Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Βάστα Πατρίδα, Ελλάδα

ΕΛΥΤΗΣ:   ΤΟ ΤΡΕΛΟΒΑΠΟΡΟ
το τραγούδι είναι αλληγορικό. Τρελοβάπορο είναι η Ελλάδα, που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο
Το τρελοβάπορο - Ελλάδα κατορθώνει πάντοτε να συνεχίζει το ταξίδι του
και να ξεπερνά κάθε δυσκολία.

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Βίντεο από την τελετή χειροθεσίας του Σχολάρχη της Πατμιάδας, κ. Μελιανού Ματθαίου


Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Η χειροθεσία του Σχολάρχη της Πατμιάδας, κ. Ματθαίου Μελιανού, σε Άρχοντα Διδάσκαλο του Ευαγγελίου


Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή.

Εισήγηση του Μητροπολίτου Ελβετίας Ιερεμίου 
 Γραμματέως Προέδρου
της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής
newsdesk Amen.gr
Σεβασμιώτατε άγιε Πρόεδρε,
αγαπητοί εκπρόσωποι των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών
Επιτραπήτω μοι να Σας καλωσορίσω ως προϊστάμενος του Ορθοδόξου Κέντρου του Σαμπεζύ εξ ονόματος της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κυρίου κυρίου Βαρθολομαίου του Α καί να εκφράσω την χαράν δια την σύγκλησιν της παρούσης συνελεύσεως της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, ως Γραμματεύς επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Βεβαίως, η σύγκλησις αυτής υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου εκφράζει και την κοινήν επιθυμίαν των Μακαριωτάτων Προκαθημένων των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών δια την ταχυτέραν δυνατήν ολοκλήρωσιν της προετοιμασίας των θεμάτων της ημερησίας Διατάξεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Η αποστολή λοιπόν της παρούσης συνελεύσεως είναι σημαντική δια την οφειλετικήν ανταπόκρισιν εις την κοινήν αυτήν επιθυμίαν, η οποία εκφράζει προφανώς και την προσδοκίαν του όλου εκκλησιαστικού σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Το θέμα της ημερησίας διατάξεως δια τα Ορθόδοξα Δίπτυχα επελέγη υπό της Α Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1976) εκ του ευρυτέρου καταλόγου θεμάτων ως σημαντικόν δια την ανάδειξιν της ενότητος της Ορθοδόξου εκκλησίας όχι μόνον εις την παραδεδομένην πίστιν, αλλά και εις την κανονικήν τάξιν. Ούτως ελειτούργησε πάντοτε ο θεσμός των εκκλησαστικών Διπτύχων από των πρώτων ήδη αιώνων, διο και η αναγραφή ει τα Δίπτυχα του ονόματος των προκαθημένων των επισημοτάτων η πατριαρχικών θρόνων εδήλου την πλήρην εκκλησιαστικήν κοινωνίαν, ενώ η μη αναγραφή η η διαγραφή του ονόματος Πατριάρχου από τα ιερά Δίπτυχα εδήλου, ως γνωστόν, την διακοπήν της μετ’αυτού εκκλησιαστικής κοινωνίας. Υπό την έννοιαν αυτήν, ηξιολογήθη πάντοτε εξ απόψεως κανονικής τάξεως η οποιαδήποτε διαφωνία όχι μόνον ως προς την αναγραφήν η μη του ονόματος Προκαθημένου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, αλλά και ως προς την τήρησιν της καθιερωμένης τάξεως των Εκκλησιών εις την μνημόνευσιν των Προκαθημένων των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Υπό το πνεύμα αυτό, η Γραμματεία επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου εμελέτησε πάσας τας επί του θέματος των Διπτύχων υποβληθείσας Συμβολάς υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Πατριαρχείου Ρωσσίας, του Πατριαρχείου Ρουμανίας και των αυτοκεφάλων Εκκλησιών Κύπρου, Ελλάδος και Πολωνίας δια να συναγάγη τας επί του θέματος συγκλίνουσας η αποκλίνουσας θέσεις αυτών προς περαιτέρω αξιολόγησιν. Αι θέσεις αυταί απετυπώθησαν σαφώς εις την σχετικήν εισήγησιν του Γραμματέως επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου Σεβ. Μητροπολίτου Ελβετίας και σήμερον Αδριανουπόλεως κ. Δαμασκηνού προς την μη πραγματοποιηθείσαν τελικώς συνέλευσιν της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής (Μάρτιος 1999), διο και συμπεριελήφθη εις τον φάκελον της Γραμματείας προς πληρεστέραν ενημέρωσιν των εκλεκτών εκπροσώπων των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών εις την παρούσαν συνέλευσιν της Διορθοδόξου Επιτροπής.
Η μελέτη των Συμβολών των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών αναδεικνύει την ιδιάζουσα σπουδαιότητα αφ’ ενός μεν του κανονικού θεσμού των ιερών Διπτύχων δια την συνεχήν βεβαίωσιν της ενότητος της Εκκλησίας εις την κοινωνίαν της πίστεως και εις τον σύνδεσμον της αγάπης, αφ’ ετέρου δε του σεβασμού των καθιερωμένων εκκλησιαστικών κριτηρίων δια τον καθορισμόν της τάξεως των πρεσβυγενών Πατριαρχείων, των νεωτέρων Πατριαρχείων και των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών εις τα Δίπτυχα. Ούτως, η δι’ αποφάσεων Οικουμενικών συνόδων καθιερωμένη τάξις των πρεσβυγενών πατριαρχικών θρόνων (καν. 6 της Α , 3 της Β , 9, 17 και 28 της Δ καί 36 της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου) εις ουδεμίαν υπόκειται συζήτησιν η αμφισβήτησιν, ως συνάγεται και εκ της μακραίωνος εκκλησιαστικής πράξεως. Η αναγραφή όμως εις τα Δίπτυχα και η ταξις εις αυτά των νεωτέρων Πατριαρχείων και των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών καθωρίσθη κατά την καθιερωμένην εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν κανονικήν παράδοσιν αφ’ ενός μεν δια της διακρίσεως του εκκλησιαστικού καθεστώτος αυτών, αφ’ ετέρου δε δια της αυστηράς τηρήσεως του κανονικού κριτηρίου της αρχαιότητος αυτών εις εκάτερον των δύο εκκλησιαστικών καθεστώτων, ήτοι της Πατριαρχικής τιμής η της Αυτοκεφαλίας.
