και ο χρόνος πιέζει για να συνεννοηθούμε. Η αιτία που ο τόνος μου είναι ανήσυχος είναι η τάση αρκετών συναδέλφων σου, εκδηλωμένη πρόσφατα (συμβαίνει εξάλλου το ίδιο σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης), να περνάνε την πόρτα του σχολείου με κατεβασμένα τα μούτρα και να παραμένουν έτσι και μέσα στην αίθουσα. Οσο κι αν συμμερίζομαι τις οικονομικές στενοχώριες τους, με λυπεί που δεν βλέπουν στα πρόσωπα των μαθητών τον ερχομό του πραγματικά Καινούργιου, την αθωότητα για χάρη της οποίας θα ήταν σκόπιμο να συγκρατηθούν, να μην πουν με απόγνωση ότι ένα κι ένα κάνουν μηδέν, να ξεπεράσουν την πικρία τους στο όνομα μιας νέας αρχής. Πράγματι, όταν βρισκόμαστε κοντά σε παιδιά, μας φαίνεται μερικές φορές ότι είναι δυνατόν να ξεκινήσουμε κι εμείς τη ζωή μας από την αρχή. Πρέπει να το πιστεύει αυτό ένας δάσκαλος, πρέπει να το νιώθει, διαφορετικά ας ψάξει για άλλη εργασία. Οποιος στέκεται αντίκρυ στα παιδιά, οφείλει να παίρνει κάτι από την ευπιστία τους, την ίδια στιγμή που εκείνος τους δίνει την επιφύλαξη και την ικανότητα για κριτική.
Θα μου πεις, και με το δίκιο σου, ότι για να το κατορθώσει αυτό σήμερα ένας δάσκαλος, και ειδικά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, είναι πιο δύσκολο παρά ποτέ. Γιατί η κοινωνία τού υποβίβασε το κύρος του και η οικογένεια του υπονόμευσε την πειθώ του. Συμφωνώ με την ένστασή σου. Και επαυξάνω μάλιστα, λέγοντας πως οι γονείς από τη μια σού αναθέτουν την εκπαίδευση των παιδιών τους (όπως εκείνοι την εννοούν) και από την άλλη σού δείχνουν πως δεν σε εμπιστεύονται και πολύ. Γεγονός που το πιάνουν στον αέρα τα ανήλικα, κι από εκεί αρχίζουν όλα όσα ζεις καθημερινά: οι πρώιμες ευθιξίες των παραχαϊδεμένων μαθητών (αυξάνονται ακόμη και στην επαρχία), οι δυστροπίες των ατίθασων, οι αυθάδειες των αυριανών βανδάλων.
Εργο πολλαπλό
Είσαι μόνος επομένως. Κυκλωμένος από την απροσεξία των μικρών και από τη δυσπιστία των μεγάλων. Καλείσαι παρ’ όλα αυτά να επωμισθείς ένα έργο πολλαπλό. Καθήκον σου είναι να προστατεύσεις τα παιδιά από τον κόσμο και συγχρόνως να προστατεύσεις τον κόσμο από τα παιδιά, που λόγω της άγνοιάς τους θα μπορούσαν να γίνουν, μεγαλώνοντας, οι τυφλοί καταστροφείς του. Και μήπως προς τα εκεί δεν οδεύουμε; Το φτύσιμο του κόσμου είναι ένα εφηβικό παιγνίδι που γίνεται όλο και πιο δημοφιλές. Εσύ όμως το αναχαιτίζεις όσο μπορείς αυτό. Εσύ είσαι που αποσπάς μια άγουρη ύπαρξη από τα εφήμερα και την τοποθετείς μέσα στο εύρος του χρόνου. Θα ’πρεπε να νιώθεις χαρά και περηφάνια γι’ αυτό, και είμαι σίγουρος ότι κάποιες στιγμές έχεις ήδη νιώσει έτσι. Καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά που ανέλαβες δεν πληρώνονται με τίποτα. Θα είναι, φοβάμαι, πάντα πολύ στενοκέφαλη η κοινωνία για να αμείψει αρκετά εκείνους που παλεύουν με τα αόρατα.
Φυσικά, δεν σου μένει παρά να αγωνιστείς για έναν καλύτερο μισθό, ζήτησέ τον λοιπόν, απαίτησέ τον, προσπάθησε όμως, παράλληλα, να φέρεις στον νου σου και κάποιους άλλους στον ίδιο ρόλο με σένα, άλλοτε, που τους παράσερνε το δασκαλίκι τόσο, ώστε να ξεχνάνε και τα κομμένα τους επιδόματα και την κούρασή τους και το ίδιο το σπίτι τους ακόμη. Μάλλον θα το έβρισκες εξωφρενικά ντεμοντέ να ξαναδιαβάσεις το «Ωχ! βασανάκια» του Παπαδιαμάντη με τον παλιό εκείνο δάσκαλο των δεκατριών ωρών διδασκαλίας την ημέρα, αντιμέτωπο με τους «σκληροτράχηλους» μαθητές του, ή ακόμη να ξαναδείς τη «Ζούγκλα του μαυροπίνακα», με τον πεισματάρη δάσκαλο που δηλώνει ότι το να πλησιάσει τους άγριους εφήβους στην τάξη του είναι για κείνον μια «πρόκληση». Αλλοι καιροί εκείνοι. Αυτό δεν σου έρχεται να μου πεις; Και δεν είναι μια μισο-υπεκφυγή αυτό; Δεν είναι ψέμα αυτό που λέγεται, ότι από τα σχολεία, από την κοινωνία, εξαφανίστηκαν για πάντα οι ανθρώπινοι τύποι που τις δυσκολίες τις παίρνουν σαν πρόκληση; Θα ’θελα πολύ να σ’ ακούσω να μου λες ότι ναι, αυτό είναι ψέμα. Να μου πεις πως εσύ δεν είσαι από εκείνους που μαραζώνουν προτού ακόμη μαραζώσουν. Κι ότι υπάρχουν κι άλλοι με το ίδιο σθένος.
«Kαθημερινή» 29/10/2011
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://aktines.blogspot.com/2011/10/blog-post_9627.html

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Τα χάλια μας και τα .. καράβια μας...

Ακτοπλοϊκή σύνδεση
Στην απομόνωση φαίνεται πως οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια το νησί μας και τα άλλα νησιά, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση των δρομολογίων των πλοίων της εταιρείας Blue Star για τον Νοέμβριο του 2011.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το πρόγραμμα που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της εταιρείας, θα εκτελούνται πλέον μόνον δύο δρομολόγια την εβδομάδα από Πειραιά προς Πάτμο (κάθε Τετάρτη και Παρασκευή) με το πλοίο Blue Star 1, το οποίο θα διέρχεται από το νησί μας επιστρέφοντας προς Πειραιά κάθε Πέμπτη και Κυριακή.
Παράλληλα, το πλοίο Διαγόρας αποσύρεται από την γραμμή που εξυπηρετεί το βόρειο συγκρότημα της Δωδεκανήσου, με αποτέλεσμα να σταματά η απευθείας ακτοπλοϊκή σύνδεση των Λειψών με τον Πειραιά και τη Ρόδο. Πάντως, το γεγονός ότι δεν έχει αναρτηθεί πρόγραμμα πέραν του Νοεμβρίου, ίσως προοιωνίζεται ακόμα χειρότερες εξελίξεις στο μέλλον.
Ωστόσο, για όσους παρακολουθούσαν τις εξελίξεις στο χώρο της ακτοπλοΐας, ο περιορισμός των δρομολογίων δεν αποτελεί έκπληξη. Τους τελευταίους μήνες αλλεπάλληλα ήταν τα δημοσιεύματα για συσσωρευμένες ζημιές των ακτοπλοϊκών εταιρειών, οφειλόμενες στην υψηλή τιμή του πετρελαίου και δευτερευόντως στην μείωση της κίνησης κατά την θερινή περίοδο.
Δυστυχώς, τα προηγούμενα χρόνια ακούστηκαν διάφορες μεγαλόστομες διακηρύξεις περί «μεταφορικού ισοδύναμου», οι οποίες ποτέ δεν σχηματοποιήθηκαν και δεν διεκδικήθηκαν με οργανωμένο τρόπο από την κεντρική εξουσία. Τώρα φαίνεται πως οι κάτοικοι των νησιών που δεν διαθέτουν αεροδρόμιο, όπως το νησί μας, θα πληρώσουν το τίμημα με την απομόνωσή τους και ό,τι αυτή συνεπάγεται
ΠΗΓΗ:http://www.patmostimes.gr/index.php/category/4199-patmostimes

Η υπέρταση

Τι πρέπει να γνωρίζουμε για την υπέρταση
Ως υπέρταση, χαρακτηρίζεται η κατάσταση κατά την οποία η πίεση μέσα στα αγγεία είναι αυξημένα με αποτέλεσμα η καρδιά να χρειάζεται να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση για την εξώθηση του αίματος. Επειδή η υπέρταση είναι ασυμπτωματική για να διαγνωσθεί θα πρέπει να μετρηθεί.
Τι είναι η αρτηριακή πίεση;
Αρτηριακή πίεση είναι η δύναμη με την οποία η καρδιά εξωθεί το αίμα προς τα αγγεία σε κάθε παλμό. Η αρτηριακή πίεση αποτελείται από τη συστολική (αντιστοιχεί στη συστολή της καρδιάς σε κάθε παλμό) και τη διαστολική (αντιστοιχεί στη χάλαση της καρδιάς ανάμεσα σε δύο παλμούς). Για παράδειγμα, η μέτρηση της αναγράφεται ως 130/80 mm Hg.
Πώς μετριέται η αρτηριακή πίεση;
Πολύ συχνά η αρτηριακή πίεση μετριέται λανθασμένα. Οι οδηγίες για τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης θα πρέπει να ακολουθούνται με προσοχή προκειμένου να εξακριβώσουμε αν κάποιος έχει αρτηριακή πίεση ή όχι.
Ο εξεταζόμενος θα πρέπει:
• Να είναι καθιστός τουλάχιστον για 5 λεπτά.
• Να είναι χαλαρός, ήρεμος και σε ευχάριστο περιβάλλον.
• Να μην έχει πιει καφέ και καπνίσει την προηγούμενη μισή ώρα.
• Να ακουμπά το χέρι του σε σταθερό σημείο.
Συχνά θα χρειαστεί να πάρουμε 2 έως 3 μετρήσεις και την πρώτη φορά να μετρήσουμε την πίεση και στα δύο χέρια. Συνήθως πολλά άτομα μετρούν την πίεση τους όταν δε νοιώθουν καλά, όταν εκνευριστούν ή έχουν πονοκέφαλο, με συνέπεια η μέτρηση να μην ανταποκρίνεται στην πραγματική τους πίεση.
Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές της αρτηριακής πίεσης;
Οι πρόσφατες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Υπέρτασης αναφέρουν ότι οι φυσιολογικές τιμές αρτηριακής πίεσης:
• Για άτομα χωρίς διαβήτη ή βλάβη στην καρδιά ή στον εγκέφαλο πρέπει να είναι μικρότερες από 140/90 mm Hg.
• Για άτομα με διαβήτη μικρότερες από 130/80 mm Hg.
• Τιμές μεγαλύτερες από τις παραπάνω δείχνουν ότι ο εξεταζόμενος έχει υπέρταση.
Επίσης μπορεί κάποιος να μετρήσει την πίεση του και στο σπίτι ακολουθώντας τις οδηγίες μέτρησης που αναφέραμε. Για τη μέτρηση στο σπίτι ως φυσιολογικές τιμές θεωρούνται οι μικρότερες από 135/85 mm Hg.
Γιατί η υπέρταση θεωρείται τόσο επικίνδυνη;
Σήμερα υπολογίζεται ότι στη χώρα μας το 25-30% του πληθυσμού παρουσιάζει υπέρταση. Η υπέρταση μπορεί να προκαλέσει βλάβες σε πολλά όργανα στο σώμα μας, όπως στην καρδιά, στον εγκέφαλο, στα νεφρά αλλά και στα αγγεία.
Η υπέρταση ευθύνεται για:
• Το 67% των καρδιακών επεισοδίων.
• Το 77% των εγκεφαλικών επεισοδίων.
• Το 74% της καρδιακής ανεπάρκειας.
• Τη νεφρική ανεπάρκεια, καθώς αποτελεί τη δεύτερη αιτία της.
Η υπέρταση:
• Είναι η συχνότερη αιτία επίσκεψη στον γιατρό.
• Αποτελεί σημαντικό παράγοντα επιδείνωσης της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας και της νόσου Alzheimer.
• Δημιουργεί στις Η.Π.Α. κόστος από τις επιπλοκές της, που ξεπερνά τα 100 δις δολάρια ετησίως.
Τι προκαλεί την υπέρταση;
Σε ποσοστό μεγαλύτερο από 90% δεν είναι δυνατόν να βρεθεί η αιτία της υπέρτασης, διότι οφείλεται σε πολλούς παράγοντες και αναφέρεται ως ιδιοπαθής υπέρταση. Η παρουσία υπέρτασης στους γονείς φαίνεται ότι παίζει κάποιο ρόλο στην εμφάνιση της στα παιδιά. Αλλά και ο τρόπος ζωής παίζει σημαντικό ρόλο. αφού η μείωση της κατανάλωσης άλατος και αλκοόλ, η άσκηση και η καταπολέμηση της παχυσαρκίας βοηθούν στη μείωση της αρτηριακής πίεσης
Γενικά κινδυνεύουν να παρουσιάσουν υπέρταση:
• Τα άτομα με θετικό οικογενειακό ιστορικό οι έγκυες
• Οι γυναίκες που κάνουν χρήση αντισυλληπτικών φαρμάκων.
• Οι παχύσαρκοι.
• Οι ηλικιωμένοι.
• Τα άτομα που δεν αθλούνται.
• Τα άτομα που κάνουν μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ.
• Τα άτομα που καταναλώνουν λιπαρές τροφές και πολύ αλάτι.
• Οι καπνιστές.
Σε ποσοστό περίπου 5% η υπέρταση οφείλεται σε διάφορες ενδοκρινικές παθήσεις ή παθήσεις των νεφρών. Αν δημιουργηθεί στον γιατρό υποψία για την ύπαρξη αυτών των παθήσεων, κατά τη διάρκεια λήψης του ιστορικού, θα ζητήσει περαιτέρω εξετάσεις.
Ποιες είναι οι αρνητικές συνέπειες της υπέρτασης;
Η μακροχρόνια αύξηση της αρτηριακής πίεσης είναι επικίνδυνη επειδή προκαλεί βλάβες στην καρδιά, στον εγκέφαλο, στα μάτια, και στα νεφρά.
Πιο συγκεκριμένα η υπέρταση:
• Αυξάνει το μέγεθος της καρδιάς, προκαλεί αθηροσκλήρωση στα αγγεία, στεφανιαία νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια.
• Προκαλεί αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.
• Επιφέρει νεφρική ανεπάρκεια.
• Δημιουργεί αλλοιώσεις στον βυθό του αμφιβληστροειδούς και αιμορραγίες στα μάτια.
Πώς μπορώ να καταλάβω αν έχω υπέρταση;
Επειδή δεν υπάρχουν σαφή συμπτώματα υπέρτασης, θα πρέπει να μετριέται κατά διαστήματα η αρτηριακή πίεση, για να είναι δυνατή η έγκαιρη διάγνωση της. Συχνά, πολλά άτομα μόλις αισθανθούν δυσφορία, πονοκέφαλο, ή κάποιο άλλο σύμπτωμα και υπό το κράτος πανικού, μετρούν την αρτηριακή τους πίεση και σαφώς την βρίσκουν αυξημένη. Αυτή όμως είναι πίεση πανικού, δεν έχει σχέση με την υπέρταση και συνήθως δεν αποτελεί κίνδυνο για τον ασθενή.
Πώς μπορεί να θεραπευτεί η υπέρταση;
Αν και η υπέρταση μπορεί να θεραπευτεί είναι μικρό το ποσοστό των υπερτασικών που το έχουν καταφέρει με επιτυχία. Από τους 100 υπερτασικούς περίπου οι 50 βρίσκονται σε θεραπεία και από αυτούς το ποσοστό που έχει ρυθμίσει την πίεση του σε φυσιολογικά επίπεδα κυμαίνεται από 8-25%.
Η συνεργασία του γιατρού και του ασθενούς είναι εξαιρετικά σημαντική για την αντιμετώπιση της κυριότερης αιτίας θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα. Συνήθως οι υπερτασικοί, έχουν υψηλή χοληστερίνη, είναι παχύσαρκοι και επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τον οργανισμό τους εάν καπνίζουν. Για να γίνει αποτελεσματική αντιμετώπιση του κινδύνου, θα πρέπει να γίνει συνολική αντιμετώπιση όλων των προδιαθεσικών παραγόντων και όχι μεμονωμένα του ενός.
Η θεραπεία της υπέρτασης έχει καταφέρει να εξαλείψει σχεδόν πλήρως τη νεφρική ανεπάρκεια που οφείλεται στην αρτηριακή υπέρταση και να μειώσει:
• Τα εγκεφαλικά επεισόδια σε ποσοστό περίπου 45%.
• Τα καρδιακά επεισόδια σε ποσοστό 25%.
• Την καρδιακή ανεπάρκεια κατά 50%.
Πώς να αντιμετωπίσω την υπέρταση με απλούς τρόπους;
Αντιμετωπίζω αποτελεσματικά την υπέρταση σημαίνει αλλάζω τρόπο ζωής δηλαδή:
• Μειώνω τη κατανάλωση του άλατος.
• Προσέχω το σωματικό μου βάρος.
• Ελαττώνω την κατανάλωση αλκοόλ ασκούμαι.
• Προσθέτω ποικιλία φρούτων και λαχανικών στη διατροφή μου.
Πώς να αντιμετωπίσω την υπέρταση με φαρμακευτική αγωγή;
Σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρής υπέρτασης, ή επί παρουσίας διαβήτη, ή βλάβης οργάνου μαζί με την αλλαγή του τρόπου ζωής θα πρέπει να χορηγηθεί και φαρμακευτική αγωγή.
Έχουμε στη διάθεση μας 5 κύριες ομάδες φαρμάκων:
• Διουρητικά.
• Αναστολείς των β-αδρενεργικών υποδοχέων.
• Ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου.
• Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης.
• Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης.
Εκτός από τις παραπάνω, υπάρχουν και άλλες ομάδες φαρμάκων, όχι όμως πρώτης επιλογής.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι:
• Ο υπερτασικός θα πρέπει να ακολουθεί ειδική θεραπεία για όλη του τη ζωή.
• Ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% των υπερτασικών θα χρειασθεί περισσότερα από 2 φάρμακα για τη ρύθμιση της αρτηριακής του πίεσης.
• Η αγωγή θα πρέπει να συνοδεύεται με την αλλαγή του τρόπου ζωής.
• Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, αντιμετωπίζει διαφορετικούς παράγοντες κινδύνου, ή παθήσεις και ως εκ τούτου η λήψη φαρμάκων θα πρέπει να γίνεται πάντα με τη σύσταση του θεράποντος γιατρού.
• Επειδή δεν είναι όλα τα πιεσόμετρα (για τη μέτρηση της πίεσης στο σπίτι) αξιόπιστα θα πρέπει πριν αγοράσουμε αυτόματο πιεσόμετρο να ελέγχουμε αν είναι πιστοποιημένο από την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Υπέρτασης ή άλλο διεθνή οργανισμό.
Σε πολλά κρατικά νοσοκομεία λειτουργούν κέντρα αλλά και ιατρεία υπέρτασης, τα οποία επανδρώνονται από εξειδικευμένους γιατρούς που είναι στη διάθεση σας για τη διάγνωση και θεραπεία της υπέρτασης σας.