Είναι λοιπόν προφανές ότι αι αποκλίνουσαι προτάσεις των Συμβολών των αγιωτάτων Ορθοδόξων εκκλησιών αναφέρονται εις την τάξιν μόνον των προαχθεισών, τη οφειλετική μερίμνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δια Πανορθοδόξου συνεναίσεως, εις την πατριαρχικήν τιμήν και εις την Αυτοκεφαλίαν αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών, λόγω κυρίως της προκυψάσης γνωστής διαφοράς ως προς την θέσιν του Πατριαρχείου Γεωργίας και της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Πολωνίας εις τα Δίπτυχα ωρισμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Εις τα πλαίσια αυτά, αλλ’ υπό διαφορετικήν προοπτικήν, εντάσσεται και η συμπαθής πρότασις της αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου, το Αυτοκέφαλον της οποίας έχει κατοχυρωθή δι’ αποφάσεων δύο Οικουμενικών συνόδων (καν. 8 της Γ καί 39 της Πενθέκτης), δια την αναγνώρισιν της υπεροχής της αρχαιότητος και της οικουμενικότητος της ανακηρύξεως του αυτοκεφάλου των εκκλησιών έναντι της μεταγενεστέρας διακρίσεως αυτών εις Πατριαρχεία η Αυτοκεφάλους Εκκλησίας. Συνεπώς, προτείνεται η αποσύνδεσις της τάξεως των Εκκλησιών εν τοις ιεροίς Διπτύχοις εκ του εκκλησαστικού καθεστώτος αυτών (Πατριαρχεία- Αυτοκέφαλαι Εκκλησίαι) δια να γίνη σεβαστή η αναντίρρητος αρχαιότης της οικουμενικής ανακηρύξεως αυτής, αλλά το ζήτημα πλέον τίθεται επί άλλης βάσεως εν σχέσει προς την καθιερωμένην εν τοις ιεροίς Διπτύχοις διάκρισιν των εκκλησιαστικών καθεστώτων. Ούτω, κατά την συζήτησιν του θέματος του Αυτοκεφάλου εις την Διορθόδοξον Προπαρασκεαστικήν Επιτροπήν (1993) ωρισμέναι Εκκλησίαι αντιεπρότεινον την απόδοσιν της πατριαρχικής τιμής εις την αγιωτάτην Εκκλησίαν της Κύπρου αντί της σχετικοποιήσεως της καθιερωμένης διακρίσεως των εκκλησιαστικών καθεστώτων.
Βεβαίως, αι αποκλίνουσαι αυταί προσεγγίσεις επί μέρους πτυχών του θέματος ευρίσκονται εντός των πλαισίων της ορθοδόξου κανονικής παραδόσεως όχι μόνον δια την διάκρισιν των εκκλησιαστικών καθεστώτων, αλλά και δια τον σεβασμόν του κανονικού κριτηρίου της αρχαιότητος εις την Πατριαρχικήν τιμήν, η εις την Αυτοκεφαλίαν, αφού αι συγκεκριμέναι διαφοραί εις την τάξιν των ιερών Διπτύχων, απορρέουν εκ της διαφορετικής ερμηνείας της αρχαιότητος εις εκάστην των περιπτώσεων. Υπό την έννοιαν αυτήν και αυταί εισέτι αι πρόσφαται διαφοροποιήσεις η διαφωνίαι επιβεβαιούν τον κοινόν σεβασμόν εις τα καθιερωμένα βασικά κανονικά κριτήρια της μακραίωνος ορθοδόξου παραδόσεως, ήτοι όχι μόνον της αρχαιότητος εις την Πατριαρχικήν τιμήν η την Αυτοκεφαλίαν αντιστοίχως, αλλά και τη μερίμνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εκφράσεως της Πανορθοδόξου συνεναίσεως δια την αναγραφήν η την τάξιν των Εκκλησιών εις τα Δίπτυχα.
Σεβασμιώτατε άγιε Πρόεδρε και αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
Η παρούσα Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή δύναται να εκφράση την ομόφωνον γνώμην αυτής δια τας βασικάς κανονικάς αρχάς τόσον της πανορθοδόξου συναινέσεως όσον και της αρχαιότητος εις την Πατριαρχικήν τιμήν η εις την Αυτοκεφαλίαν δια την αντίστοιχον αναγραφήν των Εκκλησιών εις τα ιερά Δίπτυχα, επί τη βάσει δε αυτών θα έδει να αξιολογηθούν και αι ήδη υφιστάμεναι επί μέρους πρόσφαται διαφοραί. Ο φάκελος της Γραμματείας περιέχει τα αναγκαία στοιχεία δια την εποικοδομητικήν συζήτησιν του θέματος, τα οποία δύνανται να αξιοποιηθούν δια την διαμόρφωσιν μιας ομοφώνου προτάσεως προς την επομένην Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν και την επίσπευσιν της διαδικασίας δια την σύγκλησιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, συμφώνως προς την εκπεφρασμένην ομόφωνον βούλησιν των Μακαριωτάτων Προκαθημένων των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών και την εύλογον προσδοκίαν του ευλαβούς ορθοδόξου πληρώματος. Ευχόμεθα λοιπόν ευόδωσιν των εργασιών της Επιτροπής προς δόξαν του εν Τριάδι Θεού και της αγίας Εκκλησίας Του.
Καλή επιτυχία!
Σημείωση Αντιγραφέα: Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Ιερεμίας, είναι απόφοιτος της Πατμιάδας Εκκλησιαστικής Σχολής