Το αίμα της Θεοτόκου

Μια αληθινή ιστορία
Δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες Νόβογιε Βρέμια (=Νέοι Καιροί), φύλλο 1/12 Σεπτεμβρίου 1943,
και Ρούσκαγια Ζίζνι (=Ρωσική Ζωή), φύλλο 7969/14 Μαΐου 1974.
Μετέφρασε και διασκεύασε από τη Ρωσική γλώσσα ο αρχιμ. Τιμόθεος,
 Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού.
Οι υποσημειώσεις ανήκουν στον μεταφραστή

Η ξηρασία εκείνη τη χρονιά ήταν φοβερή. Η γη άνοιξε από τη ζέστη. Οι πηγές στέρεψαν. Τα ποταμάκια στέγνωσαν. Τα πηγάδια άδειασαν. Τα φύλλα των δένδρων κιτρίνισαν, σαν να πέρασε δίπλα τους φωτιά. Το χορτάρι και τα σπαρτά στα χωράφια ξεραίνονταν από τη ρίζα. Ποτέ πριν η περιοχή Ζαμπαϊκάλ[1] δεν είχε αντιμετωπίσει τέτοια ανομβρία.
Ο εμφύλιος πόλεμος είχε πια τελειώσει με τον θρίαμβο της κόκκινης εξουσίας και την αποχώρησι του λευκού στρατού[2]. Στο Τοργίνσκ, χωριό των Κοζάκων[3] κοντά στην πόλη Νερτσίνσκ[4], η πρώτη δουλειά των μπολσεβίκων μετά την επικράτησί τους ήταν να σφραγίσουν τον κεντρικό ναό, όπου φυλασσόταν η περίφημη θαυματουργή ει­κόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Στις 8 Ιουλίου κάθε χρόνο, ανήμερα της μνήμης του Αγίου Προκοπίου, πλήθη πι­στών, έπειτα από πανηγυρική θεία λειτουρ­γία και παράκλησι, έπαιρναν την θαυμα­τουργή εικόνα και την λιτάνευαν σε κοντι­νά και μακρινά χωριά.
Ήταν 7 Ιουλίου του 1922. Στην λαϊκή συνέλευσι του Τοργίνσκ οι ασπρογένηδες γέροι Κοζάκοι άκουγαν σκυθρωποί τον Στέφανο Καμένστσικωφ, πρώην κόκκινο παρτιζάνο και τώρα γραμματέα του χω­ριού.
—Εσείς λοιπόν, σύντροφοι, λέτε ότι μας χτύπησε η ξηρασία επειδή η εργατική εξουσία απαγόρευσε την λιτάνευσι της εικόνας στα χωράφια και εμποδίζει τους παπάδες ν' αποκοιμίζουν πια τον λαό;
—Σωστά το μάντεψες, Στέφανε Βαχραμέγιεβιτς, αποκρίθηκε άφοβα ο Κύριλλος Μπούτιν, ένας ψηλός, γεροδεμένος Κοζά­κος με μαύρο παχύ μουστάκι, πρώην μαχη­τής στην πρώτη γραμμή του γερμανικού με­τώπου[5].
—Φαίνεται πως δεν σου πολυαρέσει η ε­ξουσία των εργατών και αγροτών, γρύλλισε ο Καμένστσικωφ. Το καλό που σου θέλω, μάζεψε το μπογαλάκια σου και τράβα να βρης τους λευκούς πέρα από την θάλασσα...
—Άστα αυτά. Στέφανε, απάντησε ήρεμα ο Μπούτιν. Φαίνεται πως έχασες το μυαλό σου. Ξέχασες κιόλας ότι στο έκτο σύνταγμα του Γιακίμωφ διοικούσα εκατοντάδες επαναστατών εναντίον των λευκών;
—Μπορεί τότε να πολέμησες τους τσαρι­κούς. Τώρα όμως δείχνεις πως δεν μπορείς να στερηθής τις μουχλιασμένες συνήθειες που σε δίδαξαν οι παπάδες. Σε τραβάνε πολύ...
Ο Καμένστσικωφ κοίταζε ειρωνικά τον Μπούτιν. Στο βλέμμα του όμως υπήρχε και κάτι το απειλητικό. Ήταν κοντός, με ζωηρό πρόσωπο, γεμάτο αυτοπεποίθησι. Είχε μό­λις τελειώσει το πρακτικό λύκειο της Νερτσίνσκ, όταν εντάχθηκε στα σώματα των κόκκινων παρτιζάνων. Πρόσφατα είχε τοποθετηθή στη θέσι του γραμματέως του χω­ριού. Η αυταρχικότητα του όμως δεν άργη­σε να προκαλέση την δυσαρέσκεια όχι μό­νον των Κοζάκων, μα και των συντρόφων του, των παλιών κόκκινων παρτιζάνων.
—Σύντροφοι, συνέχισε μαχητικά. Πρέ­πει να λυτρωθούμε από την θρησκοληψία. Αφού στην ρωσσική γη δεν έχει πια θέσι ο τσάρος, δεν έχει θέσι ούτε ο Θεός. Ο άν­θρωπος ο ίδιος είναι για τον εαυτό του και Θεός και τσάρος...
Τα τελευταία λόγια του Καμένστσικωφ προκάλεσαν αναταραχή και σούσουρο στην συνάθροισι των χωρικών. Ακούστηκαν τολμηρές διαμαρτυρίες.
—Νάτα μας! Τι τόλμησε να πη το κουτά­βι!...
—Πέτρα στο λαιμό του και κατευθείαν για πνίξιμο!...
Ασπρομάλληδες γέροντες με ξαναμμένα πρόσωπα πετάχθηκαν απ’ όλες τις μεριές και άρχισαν να τον πλησιάζουν απειλητικά. Ο Καμένστσικωφ χλώμιασε και τους κοί­ταξε σαν χαμένος.
—Τι σημαίνει αυτό, σύντροφοι; είπε μέ­σα από τα δόντια του. Κάνετε λοιπόν σαμ­ποτάζ; Αντιστέκεσθε στην σοβιετική εξου­σία;
—Δεν κάνουμε σαμποτάζ, αποκρίθηκε ο Μπούτιν, ενώ τα μαύρα μάτια του πετού­σαν σπίθες. Εκδηλώνουμε την δίκαιη αγανάκτησι του λαού για τις βλασφημίες σου. Καλύτερα βούλωσε το στόμα σου!
—Σύντροφε Στέφανε, πήρε το λόγο ένας ηλικιωμένος Κοζάκος με έξυπνο και καλωσυνάτο πρόσωπο, πρώην εκκλησιαστικός σύμβουλος. Στείλε ένα δικό σου άνθρωπο στην Νερτσίνσκ. Εξήγησε στους προϊστα­μένους σου τι σου ζητούμε και γιατί. Εμείς ειρηνικά παρακαλούμε να λιτανεύσουμε την εικόνα της Παναγίας στα κατάξερα χω­ράφια μας. Κρίνε μόνος σου: Ποιος έχει να ζημιωθή απ’ αυτό;
—Όλοι εμείς πιστεύουμε στον Χριστό!, πετάχθηκε ένας ζωηρός νεαρός Κοζάκος. Μόνο εσύ, σκύλε, ζης χωρίς Χριστό!
Ο Καμένστσικωφ αντέδρασε.
—Τι ειν' αυτά που λέτε σύντροφοι; Μα τότε για ποιο πράγμα πολεμήσαμε; Γιατί χύσαμε το αίμα μας; Γιατί πήραμε με τόσες θυσίες την εξουσία;
Κοίταξε με κάποιαν ελπίδα συμπαραστά­σεως προς το μέρος που καθόταν οι πιο έμ­πιστοι του παλιοί κόκκινοι παρτιζάνοι. Ε­κείνοι όμως άρχισαν να ξεροβήχουν με α­μηχανία. Κανείς δεν τόλμησε να πάρη το μέρος του.
—Μας ξεγελάσατε και πολεμήσαμε!, φώ­ναξε ένας χωρικός. Τώρα που το καταλά­βαμε είναι αργά. Τους νεκρούς δεν μπορείς να τους φέρης πίσω!
Στην συγκέντρωσι απλώθηκε βαριά σιω­πή...
—Εσείς, σύντροφοι, τι λέτε; ρώτησε ξαφνικά ο Καμένστσικωφ σε ηπιώτερο τό­νο, γυρίζοντας στους φίλους του και προ­σπαθώντας να χαμογελάση.
—Σε παρακαλούμε, Στέφανε, είπε πάλι ο εκκλησιαστικός σύμβουλος, να σεβασθής την επιθυμία τόσων συντρόφων. Ειρηνικά σου το ζητούμε. Έκτος κι αν θέλης να με­ταχειρισθούμε άλλα μέσα... Δείξε σύνεσι για να σωθή η ειρήνη στο χωριό μας.
—Καλά... Σύμφωνοι... Θα σας κάνω το χατήρι!... Θα στείλω τώρα κιόλας άνθρω­πο στην Νερτσίνσκ. Βλέπω ότι δεν θέλετε ν' απελευθερωθήτε από την παπαδική απάτη, θα σας δείξω λοιπόν κι εγώ στην πράξι πόσο λάθος κάνετε.
Οι Κοζάκοι έφυγαν από την σύναξι σιω­πηλοί. Κάπου-κάπου μόνο σχολίαζαν με­ταξύ τους τα βλάσφημα λόγια του Καμέν­στσικωφ.
Η αναφορά που έστειλε ο Στέφανος στην Νερτσίνσκ έγραφε μεταξύ των άλλων:
«Αν και αρνούμαι κάθε συγκατάβασι α­πέναντι στις ξεπερασμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, ειδικά γι' αυτή την φορά ειση­γούμαι την ικανοποίησι του αιτήματος των χωρικών του Τοργίνσκ, που ζητούν να κά­νουν μια λιτανεία. Ασφαλώς δεν πρόκειται να σταματήση η ξηρασία, που μαστίζει τον τόπο, με την περιφορά μιας ζωγραφιάς στα χωράφια. Εμείς όμως θ' αποκτήσουμε έτσι ένα ακόμη όπλο για την αθεϊστική μας προ­παγάνδα. Θα αποδειχθή δηλαδή στην πράξι ότι "φιλάνθρωπος και προνοητής Θεός" και "ευσπλαγχνικοί άγιοι" δεν υπάρχουν παρά μόνο στα παραμύθια του αμόρφωτου λαού και στις απάτες των παπάδων. Παρα­καλώ πάντως, για κάθε ενδεχόμενο, να στείλετε και μερικά επίλεκτα στελέχη της G.P.U.[6] για να παρακολουθήσουν την εξέλιξι των γεγονότων».
* * *
Ανήμερα του Αγίου Προκοπίου, μόλις ο καυτερός ήλιος ανέτειλε στον ορίζοντα, πλήθη χωρικών συγκεντρώθηκαν μπροστά στον κεντρικό ναό του Τοργίνσκ, ντυμένοι όλοι στα γιορτινά. Η χαρμόσυνη είδησις ότι σήμερα, όπως και τον παλιό καιρό, θα γίνη λιτανεία για βροχή, διαδόθηκε αστρα­πιαία σ' όλα τα γύρω χωριά.
Πολύ νωρίτερα είχαν ξεκαρφωθή από τις πόρτες και τα παράθυρα του ναού oι σανί­δες, με τις οποίες είχε σφραγισθή. Η Κυρία Θεοτόκος άνοιξε διάπλατα τις πύλες του οίκου Της στους πιστούς. Οι γλυκόλαλες καμπάνες σκορπούσαν και πάλι μακριά τον ήχο τους, όπως τα περασμένα χρόνια... Τις ώρες τούτες νόμιζες πως ο παλιός ειρηνικός ρυθμός της ζωής δεν είχε ποτέ διαταραχθή. Λες και δεν είχε προηγηθή το φοβερό αιματοκύλισμα του εμφυλίου πολέμου...
Η μόνη παραφωνία μέσα στην αρμονία των εκδηλώσεων της κοζάκικης ευσέβειας ήταν η παρουσία των πρακτόρων της G.P.U., με τα χαρακτηριστικά καπέλλα τους. Είχαν περικυκλώσει τον ναό και κοί­ταζαν πότε βλοσυρά και πότε χλευαστικά τις οικογένειες των Κοζάκων που, χαρού­μενες κι ευλαβικές, συνωστίζονταν στο προαύλιο.
Όταν σε λίγο εμφανίσθηκε το βαρύ πλαί­σιο με την εικόνα της Παναγίας· όταν πρό­βαλαν οι γέροντες Κοζάκοι με τα λαμπερά πρόσωπα, που την σήκωναν με φόβο Θεού· όταν πίσω τους φάνηκαν οι χρυσοντυμένοι ιερείς, ψάλλοντας δυνατά θεομητορικούς ύμνους, όλοι οι πιστοί έπεσαν στα γόνατα. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια τους. Ευ­λαβικοί στεναγμοί και ικετήριες κραυγές έσχιζαν τον αέρα.
—Δέσποινα τ’ ουρανού! Προστασία των Χριστιανών! Ελέησον ημάς!
Από την μεγάλη εικόνα, που άστραφτε γεμάτη πολύτιμα πετράδια, τα μεγάλα μά­τια της Θεομήτορος κοίταζαν με κάποια θλίψι τον γονατισμένο λαό.
Ο Καμένστσικωφ που στεκόταν μπροστά-μπροστά με μιαν ώργισμένη έκφρασι στο πρόσωπο, συγκλονίσθηκε σύγκορμα, ό­ταν το βλέμμα του συναντήθηκε μ’ εκείνα τα ουράνια μάτια, που ερευνούσαν θαρρείς τα μύχια της σκληρής καρδιάς του. Τράβηξε τα μάτια του από την εικόνα, αλλά μια μυ­στική και ανεξήγητη δύναμις τον ωθούσε να την κοιτάξη πάλι, και πάλι... Για ν' αν­τιδράση βγήκε με γοργά βήματα έξω από το προαύλιο.
Η όψις όμως των ακτινοβόλων και μελαγχολικών θεομητορικών ματιών έ­μενε βαθιά χαραγμένη μέσα του. Διόρθωσε αμήχανα τον γούνινο σκούφο του και άνα­ψε τσιγάρο.
Από τον περίβολο του ναού, όπου γινό­ταν παράκλησις, έφθαναν στ' αυτιά του οι εκφωνήσεις του γέροντος Ιερέως π. Ιωάν­νου:
—...Υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών του Κυρίου δεηθώμεν...
Παρά την θέλησί του ο Καμένστσικωφ ψηλαφούσε σ' αυτά τα λόγια όλη την μυ­στική ομορφιά, το βάθος και την σοφία τους. Ανάπαυσι και γαλήνη, ιδιαίτερη πνοή χάριτος ανακάλυπτε στις απλές και κατα­νοητές αυτές λέξεις. Κινήθηκε μέσα του κά­τι παράξενο που τον έσπρωχνε να χωθή μέ­σα στο πλήθος του πιστού λαού, να γονατίση κι αυτός, να βρη ψυχική ειρήνη και ανά­παυσι...
Ήταν κάτι στιγμιαίο. Ξαφνικά η νευρι­κότητα η εμπάθεια τον ξανακυρίσευσαν. Πέταξε μακριά το τσιγάρο και μουρμούρισε βλάσφημα:
—Θα σας δείξω εγώ σήμερα τι αξίζει ο Χριστός σας και η Παναγία σας!
Η λιτανεία είχε κιόλας ξεκινήσει. Πλή­θος λαού, με φανταχτερά πουκάμισα και πολύχρωμα φουστάνια, ξεκίνησε για τους μαχαλάδες και τους αγρούς.
Η ζέστη ήταν αφόρητη. Ο ουρανός κα­ταγάλανος. Ο ήλιος καυτερός, κατάκαιγε τα πάντα. Τα δένδρα με τα κιτρινισμένα φύλλα έγερναν θλιμμένα στην γη. Το ξερό χορτάρι θρυμματιζόταν κάτω από τα πόδια του πλήθους. Τα σπαρτά είχαν σχεδόν καταστραφή.
—Μας εγκατέλειψε ο Θεός για τις αμαρ­τίες μας, είπε ο Κύριλλος Μπούτιν στον συνοδοιπόρο του, έναν κυρτωμένο γέρο-Κοζάκο.
—Μόνη ελπίδα μας είναι η Παναγία, α­πάντησε εκείνος και σταυροκοπήθηκε. Δεν συνέβη ποτέ να μην ακούση τις προσευχές μας. Πάντοτε, μετά από την λιτανεία στα χωράφια, στέλνει την ποθητή βροχούλα.
—Μακάρι να μας λυπηθή κι εφέτος, ανα­στέναξε ο Μπούτιν.
Όταν η εικόνα έφθασε στο δικό του χωράφι, γονάτισε πάνω στην σκληρή γη και προσευχήθηκε θερμά. Οι ιερείς ράντιζαν με αγιασμό το μαραμένο σιτάρι. Οι σταγόνες έπεφταν πάνω στα γερμένα στάχυα και λα­μπύριζαν κάτω από τον ανελέητο ήλιο...
Μέχρι το βράδυ μετέφεραν την εικόνα από χωράφι σε χωράφι και έκαναν παντού δεήσεις. Το πλήθος διέσχιζε αγρούς, λό­φους, δάση, σκονισμένους δρόμους, στεγνά ρυάκια. Στις μυριόστομες ικεσίες, «δώσε, Κύριε, βροχή στην διψασμένη γη», φαινό­ταν σαν ν' αναστέναζε και αυτή η γη, σαν να επαναλάμβανε τα πονεμένα τούτα λόγια, σαν να περίμενε κι αυτή το θαύμα. Το θαύμα της ζωής και της ανακαινήσεως.
Ο Καμένστσικωφ, ανεβασμένος πάνω στο μαύρο του άλογο, ακολουθούσε βήμα προς βήμα τον λαό και χαμογελούσε ειρω­νικά. Μιλούσε στους ανθρώπους της G.P.U. περιφρονητικά για την καθυστέρησι, την αμάθεια, τις προλήψεις και τις δεισιδαιμο­νίες των Κοζάκων.
—Για μας ωστόσο, πρόσθεσε στο τέλος, κέρδος θα πρόκυψη. Η σημερινή κωμωδία είναι μια ευκαιρία, για να ξεσκεπάσουμε τις απάτες των παπάδων και να εξευτελί­σουμε την λαϊκή θρησκοληψία. Θαύματα στην εποχή μας δεν γίνονται. Σάμπως γί­νονταν ποτέ τάχα; Κανένα Θεό δεν έχουμε ανάγκη για την βροχή. Το σοβιετικό κράτος θα κατασκευάση ένα καλό αρδευτικό σύ­στημα και θα οικοδομήση μια νέα κατάστασι χωρίς Θεό, χωρίς παπάδες, χωρίς τσι­φλικάδες ...
Εκείνη την στιγμή θυμήθηκε άθελα του εκείνα τα θαυμαστά μάτια, που από την ει­κόνα της Θεομήτορος κοίταζαν μέσα στην ψυχή του, και απότομα σώπασε...
Αργά το απόγευμα, όταν ο λαός έμπαινε πάλι στο χωριό, εμφανίσθηκε ξαφνικά στα δυτικά του ξάστερου ορίζοντα ένα μικρό λευκό συννεφάκι, που μεγάλωνε γρήγορα. Ένα ελαφρό αεράκι δρόσισε τα βασανισμέ­να πρόσωπα των χωρικών. Μετέφεραν τώ­ρα την εικόνα μέσα στους κήπους των σπι­τιών. Ράντιζαν με αγιασμό τις αυλές κι έ­καναν δεήσεις.
Στην αυλόπορτα του σπιτιού του Καμέν­στσικωφ η γριούλα μητέρα του, με πρόσχα­ρο πρόσωπο κι εγκάρδια προσευχή, περίμε­νε την ιερή εικόνα. Ο γιός της την είδε. Κάλπασε γρήγορα μπροστά από την λιτα­νεία και της φώναξε:
—Μην τολμήσης, γριά, να βάλης μέσα στην αυλή μας αυτή τη γύφτισσα της οικου­μένης, γιατί κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνη!...
—Τι έπαθες, Στέφανε; Σου σάλεψε το μυαλό; Τι λόγια είν' αυτά που ξεστομίζεις;
—Θα δης σε λίγο, της αποκρίθηκε με ύφος απειλητικό και ειρωνικό συνάμα.
Κοίταξε τον ουρανό και κατσούφιασε. Το ένα μετά το άλλο άρχισαν να εμφανίζωνται πολλά μικρά συννεφάκια, άσπρα στην αρ­χή, που σιγά-σιγά μεγάλωναν, σκούραιναν και γέμιζαν όλο τον ορίζοντα.
Έφεραν την εικόνα στην αυλή του σπι­τιού του. Ο ιερεύς άρχισε να λέη την συνη­θισμένη εκφώνησι. Ο Καμένστσικωφ δεν κρατήθηκε πια. Κατακόκκινος, ξαναμμέ­νος, με τα χαρακτηριστικά του προσώπου τραβηγμένα από την έντασι, πήδησε μπρο­στά του και του φώναξε με οργή:
—Φτάνει πια η κωμωδία! Σύντροφοι, ε­λάτε!
Στην εντολή του οι άνδρες της G.P.U. κύ­κλωσαν την εικόνα και απομάκρυναν τον κόσμο.
—Τώρα θα σας δείξω εγώ αν υπάρχη ο Θεός σας και η Παναγία σας! Εδώ μπρο­στά στα μάτια σας θα κάνω κομμάτια αυτὀ το παλιόξυλο, που σαν σκλάβοι προσκυνά­τε... Κι εσύ, τραγόπαπα, φύγε από δω!
Άρπαξε τον π. Ιωάννη από την λευκή γε­νειάδα του, τον τράβηξε κοντά του και μετά τον έσπρωξε με ορμή.
Ο κόσμος τα έχασε. Οι γυναίκες άρχισαν να κλαίνε.
Ο π. Ιωάννης κυλίσθηκε στην γη. Ο χρυσός σταυρός, που κρατούσε στο δεξί του χέρι, έπεσε χάμω. Ο Καμένστσικωφ τον κλώτσησε με την μπότα του. Και α­στραπιαία, πριν προλάβουν να συνέλθουν οι Κοζάκοι, σήκωσε το αστραφτερό καυκασιανό σπαθί του και χτύπησε με όλη του την δύναμι την εικόνα της Θεοτόκου!
Το πλήθος πάγωσε από φρίκη για την πρωτοφανή ασέβεια... Αμέσως όμως ακού­σθηκαν ανακατεμένες φωνές, γεμάτες δέος:
—Αίμα, αίμα!...
—Κοιτάτε, κοιτάτε!...
—Θαύμα, θαύμα...
Ο Καμένστσικωφ κοίταξε άγρια γύρω του. Δεν άργησε να καταλάβη τι φώναζαν και γιατί. Η μητέρα του έπεσε στα γόνατα και τον άρπαξε από τα πόδια.
—Στέφανε, κοίτα την Δέσποινα... Αμαρτία ανήκουστη..., μπόρεσε μόνο να ψελλίση ανάμεσα στ' αναφυλλητά της.
Ο βέβηλος έριξε μια ματιά στην εικόνα. Το χέρι που την χτύπησε κρεμάστηκε στον αέρα. Το αίμα του πάγωσε... Στεκόταν σαν κεραυνόπληκτος, με τα μάτια του καρφω­μένα στην εικόνα.
Στην δεξιά πλευρά της, στο σημείο που δέχθηκε το κτύπημα του σπαθιού, το βαρύ πλαίσιο είχε σπάσει και έτρεχε σταγόνα-σταγόνα αίμα! Από την «πληγή» το αίμα κυλούσε όλο και χαμηλότερα, βάφοντας κόκκινο το ασημένιο φόρεμα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αλλά δεν ήταν μόνο το αίμα.
—Δάκρυα, δάκρυα!..., φώναξε ο Καμένστσικωφ με παράξενη, βραχνή φωνή.
Το σπαθί έπεσε τώρα από το χέρι του. Σκέπασε το πρόσωπο με τα δυο του χέρια. Σαν τρελλός ώρμησε να φύγη, ανοίγοντας δρόμο μέσα από το πυκνό πλήθος.
Από τα μάτια της Παναγίας έτρεχαν μεγάλα, καθαρά δάκρυα, σαν διαμάντια.
Ο λαός έπεσε στα γόνατα.
Ο ουρανός άρχισε να βρέχη...
Η ευλογημένη βροχή κράτησε τρία μερόνυχτα. Τρεις ήμερες και τρεις νύκτες το ζω­ογόνο νερό πότιζε ασταμάτητα την κατάξερη γη. Την τετάρτη ήμερα ξέσπασε μια φοβε­ρή καταιγίδα, τέτοια που κανείς δεν θυμό­ταν να είχε ξαναγίνει. Την επομένη ο ήλιος έλαμψε πάλι χαρούμενα στον ολοκάθαρο ουρανό. Γύρω όλα άρχισαν να πρασινίζουν, να ευφραίνωνται, ν’ απολαμβάνουν το θαύ­μα της ζωής, το θαύμα της αναγεννήσεως.
Η εικόνα της Παναγίας του Τοργίνσκ μεταφέρθηκε εσπευσμένα στην Νερτσίνσκ: εν­τολή των αρχών. Ο ναός σφραγίσθηκε ερμητικά και οι καμπάνες του αχρηστεύθη­καν. Ο π. Ιωάννης ωδηγήθηκε στην φυλα­κή. Και ο Στέφανος Καμένστσικωφ έγινε άφαντος. Κανείς δεν είδε πια τον παλιό κόκκινο παρτιζάνο.
Πέρασαν αρκετά χρόνια.
Ήταν μια φθινοπωρινή νύκτα του 1930.
Γύρω στα μεσάνυχτα μπήκε καλπάζοντας στο Τοργίνσκ ένα μικρό απόσπασμα λευ­κών παρτιζάνων.
Οι καβαλάρηδες σταμάτησαν στην μέση του χωριού, έβγαλαν τους σκούφους τους και σταυροκοπήθηκαν ευλαβικά. Πριν από οκτώ χρόνια υψωνόταν εδώ ο περίφημος ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου με την θαυ­ματουργή εικόνα της. Σκιερά δένδρα κι έ­νας ασπρισμένος μανδρότοιχος την περιέβαλλαν. Τώρα στην θέσι αυτή ήταν ένας απλός, ωργωμένος αγρός.
—Εδώ βρισκόταν το μεγάλο και ιερό κειμήλιο της πίστεως και της φυλής μας, είπε χαμηλόφωνα στους άνδρες του ο αρ­χηγός του αποσπάσματος. Εδώ διέπραξα το φοβερότερο ανοσιούργημα στην Ιστορία των Ορθοδόξων Κοζάκων... Από την ώρα εκείνη δεν έβρισκα ησυχία πουθενά, ήμερα και νύκτα... Τα μεγάλα, θλιμμένα, ακτινοβόλα μάτια της Παναγίας μας, η αιματο­βαμμένη μορφή της, με ακολουθούσαν πα­ντού... Δεν μπορούσα να σταθώ πουθενά. Στα πέντε χρόνια που ακολούθησαν γύρισα ολόκληρη σχεδόν την Ρωσία, κι ένοιωσα την καταπίεσι και τον πόνο του Ορθοδό­ξου λαού μας... Ξαναβρήκα την πίστι μου. Στην σκιά του σταυρού αναπαύθηκε η ψυχή μου. Καθαρίσθηκα από τις αμαρτίες του παρελθόντος. Είχα βάψει τόσες φορές τα χέρια μου στο αίμα αθώων Κοζάκων... Νοιώθω εξαγνισμένος και ήσυχος τώρα. Τι κι αν η σοβιετική εξουσία έχει επικηρύξει το κεφάλι μου; Τι κι αν θεωρούμαι σαν τσαρικός κακούργος, επικίνδυνος αντεπαναστάτης και «εχθρός του λαού»;... Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν!
Ο Στέφανος Καμένστσικωφ σιώπησε, αναστέναξε βαθιά και σπηρούνισε το άλο­γο του. Κατευθύνθηκε προς το πατρικό του σπίτι. Η καρδιά του κτυπούσε δυνατά. Οκτώ χρόνια είχε να δη την γερόντισσα μάνα του.
—Λάβαμε όλα τα μέτρα ασφαλείας; ρώ­τησε τον υπασπιστή του και, χωρίς να περιμένη απάντησι, προχώρησε με αδημονία στον περίβολο του σπιτιού.
Στο κατώφλι τα σανίδια τρίζανε κάτω από τα πόδια του. Κτύπησε με το μεγάλο σιδερένιο κρίκο της εξώπορτας. Από μέσα ακούσθηκαν αργά βήματα και μια τρεμάμε­νη γέρικη φωνή:
—Ποιος είναι;
—Μητέρα, εγώ, ο Στέφανος, απάντησε ψιθυριστά μα καθαρά ο Καμένστσικωφ.
—Στέφανε, γιέ μου!...
Άνοιξε την πόρτα. Ο Στέφανος έπεσε με λαχτάρα και συγκίνησι στην αγκαλιά της. Παράξενο, όμως! Εκείνη, αντί να τον σφί­ξη, τον έσπρωξε μακριά, κάνοντας του κά­ποιο νόημα. Ο Στέφανος δεν κατάλαβε. Στάθηκε σαστισμένος στην σκοτεινή είσοδο.
—Ενέδρα!, ούρλιαξε η γριούλα. Φύγε αμέσως! Οι άθλιοι, σε περιμένουν εδώ από το απόγευμα! Προδοσία!
—Την παλιόγρια! Μας πρόδωσε! ακούσθηκε μια βαρειά φωνή από μέσα.
Την ίδια στιγμή άστραψε μια φλόγα κι ακούσθηκαν τρεις πυροβολισμοί, ο ένας πί­σω από τον άλλο. Ο Καμένστσικωφ τινά­χθηκε πίσω σαν αστραπή. Μόλις πρόλαβε να δη την μητέρα του να σωριάζεται νεκρή, κτυπημένη στο κεφάλι. Οι σύντροφοι του ώρμησαν μέσα στην αυλή και άρχισαν να πυροβολούν προς το σπίτι.
—Χειροβομβίδες!, διέταξε ο Καμένστσικωφ.
Δεκάδες χειροβομβίδες ρίχθηκαν αμέσως στην ανοικτή εξώπορτα του σπιτιού και στα παράθυρα. Ο τόπος σείσθηκε από τις εκρή­ξεις. Στο αλώνι και τους αγρούς τα άχυρα πήραν φωτιά. Άνδρες της G.P.U. έτρεξαν να εμποδίσουν την υποχώρησι των ανταρ­τών. Εκείνοι όμως πρόλαβαν ν' ανεβούν στ' άλογα τους και να φύγουν καλπάζοντας, ε­νώ πίσω τους σφύριζαν οι σφαίρες.
Από το σπίτι του Καμένστσικωφ έβγα­ζαν τραυματίες και νεκρούς... Στην είσοδο, μέσα σε μια λίμνη από αίμα, βρισκόταν σω­ριασμένο το σώμα της μητέρας του...
Στον νυκτερινό ουρανό έλαμπε το φεγγά­ρι και στο βάθος ήσυχα ακουγόταν ο φλοί­σβος των ρυακιών του μικρού ποταμού Τόργα...
Μια ζεστή, καλοκαιρινή ήμερα του 1932 ένας άνθρωπος μετρίου αναστήματος, με γκρίζο κασκέτο και μια μικρή βαλίτσα στο χέρι, κατέβηκε από την αμαξοστοιχία της Μαντζουρίας στον σιδηροδρομικό σταθμό του Χαρμπίν. Με περιέργεια κοίταξε το α­μέριμνο πλήθος των Κινέζων και των Ρώ­σων που περνοδιάβαιναν. Σταμάτησε, έβγα­λε το κασκέτο του και σκούπισε τον ιδρώτα, που έτρεχε ποτάμι στο πρόσωπο του.
Ήταν ο Στέφανος Καμένστσικωφ, που εγκατέλειπε πια τα σύνορα της πατρίδος του. Έφευγε, αλλά με ακμαίο το φρόνημα και ισχυρή την θέλησι να συνεχίση τον αγώνα. Πίστευε πως κάποια μέρα, αργά ή γρήγορα, η Κυρία Θεοτόκος θα έκανε το πιο μεγάλο θαύμα της και θ’ ανάσταινε την πατρίδα του...
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 8,9
ΙΟΥΝΙΟΣ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1990
[1] Παλαιά διοικητική υποδιαίρεσις της Σιβηρίας. Σήμερα με το όνομα αυτό νοείται η περιοχή μετα­ξύ λίμνης Βαϊκάλης και μέσου Αμούρ
[2] Λευκός στρατός: έτσι ωνομάζονταν (σε αντίθεσι προς τον κόκκινο στρατό) οι αντεπαναστατικές-αντιμπολσεβιτικές δυνάμεις, που συγκροτήθηκαν μετά την επικράτησι του μπολσεβικισμού στην Ρω­σία, και αγωνίσθηκαν ανεπιτυχώς (1918 - 1920) για την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος. Μέχρι το τέλος του 1919 οι λευκοί, υπό τον στρατηγό Ντενίκιν. πέτυχαν επανειλημμένες νίκες επί των μπολσεβίκων. Από το 1920 όμως ο κόκκινος στρατός ανασυντάχθηκε και έτρεψε σε υποχώρησι τους λευκούς, που διαλύθηκαν. Τα υπολείμματα του λευκού στρατού συγκεντρώθηκαν στην Κριμαία υπό τον στρατηγό Βράγγελ. Την 31 Οκτωβρίου 1920 οι 145.000 λευκοί μαχητές επιβιβάσθηκαν από τον όρμο Μοδά σε 127 πλοία και πέρασαν στην Καλλίπολι, απ' όπου διασκορπίσθηκαν στην Τουρκία, την Σερβία, την Ρουμανία, την Βουλγαρία, την Ελλάδα και την Δυτική Ευρώπη.
Μετά την άδοξη διάλυσι του λευκού στρατού δημιουργήθηκαν άτακτα ανταρτικά σώματα, οι λευκοί παρτιζάνοι (σε αντίθεσι προς τους κόκκινους παρτιζάνους-μπολσεβίκους) που συνέχισαν να αγωνίζωνται κατά του σοβιετικού καθεστώτος για αρκετά ακόμη χρόνια, χωρίς όμως σοβαρά αποτελέσματα.
[3] Οι Κοζάκοι εμφανίσθηκαν στις περιοχές της ΝΑ. Ρωσίας στα τέλη του 14ου αιώνος. Δεν αποτελούσαν ιδιαίτερη εθνότητα. Ήσαν Ρώσοι νομάδες ή ημιμόνιμοι κάτοικοι των στεππών, εξαίρετοι ιπ­πείς και ατίθασοι πολεμιστές, που προστάτευαν τους σλαβικούς πληθυσμούς των συνόρων από τις συ­νεχείς επιδρομές των νομαδικών ορδών. Ζούσαν υπό ημιστρατιωτικό και ημιαυτόνομο καθεστώς με ιδιαίτερα προνόμια. Βαθμιαία επεκτάθηκαν στη Σιβηρία, πέρα από τα Ουράλια και τη Βαϊκάλη. Το ό­νομά τους προέρχεται από την τουρκοταταρική λέξι καζάκ (=ελεύθερος πολεμιστής, θαρραλέος άν­δρας). Οι Κοζάκοι ήσαν ανέκαθεν Ορθόδοξοι, και μάλιστα ισχυρά και αμετακίνητα προσηλωμένοι στην Ορθοδοξία. Δεν εδίστασαν να υπερασπισθούν και με τα ξίφη ακόμη την πίστι τους, όταν εκινδύνευε, ιδιαίτερα κατά τις αλλεπάλληλες πνευματικές επιθέσεις της ουνίας κατά της Ρωσίας.
Οι Κοζάκοι σιγά-σιγά έχασαν την συνοχή, την μαχητική ανεξαρτησία και τον πολεμικό νομαδισμό τους και υπετάγησαν στον τσάρο. Κατά την επανάστασι του 1917 τήρησαν αρχικά ουδετερότητα. Κα­τά τον εμφύλιο πόλεμο όμως (1918-1920) μέρος των Κοζάκων ενώθηκε με τον κόκκινο στρατό, ενώ ο κύριος όγκος των δυνάμεών τους διετέθη εχθρικά προς το σοβιετικό καθεστώς και συνέπραξε με τους τσαρικούς αντεπαναστάτες (λευκούς). Μετά την αποτυχία της αντεπαναστάσεως (βλ. ανωτ. σημ. 2) οι περισσότεροι Κοζάκοι αναγκάσθηκαν να εκπατρισθούν και να διασκορπισθούν σε όλο τον κόσμο, ενώ όσοι παρέμειναν στη Σοβιετική πια Ρωσία υπετάγησαν στο νέο καθεστώς και, σε πολλές περιοχές, συνέπηξαν ιδιαίτερα στρατιωτικά σώματα. Οι προς Α.. της Κασπίας Κοζάκοι, μαζί με άλλες εθνότητες της περιοχής, απετέλεσαν την σοβιετική δημοκρατία του Καζακστάν.
[4] Μικρή πόλις της ανατολικής Σιβηρίας, της επαρχίας Ζαμπαϊκάλ, στις όχθες του ποταμού Νέρτσα και επάνω στην σιδηροδρομική γραμμή του υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου. Εκείνα τα χρόνια είχε γύρω στους 7.000 κατοίκους, που ζούσαν από την καλλιέργεια της γης.
[5] Αναφέρεται στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
[6] G.P.U. (προφ.: Γκεπεού) ωνομαζόταν η Κρατική Πολιτική Αστυνομία των Σοβιέτ μετά την κατάργησι της Τσεκά (Φεβρ. 1922). Είχε αστυνομικές και συγχρόνως δικαστικές αρμοδιότητες. Δίκαζε πάντοτε με μυστική διαδικασία. Η δραστηριότητά της υπήρξε φοβερή, ιδιαίτερα στις αρχές της περιόδου της κολλεκτιβοποιήσεως, και έγινε πολύ μισητή στον λαό. Την διεύθυνσί της ασκούσε ένα παντοδύναμο δεκαπενταμελές συμβούλιο, που αποτελούσε επίφοβη δύναμι ακόμη και για τους σοβιετικούς ηγέτες. Γι’ αυτό καταργήθηκε το 1934, ενώ ο κυριώτερος από τους αρχηγούς της, ο Γιάκοντα, εκτελέσθηκε το 1938.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.impantokratoros.gr/alhthinh-istoria-thauma-panagia.el.aspx

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Αλέξανδρος Διάκος, Υπολοχαγός Πεζικού

28η Οκτωβρίου 1940: Ο πρώτος νεκρός Έλληνας αξιωματικός
«Ψηλά πάνω στο Λυκοκρέμασμα, καθώς μεσημέριαζε και ο ουρανός καθάριος πια και ολογάλανος, γελούσε σαν ανοιξιάτικος, και η φάλαγγα ξετυλιγμένη στη βουνοκορφή, συνέχιζε τη γρήγορη πορεία της, αντήχησε ακόμη ψηλότερα, στο δροσερό αέρα, ένα βουητό που ολοένα ζύγωνε και δυνάμωνε. Φτερά μετάλλινα αστράψανε στον ήλιο.
Φαντάροι, πυροβολητές και καβαλλάρηδες, με σηκωμένο το βλέμμα, κοιτούσανε περίεργοι και ανήσυχοι.
-Τι να είναι τάχα; Δικά μας ή εχθρικά;
-Έχουνε σταυρό στην ουρά. Ελληνικά είναι!
-Είναι Ιταλικά βομβαρδιστικά, είπε με ήρεμη βεβαιότητα ένας μελαχρινός νέος.
Στις επωμίδες του είχε τα δυο αστέρια του υπολοχαγού και από την ανοιχτή χλαίνη του, στο χιτώνιό του επάνω, φαινότανε το σήμα με τα ανοιχτά φτερά του επίκουρου παρατηρητή.
-Καλυφθήτε όλοι γρήγορα ! Πρόσταξε.
Οι άντρες κάμανε να σκορπίσουν.
-Μη φοβάστε! Φώναξε κάποιος. Προκηρύξεις ρίχνουν.
-Καλυφθήτε! Βομβαρδίζουν! Υψώθηκε επιτακτικότερη η φωνή του υπολοχαγού.
Τα άσπρα πραματάκια που, σα φυλλαράκια χαρτί, είχαν αιωρηθή για μια στιγμή κάτω από το αεροπλάνα, χαθήκανε ξαφνικά από το μάτι. Ένας στριγγός ήχος ξέσκισε τον αέρα κι έπειτα το βουνό δονήθηκε από τις εκρήξεις. Πέρα από τη στράτα, στην απότομη πλαγιά, οι βόμβες σκάσανε, ταράζοντας τους αντίλαλους ως τη Στρούντζα και το Τάλιαρο. Μέσα στα δέντρα και στους ψηλούς θάμνους είχανε σκορπίσει τώρα αξιωματικοί και στρατιώτες. Οι καβαλλάρηδες τραβούσανε τ’ άλογά τους και οι πυροβολητές τα μουλάρια τους, για να τα καλύψουν.
Στο μονοπάτι επάνω έστεκε μόνος ο υπολοχαγός, με το βλέμμα στυλωμένο στα τρία αεροπλάνα, που απομακρύνονταν προς την ανατολή. Θα ξαναγυρίζανε τάχα να ρίξουνε κι άλλες βόμβες, να πυροβολήσουν; Ή μήπως είχαν άλλη αποστολή, σπουδαιότερη αλλού; Ο νεαρός αξιωματικός δεν έλεγε να ξεκολλήσει το βλέμμα από τα τρία σημάδια, που σβήνανε τώρα, χάνονταν στον ορίζοντα. Από τα Δωδεκάνησα, από τη Χάλκη και τη Ρόδο, είχε χρειαστεί να κάμει πολύ δρόμο για να αντικρύσει πάλι τον εχθρό, το μισητό τύραννο. Από ψηλά, πάλι στα σίγουρα, ο εχθρός του έδινε το πρώτο χτύπημα. Όμως, η μεγάλη στιγμή της ανταποδόσεως δεν μπορούσε, βέβαια, να βρίσκεται μακρυά.
Και ήταν, αλήθεια, πολύ κοντά η μεγάλη αυτή στιγμή, που η μοίρα του Διάκου την ήθελε λαμπρή και δοξασμένη, στιγμή αποθεώσεως..
Η στράτα που ανεβάζει από τη Ζούζουλη στη Τσούκα, μόλις βγει από το χωριό, χώνεται σε μια δασωμένη ρεματιά και την ακολουθεί ως μισή ώρα δρόμο, μέχρις ένα εικονοστάσι, όπου φτάνεις ύστερα από μια δύσκολη ανηφοριά. Απ΄ εκεί συνεχίζεις, σκαρφαλώνοντας σε πλαγιές και ξαναπέφτοντας μέσα σε ρεματιές ως ένα διάσελο, που το περνάς αφήνοντας αριστερά σου και σε μικρή απόσταση τη ράχη Τσούκα, για να τραβήξεις πια κατά τη Φούρκα.
Στο εικονοστάσι ο υπολοχαγός Αλέκος Διάκος, διοικητής του 2 ου λόχου του 1/4, είχε στήσει τις προφυλακές του, κρατώντας πιο πίσω, μέσα στη ρεματιά, το λόχο ολόκληρο. Το παγερό σκοτάδι εκεί μέσα έκανε και τα κόκαλα ακόμα να αναριγούν.
- Ν’ ανάψουμε φωτιές, κύριε υπολοχαγέ, είχανε ρωτήσει δειλά οι φαντάροι.
Φωτιές; Οι κανονισμοί το απαγόρευαν. Σε κάθε στιγμή μπορούσε να παρουσιασθεί ο εχθρός και οι φωτιές ήταν ενδεχόμενο να προδώσουνε τις θέσεις των τμημάτων. Η ρεματιά όμως ήτανε βαθιά. Και το ρουμάνι που τη γέμιζε πυκνό ούτε ανταύγεια θ’ άφηνε να περάσει. Εξάλλου, ολόκληρη νύχτα μέσα σε τέτοια παγωνιά θ’ αχρήστευε το λόχο.
- Ανάψτε όσες φωτιές θέλετε, απάντησε ο Διάκος.
Ήτανε μεσάνυχτα περασμένα. Γερμένοι γύρω από τις φωτιές οι φαντάροι κοιμόνταν. Μόνο ο ρόγχος της ρεματιάς και κάπου-κάπου μακρυά, το σκούξιμο κανενός αγριμιού ταράζανε τη σιωπή. Καθισμένος ανάμεσα στους κοιμισμένους στρατιώτες του, κοντά σε μιαν από τις φωτιές, με το βλέμμα χαμένο στη φλόγα που τρεμόπαιζε, ο Διάκος αγρυπνούσε.. Σε λίγες ώρες, σε λίγα λεπτά ίσως, μια άλλη φωτιά θ’ άναβε. Χρόνια τώρα, από μικρό παιδί, προς αυτή βάδιζε. Ποιος ξέρει, μπορεί να ήτανε και το τέρμα του ταξιδιού. Θα έπρεπε όμως να είναι ωραίο το τέρμα.
Η φλόγα μπροστά του πέταξε μια μεγάλη διπλή γλώσσα που άνοιξε σαν αυλαία. Η στυλωμένη ματιά του είδε, σαν μέσα σε κρυστάλλινη μαγική σφαίρα, το νησάκι δίπλα στη Ρόδο ν’ ασπροβολάει στον ήλιο της Μεσογείου, αγκαλιασμένο από τα γαλανά νερά. Εκεί στη Χάλκη, πριν από εικοσιεννιά χρόνια είχε αρχίσει το ταξίδι. Όλα εκεί κάτω ήτανε λευκά και γαλανά. Σαν τη Σημαία – την Ελληνική Σημαία. Όλα εκεί κάτω τα είχανε κάμει οι Θεοί ελληνικά. Κι όμως, τόσα χρόνια – τόσα χρόνια! – η καταχνιά της σκλαβιάς πάσχιζε να σβήσει μέσα στις ψυχές τ’ άχραντα χρώματα. Το λευκό και το γαλάζιο.
Η μνήμη λοξοδρόμησε λίγο κι αμέσως μια άλλη σημαία έκαμε να ξετυλιχθεί και να ανεμίσει ανάμεσα στις πύρινες γλώσσες που ξάφνου ξανασήκωνε η φωτιά. Ήτανε στη Ρόδο. Κι αυτός ήτανε μαθητής στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Ένα πρωινό, το σχολείο είχε γεμίσει από Καραμπινιέρους, που φωνάζανε και χειρονομούσαν. Ιταλική - λέγανε – είναι η Δωδεκάνησος. Ιταλική για πάντα και τούτο έπρεπε να το νιώσουνε καλά όλοι. Και τα σχολεία ήτανε Ιταλικά κι έπρεπε να σηκώσουνε την Ιταλική σημαία. Αμέσως δάσκαλοι και μαθητές υποχρεωθήκανε να μαζευτούνε για να χαιρετίσουνε την έπαρση του λαβάρου που συμβόλιζε τη σκλαβιά τους.
Στην πορτοκαλιά ανταύγεια της φωτιάς τ’ όμορφο πρόσωπο του Έλληνα αξιωματικού πήρε μια σκληράδα, φάνηκε ν΄ αγριεύει.
Τη στιγμή που η τρίχρωμη μπαντιέρα υψωνόταν στο κοντάρι, κάτι ασυγκράτητο είχε ξεσπάσει μέσα του. Την οργή του την είχε φωνάξει. Τον πιάσανε αμέσως οι Ιταλοί και τον σύρανε στην καραμπινιερία.
- Μικρό παιδί είναι, άμυαλο και δεν ξέρει τι κάνει..
Τα παρακάλια αυτά των φρονίμων και των τρομαγμένων τον είχαν επαναστατήσει περισσότερο από κάθε τι άλλο. Θα προτιμούσε να μείνει χρόνια στο μπουντρούμι παρά να ιδεί δικά του αγαπημένα πρόσωπα, Έλληνες, να εξευτελίζονται για να σωθούν. Θα ερχόταν όμως η μέρα της εκδικήσεως, που θα ήταν και η μέρα του λυτρωμού. Το ήξερε – και με πόση βεβαιότητα! – από τότε. Τώρα ένιωθε πως η μέρα δεν θα μπορούσε να είναι μακρυά. Κι ας φαινόταν ο ουρανός τόσο σκοτεινός τώρα. Κι ας βάραινε τις ψυχές η αγωνία. Αυτός ένιωθε πως η μεγάλη ώρα ζύγωνε.
Τότε τον πλησίασε ένα παλικάρι.
- Λέτε να μας έρθουν απόψε οι Ιταλοί, κύριε υπολοχαγέ;
- Ποιος ξέρει Λευτέρη, αποκρίθηκε ο Διάκος.
- Μακάρι. Όσο νωρίτερα αρχίσει το πανηγύρι, τόσο το καλύτερο. Τα νεύρα σπάει αυτή η αβεβαιότητα.
- Μη στεναχωριέσαι δε θα βαστάξει πολύ.
Ο Διάκος κοίταξε συλλογισμένος το νεανικό πρόσωπο του συντρόφου του, που σκυμμένος ανασκάλευε τη φωτιά. Φαινότανε γερό παλληκάρι ο Λευτέρης Ντάσκας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, διμοιρίτης στο 2ο λόχο του 1\4 . Θα πολεμούσε τάχα σαν αληθινό παλληκάρι; Τούτο η μάχη μόνο θα το έδειχνε. Στη μάχη φανερώνονται οι άνδρες.
Το βλέμμα του Διάκου ξαναχάθηκε μέσα στις φλόγες. Η μια απορία είχε φέρει την άλλη: Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Διάκος από τη Δωδεκάνησο – ο ίδιος τι θα έκανε τάχα όταν θ’ άναβε η μάχη; Πρώτη φορά θα γνώριζε αληθινό πόλεμο. Η μεγάλη και αποφασιστική δοκιμασία ανάμεσα σε ποιούς θα τον έταζε;
Δε θέλησε να βασανίσει πολλή ώρα τη σκέψη του! Ξένοιαστα έδιωξε την απορία. Ήταν η αποστολή του, δυνατότερη από κάθε τι άλλο, αίσθημα ή περίσταση, να πολεμήσει. Ήτανε το καθήκον του, που ελεύθερα αυτός, δίχως καμιά επιφύλαξη, το είχε δεχτεί όταν έδινε τον όρκο, ως εύελπις πρώτα το 1930, ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού αργότερα το 1934. Περήφανες μέρες εκείνες! Τ’ όνειρο των παιδικών χρόνων γινόταν πραγματικότητα. Θυμήθηκε πως είχε φύγει το 1929 από τη Ρόδο. Πως μέχρι την τελευταία στιγμή έτρεμε η καρδιά του μήπως οι Ιταλοί μαντέψουνε το μυστικό του και τον κρατήσουνε για πάντα αιχμάλωτο στα σκλαβωμένα νησιά. Θυμήθηκε έπειτα τη σκληρή μελέτη στην Αθήνα, για να μπει στη Σχολή. Τις εξετάσεις, την επιτυχία: Εύελπις, ανθυπολοχαγός, υπολοχαγός, επίκουρος παρατηρητής της αεροπορίας. Το χέρι του γλύστρησε κάτω από τη χλαίνη και χάιδεψε το σήμα με τ’ ανοιχτά φτερά. Ήτανε και τούτο μια επιτυχία, μια τιμητική διάκριση. Τον είχανε ξεδιαλέξει ανάμεσα στους πολλούς για να του το δώσουν.
Τα βλέφαρά του είχαν αρχίσει να βαραίνουν, Οι φλόγες μπροστά του παίρνανε παράξενα σχήματα. Η νύχτα έπρεπε να είναι πολύ προχωρημένη. Τα μάτια του Διάκου σφάληξαν.
Μια ντουφεκιά έπεσε, έπειτα μια άλλη, κι έπειτα ξέσπασε ένα βρόντημα, σαν έκρηξη χειροβομβίδας, που το ακολουθήσανε ριπές και πυκνότερο ντουφεκίδι.
Τα ξαπλωμένα κορμιά, γύρω από τις φωτιές ανακάθισαν.
Οι Ιταλοί!
Ο Διάκος ήτανε κιόλας ορθός κι έτρεχε προς τις προφυλακές, φωνάζοντας στους διμοιρίτες του να συγκεντρώσουν τους άντρες.
Στο εικονοστάσι επάνω, οι λάμψεις των πυροβολισμών ξεσχίζανε τη νύχτα. Ένας λοχίας κατατόπισε γρήγορα το Διάκο. Μέσα στο σκοτάδι και τη σιγή, βήματα και ομιλίες ακατάληπτες είχαν ακουστή πάνω στη στράτα. Στο πρόσταγμα του σκοπού καμιά απόκριση δεν είχε δοθεί. Σαν έπεσαν όμως οι πρώτες ντουφεκιές από τη δική μας πλευρά, οι νυχτερινοί επισκέπτες είχαν απαντήσει με χειροβομβίδες και αυτόματα.
Τώρα ωστόσο καμιά αντίδραση δεν εκδηλωνόταν στα πυρά του φυλακίου. Ο Διάκος πρόσταξε να σταματήσει το ντουφεκίδι. Ο Ντάσκας έφτανε κιόλας με τους άντρες του.
Αμίλητοι όλοι περίμεναν, κρατώντας την ανάσα τους, με τ’ όπλο έτοιμο στο χέρι. Κάπου, μακρυά, προς το Γάβρο, ακούστηκαν ντουφεκιές και ριπές. Κι εκεί όμως τα πυρά σταματήσανε γρήγορα. Πέρασε ώρα, ο ουρανός στην ανατολή άρχισε να γαλακτώνει, δίχως τίποτα να ξαναταράξει την ησυχία των βουνών. Κανένας όμως δεν είχε ξαναγυρίσει στις φωτιές, που έσβηναν αργά μέσα στη ρεματιά.
Η Τσούκα όρθωνε τώρα τη δασωμένη ράχη της μπρος στους φαντάρους του 2 ου Λόχου του 1/4 Τάγματος. Εδώ και κάμποσα λεπτά τα πολυβόλα είχανε σωπάσει εκεί πάνω. Κάτι θα είχανε παρατηρήσει οι Αλπίνι και, ταμπουρωμένοι στις ψηλές πλαγιές, κρυμμένοι μέσα στα δέντρα και πίσω από τους βράχους, περίμεναν..
Γρήγορα σκαρφάλωναν οι φαντάροι, ακροβολισμένοι, με το Διάκο μπροστά. Αμίλητοι όλοι, μ’ εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά, που νιώθει και ο πιο γενναίος, σαν περιμένει ν’ ακούσει την πρώτη σφαίρα να σφυρίζει.
Και ξαφνικά, πάνω από τους φαντάρους που προχωρούσαν, ξέσπασε, δαιμονικό, το κροτάλισμα των ιταλικών οπλοπολυβόλων και πολυβόλων. Μελίσσι φτάσανε από παντού οι ριπές, σπαράζοντας τον αέρα. Οι σφαίρες θερίζανε τα φύλλα των δέντρων και τσακίζανε μ’ ένα ξερό κρότο τα κλαριά.
Δυο-τρεις φαντάροι σωριαστήκανε με βογγητά. Οι άλλοι κοντοσταθήκανε διστακτικοί, Μερικοί κάμανε να καλυφτούν.
Η φωνή του Διάκου ακούστηκε επιτακτική, άγρια:
- Μη σταματάτε παιδιά!
Ο ίδιος τάχυνε το βήμα. Δίπλα του, τρέχοντας, σκαρφάλωνε ο Λευτέρης Ντάσκας.
Οι φαντάροι ακολούθησαν.
Τα πυρά του εχθρού γίνονταν ολοένα πυκνότερα. Οι Αλπίνι προσπαθούσανε τώρα να δημιουργήσουνε αποτελεσματικότερο φραγμό ρίχνοντας χειροβομβίδες.
- Παιδιά εφ’ όπλου λόγχη! Πρόσταξε ο Διάκος.
Άστραψε το Ελληνικό ατσάλι. Έλαμψε και η μορφή του Διάκου.
Ναι, αυτή τη στιγμή – αυτή τη στιγμή! – ονειρευόταν πάντα: Αυτός μπροστά και από κοντά οι στρατιώτες του, τα παλληκάρια του, με τη λόγχη στ’ όπλο για την Ελλάδα!
Πρώτος ρίχτηκε μέσα στις εκρήξεις των ιταλικών χειροβομβίδων. Οι φαντάροι χυμήξανε μαζί του, πατήσανε τις ιταλικές θέσεις. Ανεβοκατεβήκανε τα όπλα με τις λόγχες. Ύστερα από λίγα λεπτά ο Διάκος έπιανε την κορφή.
Δεν πρόλαβε όμως να ξανασάνει ο Λόχος, να εγκατασταθεί πάνω στη ράχη. Με μανία οι Αλπίνι ανταποδώσανε το χτύπημα. Οι Έλληνες δεν μπορέσανε να κρατηθούνε στις θέσεις που μόλις είχανε καταλάβει.
Στα ριζά του βουνού, ο Διάκος μάζεψε τους φαντάρους του. Τα μάτια του, φλογισμένα φαίνονταν μεγαλύτερα.
- Πρέπει να το ξαναπάρουμε το ύψωμα, είπε. Δεν είναι μόνο ζήτημα φιλότιμου να μην αφήσουμε τους Ιταλούς να μας εξευτελίσουν.
Αλλά στη μάχη αυτή κρίνεται ίσως η τύχη της Πατρίδας. Ο Δαβάκης δεν μπορεί να προχωρήσει αν εμείς δεν καθαρίσουμε το βουνό. Πάμε, παιδιά! Πρέπει να δείξουμε πως είμαστε αληθινοί Έλληνες!
- Πάμε, κύριε υπολοχαγέ!
Πάλι με τη λόγχη οι φαντάροι ακολούθησαν.
Η Τσούκα κυριεύτηκε για δεύτερη φορά.
Ο Διάκος βιαζότανε τώρα να στεριώσει καλά πάνω στην κορφή. Αλλά και πάλι δεν πρόλαβε. Το ιταλικό πυροβολικό από τη Φούρκα και οι όλμοι του εχθρού κάμανε για κάμποση ώρα τη ράχη της Τσούκας κόλαση, όπου κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Κι αμέσως έπειτα οι Αλπίνι εξαπολύσανε νέα λυσσασμένη αντεπίθεση και ξηλώσανε και αυτή τη φορά τους φαντάρους του 1/4 από την κορφή.
Κάτω από τα πυρά των ιταλικών αυτομάτων όπλων, που χτυπούσανε καταιγιστικά τις προσβάσεις της Τσούκας, ο Διάκος ανασυγκρότησε τις διμοιρίες του και τις παρέσυρε σε τρίτη έφοδο προς την κορφή. Εκεί πάνω κατάραχα, οι φαντάροι ήρθανε στα χέρια με τους Ιταλούς. Γαντζωμένοι στα βράχια, οι Αλπίνι πολεμήσανε με άγριο πείσμα. Τη στιγμή που λυγίζανε, τους ήρθαν ενισχύσεις. Ο Διάκος και ο Ντάσκας κάνανε σα θηρία στην προσπάθειά τους να κρατηθούνε με το λόχο πάνω στην Τσούκα. Οι Ιταλοί όμως τους σπρώξανε προς τη βορειοανατολική πλαγιά του βουνού, όπου τελικά τους έριξαν.
Λαχανιασμένος, με ξαναμμένο πρόσωπο, με το χιτώνιο ξεσχισμένο, ο Αλέκος Διάκος ξαναμάζεψε για τρίτη φορά τους στρατιώτες του.
Ο ίδιος κρατούσε τώρα το μάνλιχερ ενός σκοτωμένου φαντάρου.
Όσοι από σας είστε άντρες , θάρθετε μαζί μου!
Τα ιδρωμένα πρόσωπα των φαντάρων φανερώνανε κούραση και αποκαρδίωση. Δεν είναι μικρή δουλειά να κυριέψεις τρεις φορές την ίδια θέση, τρεις φορές να τη χάσης, κάθε φορά να έχεις αφήσει εκεί κορμιά συντρόφων σου και να σου λένε αμέσως να ξαναρχίσεις .
- Να ξανασάνουμε, κύριε Υπολοχαγέ, μουρμούρισε κάποιος.
Ούτε στιγμή! Αν ξανασάνουμε εμείς, θα ξανασάνουν και οι Ιταλοί. Και τότε δεν θα την πάρουμε ποτέ την Τσούκα. Μια τελευταία προσπάθεια χρειάζεται παιδιά! Μην την αρνηθήτε..
Αναπτυχθήκανε ξανά οι φαντάροι και αργά, κινήσανε κατά πάνω, προς τα Ιταλικά οπλοπολυβόλα, που δε λέγανε να σταματήσουνε ούτε στιγμή.
Η ώρα ήτανε δώδεκα. Ένας ολόχρυσος ήλιος μεσουρανούσε..
Η φωνή του Διάκου αντήχησε πάλι:
Εμπρός με τη λόγχη!
Μόνο ο Ντάσκας και λιγοστοί φαντάροι τον ακολούθησαν τούτη τη φορά. Ο λόχος είχε χάσει την ορμή του.
Αυτό λοιπόν θα ήτανε το τέλος, το άδοξο τέλος; Θα μένανε εκεί κουρνιασμένοι, με τους Ιταλούς νικητές από πάνω τους; Όχι! Δεν μπορούσε να γίνει αυτό.
Εμπρός παιδιά! Εμπρός! Για μιαν Ελλάδα ! Για μια μεγάλη Ελλάδα ! Για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !
Η κραυγή δεν έμοιαζε να βγαίνει από ανθρώπινα στήθια. Ήτανε κάτι αλλόκοτο.
Για μια μεγάλη Ελλάδα, για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !
Οι φαντάροι ορθώθηκαν όλοι.
Μαζί σου λεβέντη!
Η πρώτη γραμμή των Αλπίνι σαρώθηκε.
Ο Διάκος βρέθηκε κατάφατσα με ένα ιταλικό πολυβολείο.
Προσέξτε κύριε υπολοχαγέ! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ένα κροτάλισμα ακούσθηκε. Δίπλα στο Διάκο ένας φαντάρος έπεσε.
Θέριεψε ο Διάκος. Πίσω από τις πέτρες που είχανε στήσει με τη συνηθισμένη μαστοριά τους οι Αλπίνι, φαίνονταν οι χειριστές του Φίατ. Ορθός ο Διάκος σημάδεψε με το τουφέκι κι έριξε. Έπειτα όρμησε.
Το ξερό κροτάλισμα αντήχησε πάλι..
Ο Διάκος σταμάτησε. Τ’ όπλο του έφυγε από τα χέρια..
Για την Ελλάδα. για τη Δωδεκάνησο – την πάλλευκη Δωδεκάνησο μέσα στη γαλάζια θάλασσα.
Το πολυβόλο εξακολουθούσε να βάλλει. Ο Διάκος τέντωσε το ανάστημά του. Κάτι πήγε να φωνάξει – μια τελευταία ίσως προσταγή στους φαντάρους του. Από τα χείλη του όμως δε βγήκε φθόγγος. Απότομα, σα να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο ήρωας σωριάστηκε άψυχο κορμί – πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεφτε στη μάχη της Πίνδου, στη μάχη της Ελλάδος.
Μας φάγανε τον υπολοχαγό! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ήταν οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε. Καθώς ριχνόταν κατά το μέρος όπου είχε πέσει ο Διάκος, μια ριπή τον σώριασε και αυτόν νεκρό..
Η Τσούκα έμεινε τη μέρα εκείνη στα χέρια των Ιταλών. Η νίκη όμως ανήκε στο Διάκο.
Απερίσπαστα και ανενόχλητα πια από εχθρικά πυρά στο πλευρό τους – πάνω στη Τσούκα οι Αλπίνι είχανε τώρα όλη την προσοχή τους καρφωμένη στην κατεύθυνση της Ζούζουλης – τα τμήματα του δεξιού του Νότιου συγκροτήματος μες το Δαβάκη επικεφαλής, είχαν εξορμήσει από τη Μαρδίτσα και κυρίευαν την ίδια μέρα τον Προφήτη Ηλία Φούρκας και την επόμενη τη Φούρκα, αφανίζοντας τις δυνάμεις που είχε αφήσει εκεί ο Τζιρόττι. Ταυτόχρονα, στο βόρειο τομέα, ο Μεσίρης και ο Γεωργιάδης παίρνανε, ύστερα από σκληρή μάχη, τη Λυκορράχη.
Πάνω όμως στην αιματοποτισμένη ράχη της Τσούκας, ο εχθρός είχε ιδεί, για πρώτη φορά από τη μέρα της εισβολής, να ξεσπάει έτσι εναντίον του η πολεμική μανία της οργισμένης Ελλάδος. Και θορυβημένος από την ξαφνική αγριότητα του χτυπήματος, από ην ορμή και το πείσμα του Διάκου και των φαντάρων του, βέβαιος πως πίσω από τη δράκα αυτή των παλληκαριών έπρεπε να υπάρχουν στη Ζούζουλη μεγάλες ελληνικές δυνάμεις έτοιμες να συνεχίσουνε την επίθεση, ο Τζιρόττι χαλάρωνε για τρεις ολόκληρες ώρες την πίεσή του στο Ρωμιό, έστρεφε τα πυρά των πυροβόλων και των όλμων του προς τη Τσούκα, έστελνε ενισχύσεις εκεί έχανε πολύτιμο χρόνο. Και, όταν τέλος οι Αλπίνι του 8 ου Συντάγματος σπάσανε την αντίσταση του Πανταζή και περάσανε το Ρωμιό και ξεχυθήκανε προς τη Σαμαρίνα και το Δίστρατο, ήτανε πια πολύ αργά γι αυτούς: οι πλαγιοφυλακές τους που σπεύσανε για να καταλάβουν τη διάβαση της Σκούρτζας, πάνω από το Δουτσικό, τη βρήκανε πιασμένη από το Δημάρατο και την πρωτοπορία της Ταξιαρχίας του, που πριν λίγα μόλις λεπτά είχανε φτάσει . Κι από τη Σκούρτζα περάσανε τις επόμενες ημέρες οι δυνάμεις που το Β΄ Σώμα μάζευε αδιάκοπα στα Γρεβενά – οι δυνάμεις που εγκλωβίσανε τον όγκο της «Τζούλια» στο Δίστρατο, ενώ ο Στανωτάς ανέβαινε με τη Μεραρχία του από το Μέτσοβο και, επάνω, από το Γράμμο ως το Σμόλικα, ο Βραχνός έκλεινε την υποχώρηση στον εχθρό και αντιμετώπιζε και τσάκιζε κάθε προσπάθεια του Πράσκα να σώση τους Αλπίνι του.
Έτσι το Β΄ Σώμα, έβλεπε τα τολμηρά όνειρά του να γίνονται πραγματικότητα. Και πριν καν περάσουνε δέκα μέρες από την ώρα της θυσίας του Διάκου, ο παιάνας της μεγάλης νίκης του Έθνους ακουγόταν ως τα πέρατα του κόσμου.
Σα μυθικός ήρωας, νέος, γεμάτος υγεία και ομορφιά σκοτώθηκε ο Διάκος. Σκοτώθηκε πάνω στα ψηλά βουνά της Πίνδου, στις επάλξεις της Πατρίδας του, μεθυσμένος από την πίστη του και τον ενθουσιασμό του.
Έπεσε στην κρισιμότερη ώρα της Ελλάδος, για την Ελλάδα – για τη Μεγάλη Ελλάδα που οραματίζονται όσοι έχουν αντρίκια ψυχή
Τρεις μέρες αργότερα, όταν άρχιζε πια το σάρωμα του εχθρού, κάποιο Ελληνικό τμήμα, περαστικό από τη Τσούκα, βρήκε το κορμί του Αλέξανδρου Διάκου πάνω σ’ ένα στρώμα από κλαδιά και φύλλα.
Τα κουμπιά της στολής του έλειπαν. Να ήταν, τάχα, ένα βάρβαρο και ιερόσυλο πάθος που είχε σπρώξει τους Αλπίνι ν΄ απλώσουνε βέβηλο χέρι πάνω στο σκοτωμένο παλληκάρι, ή μήπως η επιθυμία να πάρουν ευλαβικά κάποιο ενθύμιο από το άγιο λείψανο ενός αληθινού ήρωα;
Στο μικρό κοιμητήριο της Ζούζουλης, αναπαύεται ο Αλέξανδρος Διάκος από τη Δωδεκάνησο.
Ήταν ωραία η νίκη στην Πίνδο. Και η Δωδεκάνησος σήμερα είναι Ελληνική.

Τηγανητές πατάτες

Τηγανητές πατάτες με σπιτική κέτσαπ και ντιπ αρακά

Συνταγή Νένα Ισμυρνόγλου
Φωτογραφίες Γιώργος Δρακόπουλος
Τηγανίζουμε πατάτες κυδωνάτες και διαλέγουμε ανάμεσα σε δύο ιδιαίτερα ντιπ για να τις συνοδεύσουμε.
Υλικά
Για τις πατάτες
1.200 γρ. πατάτες, ολόκληρες, ακαθάριστες αλλά καλά πλυμένες
ελαιόλαδο, για το τηγάνισμα
Για το ντιπ αρακά (περίπου 1 φλιτζ. τσαγιού)
4 φλιτζ. τσαγιού νερό
1 μικρό, ξερό κρεμμύδι, ξεφλουδισμένο και κομμένο στη μέση
1 δαφνόφυλλο
1½ γεμάτο φλιτζ. τσαγιού αρακάς κατεψυγμένος
1 κουτ. σούπας ελαιόλαδο
1 κουτ. γλυκού χυμός λεμονιού
2 κουτ. σούπας άνηθος (χωρίς τα χοντρά κοτσάνια), ψιλοκομμένος
αλάτι, πιπέρι
Για την εύκολη κέτσαπ (περίπου 1 φλιτζ. τσαγιού)
2 κουτ. σούπας ζάχαρη
4 κουτ. σούπας ξίδι
1 μέτριο ξερό κρεμμύδι, ψιλοκομμένο
1 κονσέρβα ολόκληρα ντοματάκια, με το χυμό τους, πολτοποιημένα
1 πολύ μικρό ξυλάκι κανέλας
1/2 καρφάκι γαρίφαλο
1 κόκκος μπαχάρι
1 δαφνόφυλλο
αλάτι, πιπέρι
Μερίδες 4
Προετοιμασία 30΄
Μαγείρεμα 40΄
Διαδικασία Ντιπ αρακά:
Σε μια κατσαρόλα ρίχνουμε το νερό, το κρεμμύδι και το δαφνόφυλλο και ζεσταίνουμε σε δυνατή φωτιά. Από τη στιγμή που το νερό αρχίσει να κοχλάζει, μετράμε και βράζουμε για 7 λεπτά. Τότε ρίχνουμε τον αρακά και 1/2 κουτ. γλυκού αλάτι. Συνεχίζουμε το βράσιμο για άλλα 5 λεπτά, ανακατεύοντας. Στραγγίζουμε τον αρακά (πετάμε το κρεμμύδι και τη δάφνη) και αφήνουμε το ζωμό κατά μέρος, σουρωμένο. Ρίχνουμε τον αρακά στο μπλέντερ και αρχίζουμε να τον πολτοποιούμε, προσθέτοντας σταδιακά όσο από το νερό στο οποίο έβρασε ο αρακάς χρειάζεται, ώσπου να φτιάξουμε ένα ντιπ με υφή γιαουρτιού. Μεταφέρουμε το ντιπ σε μπολ και σταδιακά προσθέτουμε το ελαιόλαδο, το χυμό λεμονιού, τον άνηθο και πιπέρι. Ανακατεύουμε, δοκιμάζουμε για αλάτι και διορθώνουμε αν χρειάζεται.
Κέτσαπ:
Σε ένα αντικολλητικό τηγάνι (ή σε μια μέτρια κατσαρόλα) ρίχνουμε τη ζάχαρη και τη ζεσταίνουμε σε μέτρια φωτιά, μέχρι να αρχίσει να σκουραίνει και να καραμελώνει (χωρίς να ανακατέψουμε). Ρίχνουμε το ξίδι (προσεκτικά) και το κρεμμύδι και ανακατεύουμε διαρκώς με ξύλινη κουτάλα για 1 λεπτό, μέχρι τα υλικά να αναμειχθούν καλά. Προσθέτουμε τα πολτοποιημένα ντοματάκια και 1½ φλιτζ. τσαγιού νερό και μαγειρεύουμε σε χαμηλή φωτιά για 15 λεπτά. Προσθέτουμε την κανέλα, το γαρίφαλο, το μπαχάρι και το δαφνόφυλλο, νοστιμίζουμε με 1/4 κουτ. γλυκού αλάτι και συνεχίζουμε το μαγείρεμα για 10-12 λεπτά, μέχρι να μελώσει. Αφαιρούμε το ξυλάκι κανέλας, το μπαχάρι, το γαρίφαλο και τη δάφνη και περνάμε τη σάλτσα από το μπλέντερ.
Πατάτες:
Βάζουμε τις πατάτες σε κατσαρόλα με αλατισμένο νερό και τις βράζουμε για περίπου 15 λεπτά, μέχρι να μαλακώσουν ελαφρά. Τις βγάζουμε και τις αφήνουμε κατά μέρος να κρυώσουν. Τις ξεφλουδίζουμε και τις κόβουμε κυδωνάτες. Ζεσταίνουμε άφθονο ελαιόλαδο σε ρηχή κατσαρόλα, σε μέτρια φωτιά. Μόλις κάψει καλά, ρίχνουμε τις πατάτες (σε δύο δόσεις) και τις τηγανίζουμε μέχρι να ροδίσουν.
Σερβίρισμα:
Συνοδεύουμε τις πατάτες με όποιο από τα δύο ντιπ μας αρέσει σε μπολάκι.

Γιατροί του Κόσμου

'Η φτώχεια έχει πολλά πρόσωπα…'
Σε μια κατάσταση πρωτοφανούς για τις τελευταίες δεκαετίες ανθρωπιστικής κρίσης βρίσκεται η Ελλάδα εδώ και ενάμισι χρόνο. Όλοι οι δείκτες συνηγορούν πως απαιτείται άμεση ανάληψη κοινωνικής δράσης για να στηριχθούν οι πιο ευπαθείς και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Η ανεργία τον Ιούλη έφθασε τον Ιούλη το 16,5% πλήττοντας περισσότερο από 820.000 συνανθρώπους μας. Αν δε, λάβουμε υπ’ όψη μας πως μόνο τον Ιούλιο του 2010, δηλαδή ένα χρόνο πριν, έπληττε 607.000 ανθρώπους, ενώ για το 2012 προβλέπεται η συνέχιση της ύφεσης, είναι εμφανές ότι σύντομα πολλοί περισσότεροι, πολλοί μιλούν ακόμη και για 1 εκ. καθόλα πρόθυμοι να εργαστούν άνθρωποι, θα οδηγηθούν στην εξαθλίωση.
Η ραγδαία αύξηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας (που αντιστοιχούν σε μισθούς 440 ευρώ) αποκαλύπτει ότι ακόμη και χιλιάδες εργαζόμενοι στο εμπόριο και τη βιομηχανία που έχουν κανονική εργασία αδυνατούν να τα αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους λόγω της μείωσης των μισθών τους. Με τι ένσημα θα ασφαλιστούν τον καινούργιο χρόνο και οι δύο αυτές κοινωνικές κατηγορίες;
Οι συνεχείς μειώσεις σε μισθούς, ημερομίσθια και συντάξεις, ως αποτέλεσμα και της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ταυτόχρονα με τις αλλεπάλληλες αυξήσεις κάθε λογής φόρων (έμμεσων, άμεσων και έκτακτων) οδηγούν στα όρια της επιβίωσης και πολλές κοινωνικές ομάδες που συνεχίζουν να εργάζονται και να αμείβονται.
Η αναίρεση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα πολλών κοινωνικών υπηρεσιών (π.χ. με την επιβολή εισιτηρίου στα νοσοκομεία ή το κλείσιμο δημοτικών σταθμών) στερεί από μεγάλη μερίδα συνανθρώπων μας τη δυνατότητα να προσφύγουν στις δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα.
Η κάθετη μείωση σε βαθμό κατάργησης των κονδυλίων από το δημόσιο, λόγω περικοπών, και από τον ιδιωτικό τομέα λόγω της κρίσης έχει μειώσει απελπιστικά τους πόρους τους οποίους ανέκαθεν είχαν στη διάθεσή τους οι ΓτΚ, με αποτέλεσμα τώρα που υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη να προσφέρουμε τις γνώσεις μας και το χρόνο μας στο ανθρωπιστικό έργο, τώρα να μη διαθέτουμε τα μέσα!
Οι ζοφερές δε προοπτικές που διανοίγονται για το άμεσο μέλλον στην οικονομία προδιαγράφουν ότι το κοινωνικό ζήτημα θα οξυνθεί και δεν θα επουλωθεί τους αμέσως επόμενους μήνες.
Για όλους αυτούς τους λόγους οι Γιατροί του Κόσμου απευθύνονται στην ίδια την κοινωνία!
Οι Γιατροί του Κόσμου επέλεξαν μπροστά σε αυτές τις πρωτοφανείς δυσκολίες για το κίνημα αλληλεγγύης στο οποίο εντάσσονται να μην το βάλουν κάτω, να μην υποχωρήσουν. Επιλέξαμε να συνεχίσουμε και να εντείνουμε την δράση μας, για να μην επιτρέψουμε στον κοινωνικό κανιβαλισμό να γυρίσει την Ελλάδα στην δεκαετία του ‘50. Ήδη το έργο μας σε Αθήνα, Πέραμα, Θεσσαλονίκη και Χανιά με τα πολυϊατρεία που παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες σε χιλιάδες ανασφάλιστους συμπολίτες μας βεβαιώνουν την πρόθεση και την επάρκειά μας να προωθήσουμε το έργο της αλληλεγγύης.
Οι Γιατροί του Κόσμου απευθύνονται στον κάθε άνθρωπο που θέλει να δείξει με έμπρακτο τρόπο την αλληλεγγύη του σε δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας που πεινούν και κρυώνουν και ζητούν τρόφιμα!
Είναι στο χέρι μας να μην επιτρέψουμε ο χειμώνας του 2012 να αποδειχθεί ένας φονικός χειμώνας!
Πιο συγκεκριμένα, χρειαζόμαστε ΑΜΕΣΑ:
• Γάλα (Κουτιά)
• Παιδικά Γάλατα
• Παιδικές Τροφές
• Ρύζι
• Όσπρια
• Μακαρόνια
• Λάδι
Τόποι συγκέντρωσης τροφίμων:
Σαπφούς 12, πλατεία Κουμουνδούρου, Αθήνα
Αριστείδου 5 & Ξενοφώντος, Πέραμα
Ίωνος Δραγούμη 65, Θεσσαλονίκη
Μπόνιαλη 11, Χανιά
Κράνου 13, Καβάλα
Επίσης ζητούν από τους συμπολίτες τους οικονομική ενίσχυση για την αγορά αντιβιοτικών, αντιπυρετικών φαρμάκων καθώς και αναλώσιμων υλικών (γάζες, επίδεσμοι, σύριγγες, βελόνες).
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: Αρ. Λογ/σμού: 141/29611217 - (IBAN: GR2701101410000014129611217)
ALPHA BANK: Αρ. Λογ/σμού: 199-00-2002-002401 - (IBAN: GR0601401990199002002002401)
MARFIN EGNATIA BANK: Αρ. Λογ/σμού: 0061274407 - (IBAN: GR1602802010000000061274407)
ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ: Αρ. Λογ/σμού: 00089331894-9 - (IBAN: GR2609611400000000893318949)
Μετά την κατάθεση σας, παρακαλούμε καλέστε μας στο 2103213150 ώστε να σας αποσταλεί η απόδειξη δωρεάς ΜΕΣΩ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣ (Visa, Mastercard, American Express, Diners).
Κάνοντας ένα απλό τηλεφώνημα στο 2103213150
Οι Γιατροί του Κόσμου, σύμφωνα με τις αρχές τους και την πάγια τακτική της Οργάνωσης, θα παραδώσουν οι ίδιοι όλο το υλικό στον πληθυσμούς που το έχουν ανάγκη.
Για περισσότερες πληροφορίες:
Κανάκης Νικήτας
Πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου
Τηλ: 2103213150 - 6948504756

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Απόδοση τιμών στη Γαλανόλευκη...

 "Της τα έδωσα της Πατρίδος και τα δύο"
Γράφει ο Δημήτρης Ντούλιας*
Ήμουν στο Ναυτικό το 1952 και βρισκόμουνα στη Πλατεία Κλαυθμώνος, όχι όπως είναι σήμερα. Οι νεότεροι δεν γνωρίζουν πάρα πολλά από τα παλιά και απορούν οπό ταν ακούν ορισμένα γεγονότα του τότε.
Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με τη δύση του, γίνεται υποστολή της σημαίας. Τότε το Υπουργείο Ναυτικού ήταν εκεί και η σημαία κυμάτιζε ακόμα στο κτήριο. Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού. Τότε πάντα κάθε πρωί, θα θυμούνται οι παλιοί, γινόταν έπαρση σημαίας και σταματούσαν τα…πάντα, όπως και στη δύση του ηλίου γινόταν υποστολή. Ήταν στιγμές ωραίες , απίθανες που ζούσαν τότε οι άνθρωποι.
Το άγημα αποδόσεως τιμών στο χώρο του, και ακούμε το σαλπιγκτή να δίνει το σύνθημα για την υποστολή της σημαίας. Το άγημα παρουσιάζει όπλα. Ο αξιωματικός χαιρετά και παίζεται ο Θούριος. Ολοι οι παριστάμενοι εκεί και οι περαστικοί, οπως και εγώ σταθήκαμε σε στάση προσοχής.
Αποδίδεις με αυτό τον τρόπο την τιμή στο ιερό μας σύμβολο, στη γαλανολευκή σημαία. Εκείνη τη στιγμή που ο αρμοδίος αξιωματικός χαιρετά, η ματιά του πέφτει λοξά και βλέπει κάτι παράξενο, και η ψυχή του ταράζεται, για αυτό που θα σας πώ παρακάτω.
Τελειώνοντας η διαδικασία της υποστολής της σημαίας, οι διαβάτες συνεχίζουν το δρομο τους, ενώ εγώ παρέμεινα από συνήθεια λίγο ακόμα.
Τότε βλέπω το νεαρό αξιωματικό να κατευθύνεται θυμωμένος πρός ένα γεροδεμένο πλανόδιο καστανά. Βλέπετε τότε η πλατεία ήταν κενή και στις γωνίες ήταν πάντα στιλβωτές (λούστροι) και καστανάδες που μας λείπουν τώρα.
Και του είπε :
«γιατί δεν σηκώθηκες όρθιος για να τιμήσεις τη σημαία μας. Δεν έχεις φιλότιμο κλπ «.
Ο άνθρωπος έμεινε βουβός, εγώ παρακολούθησα έντρομος και φοβερά συγκλονισμένος το τι έγινε. Κατόπιν βλέπω τον καστανά που έγινε κατακόκκινος και άρχισε να τρέμει. Ήθελε να φωνάξει, αλλά βλέπω με έκπληξη ότι συγκρατείται. Σκύβοντας το κεφάλι του άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
Λίγη ώρα μετά συνέρχεται, σκουπίζει τα δάκρυα του και με πολλή δύναμη των χεριών του (αυτά ήταν γερά) στυλώνει το σώμα του δυνατά, σπρώχνει τον πάγκο του με τα κάστανα μπροστά και φωνάζει με όλη τη ψυχη του, στο νεαρό αξιωματικό δυνατά :
«Πως να σηκωθώ κύριε; Της τα έδωσα της Πατρίδας και τα δύο»
και σηκώνει τα μπατζάκια του παντελονιού οπού φάνηκαν δύο πόδια κομμένα πάνω απο το γόνατα.
Και ξαναρχίζει να κλαίει. Ο κόσμος όπως και εγώ γύρω του κλαίει και χειροκροτεί, όμως περισσότερο απο όλους κλαίει ο νεαρός αξιωματικός.
Έχουν περάσει από τότε περίπου 60 χρόνια.
 Ποιος ξέρει τι γίνεται.
 Εκείνη τη στιγμή έγινε κάτι το αλησμόνητο, φοβερή σκηνή για Όσκαρ.
 Ο αξιωματικός σκύβει και αγκαλιάζει και φιλά τον καστανά, και στη συνέχεια στέκεται ευθυτενής μπροστά στον ήρωα και φέρνει το δεξί του χέρι στην άκρη του γείσου του πηλίκίου του και τον χαιρετά στρατιωτικά.
Του απονέμει «τας κεκανονισμένας τιμάς» που δεν μπόρεσε εκείνος τυπικά να αποδώσει στη σημαία μας, γιατι της χάρισε και τα δύο πόδια στα βορειοηπειρώτικα βουνά μας για να μπορεί να κυμματίζει σήμερα ψηλά η κυανόλευκη σημαία σε λεύτερη πατρίδα.
Και οι άλλοι, οι πολλοί να μπορούν να πηγαίνουν με γρήγορο βήμα στις ειρηνικές απασχολήσεις τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι περνούν μπροστά απο έναν ήρωα του αλβανικού μετώπου, τον Έλληνα ήρωα πολεμιστή, όποιο επάγγελμα και να χει.
Άλλοι δεν μιλούν, άλλοι όμως ειρονεύονται.
Γι αυτό οι νέες γενιές πρέπει να μάθουν, να διδαχθούν απο την οικογένεια και το Σχολείο για το Επος του 1940.
Για το καλό της Πατρίδας μας
*Ο Δημήτρης Ντούλιας είναι Πλωτάρχης του Πολεμικού Ναυτικού εν αποστρατεία
Σαν ελάχιστη προσφορά στη μνήμη των αγωνιστών του 1940, σας αποστέλλω αυτή την ιστορία που δημοσιεύεται στο τεύχος του Οκτωβρίου της Ναυτικής Ελλάδος.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.tromaktiko.net/2011/10/27

Η δυσλεξία

Πως θα καταλάβεις αν το παιδί σου έχει δυσλεξία
Η δυσλεξία μπορεί να μην είναι μεγάλο πρόβλημα, αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί. Πως θα καταλάβεις έγκαιρα όμως ότι το παιδί σου έχει πρόβλημα;
Ο παιδίατρος Σπύρος Μαζάνης σου δίνει τα συμπτώματα στον προφορικό και γραπτό λόγο του παιδιού και σου εξηγεί πως να το αντιμετωπίσεις!
Όλο και περισσότερα παιδιά παρουσιάζουν δυσλεξία. Πρόκειται για πάθηση του κεντρικού νευρικού συστήματος όπου ο εγκέφαλος παρουσιάζει δυσλειτουργία στους τομείς της ανάγνωσης, της γραφής και της ορθογραφίας.
Δυστυχώς ενώ το παιδί έχει τελείως φυσιολογική νοημοσύνη κατά την προσχολική ηλικία, εμφανίζει τα πρώτα συμπτώματα.
Οι γονείς μπορούν να καταλάβουν αν το παιδί τους έχει δυσλεξία από τον προφορικό και τον γραπτό λόγο.
Αν στον προφορικό λόγο...
1. Παραλείπει συλλαβές ή καταλήξεις.
2. Μιλάει κομπιαστά, αργά και ψάχνει να βρει τις κατάλληλες λέξεις.
3. Μπερδεύει την σειρά των γραμμάτων μέσα στη λέξη.
4. Δυσκολεύεται να διηγηθεί μια ιστορία με την σωστή σειρά τω γεγονότων.
5. Κατά την ανάγνωση δεν τηρεί τα σημεία στίξης.
Στο γραπτό λόγο...
1. Γράφει ακατάστατα και δυσανάγνωστα.
2. Παραλείπει, αντιμεταθέτει, προσθέτει γράμματα ή συλλαβές μέσα στη λέξη.
3. Κάνει λάθη στην αντιγραφή από τον πίνακα.

Εκτός από τον προφορικό και τον γραπτό λόγο, το παιδί μπορεί να ξεχνάει ονόματα, μέρες ή ακόμα να μπερδεύει το χθες με το αύριο. Τότε έχει πρόβλημα με τον χωροχρονικό προσανατολισμό, αλλά και με την μνήμη του. Ας δούμε τα σημάδια...
Χωροχρονικός προσανατολισμός:
- Μπερδεύει χωροχρονικές έννοιες όπως δεξί – αριστερό, χθες – αύριο.
- Δυσκολεύεται να μάθει τις μέρες της εβδομάδας, τους μήνες, τις ώρες.
Μνήμη:
- Δυσκολεύεται να θυμηθεί ημερομηνίες, ονόματα κλπ
- Ξεχνάει συχνά τις σχολικές του εργασίες.
Πως θα αντιμετωπιστεί;
Για την σωστή αντιμετώπιση απαιτείται έγκαιρη διάγνωση από τον παιδίατρο βάσει των παρατηρήσεων των γονιών του παιδιού και η θεραπεία απαιτεί την συνεργασία πολλών ειδικοτήτων όπως ψυχολόγου, παιδαγωγού, εργοθεραπευτή, λογοθεραπευτή κλπ.
ΠΗΓΗ:http://hamomilaki.blogspot.com/

Το ΟΧΙ του 1940

TO OXI TOΥ 1940

Η κύρηξη του πολέμου το 1940 και η επιστράτευση

ΟΧΙ - 1940 ΜΑΧΗ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ

ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ
O Άγγελος Παπαναστασίου γενήθηκε στις 14 Iανουαρίου του 1896 και πέθανε την 1 Iουνίου του 1953. Aνώτερος Aξιωματικός του Eλληνικού Πολεμικού Nαυτικού προσέφερε πάντοτε και με κάθε τρόπο τις υπηρεσίες του στην Eλλάδα από δημόσιες θέσεις και ως ιδιώτης, χωρίς ποτέ να λογαριάσει προσωπικά συμφέροντα και κινδύνους. Δραστήριος επιχειρηματίας ίδρυσε την ελληνική βιομηχανία ΠAK A.E. μοναδική κατασκευάστρια μπαταριών αυτοκινήτων στα Bαλκάνια. Πριν κατασχεθεί το εργοστάσιο από τους Γερμανούς κατακτητές, ο Άγγελος Παπαναστασίου και οι εργάτες έκαναν δολιοφθορά σε μεγάλο αριθμό μπαταριών με αποτέλεσμα γερμανικά άρματα μάχης να ακινητοποιηθούν στη Δυτ. έρημο και τα ρωσικά σύνορα. Aκόμα, με το μικρό του καΐκι Aγ. Aνάργυροι, αφού φυγάδευσε Έλληνες πολίτες και αξιωματικούς που κινδύνευαν, το προσέφερε για να βοηθήσει τις ελληνικές ναυτικές επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Eλλάδας. H κινηματογράφηση και η εμφάνιση της ταινίας Aπό την Tραγωδία της Eλλάδας 1941-1944 κινηματογράφησε και έγινε από τον ίδιο τον Άγγελος Παπαναστασίου, με κίνδυνο της ζωής του. H ταινία προβλήθηκε στη Δίκη της Nυρεμβέργης, το Σεπτέμβριο του 1947, στη μεγάλη αίθουσα του Δικαστηρίου ως αψευδής μάρτυς των εγκλημάτων του πολέμου. Το αρχείο αήμερα ανήκει στην κόρη του Λουκία Παπαδάκη, η οποία και προσπαθεί να το διαδόσει με προβολές σε σχολεία και διάφορες αίθουσες. Το 1978, υπέυθυνοι του Πολεμικού Μουσείου έκριναν ότι η ταινία έπρεπε να λογοκριθεί, προφανώς λόγω πολύ σκληρών εικόνων από Ταγματασφαλίτες εν δράσει, και βασανισμένων και δολοφονημένων ανθρώπων, οπότε και "έκοψαν" 18 λεπτά από τα 65 αρχικά. Το 2000 ένας Ούγγρος σκηνοθέτης o Péter Forgács πήρε το αρχείο, που περιελάμβανε και τις ευτυχισμένες στιγμές της οικογένειας Παπαδάκη με τη μικρή Λουκία, και έφτιαξε ένα ντοκυμαντέρ, "Angelos' film".

Η IP σου είναι

Sign by Danasoft - Get Your Free Sign

ΕΙΣΑΙ ΑΠΟ......

Βάλε προορισμό και δες την διαδρομή που διάλεξες

News

TV Online

Skype