Το κομποσχοίνι

Ο διάβολος, το κομποσχοίνι και η ευχή
Στην Σκήτη της Αγίας Άννας στο Άγιον Όρος, ό Μοναχός Προκόπιος από την Καλύβα «Είσόδια της Θεοτόκου» είχε μεγάλη επιθυμία να μάθει μουσικά, για να δοξολογεί κι αυτός το Θεό, όπως και οι άλλοι αδελφοί
Επειδή όμως ήταν λίγο παράφωνος αποφεύγανε οι Πατέρες να τον μάθουν μουσικά.
Ό αδελφός Προκόπιος είχε χάρισμα από το Θεό λάβει να λέει ακατάπαυστα την ευχή το «Κύριε Ίησοϋ Χριστέ υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλό» και στο αριστερό του χέρι κρατούσε πάντα το κομβοσχοίνι, το όποιο δεν αποχωριζόταν ποτέ.
Μια μέρα, ήταν πολύ λυπημένος, πού δεν μπορούσε να βρει κανένα για να τον μάθει μουσική και συλλογιζόμενος αυτό το πράγμα, από την πολύ του λύπη, είχε σταματήσει να λέει την ευχή.
Ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά του ένας σεβάσμιος, αλλά άγνωστος σ’ αυτόν γέροντας ό όποιος του είπε: «Αδελφέ Προκόπιε, τι έχεις κι είσαι τόσο λυπημένος; τι σε απασχολεί; Ό Προκόπιος του απάντησε: «τι να έχω γέροντα, να, θέλω κι εγώ να μάθω λίγα μουσικά και δε βρίσκεται κανένας να με μάθει, γιατί μου λένε πώς είμαι λίγο φάλτσος». Ό ασπρογένης γέροντας τότε του είπε: «Γι’ αυτό κάθεσαι και στενοχωριέσαι καημένε, εγώ θα σε μάθω μουσικά και θα σε κάνω να γίνεις ό καλύτερος ψάλτης του Αγίου Όρους, θα κελαηδάς σαν το καλύτερο αηδόνι, αλλά θέλω κι εσύ να μου κάνεις μια χάρι».
«Δηλαδή τι ζητάς από μένα, του είπε ό Προκόπιος, θέλεις να σε πληρώσω; Εγώ ότι θέλεις θα σου δώσω!»Τότε ό ασπρογένης του είπε: «Ή πληρωμή ή δική μου είναι να πετάξεις από τα χέρια σου αυτό πού λέτε κομποσχοίνι και να πάψεις να λες αυτό πού λέτε ευχή και θα σε μάθω ‘γώ, ότι θέλεις»
Ό Μοναχός Προκόπιος άμα άκουσε αυτά κατάλαβε πώς ό φαινόμενος δεν ήταν Μοναχός, άλλα ό παμπόνηρος Δαίμονας, πού ήθελε νά τον κάνει να σταματήσει την προσευχή, και αμέσως έκαμε το σταυρό του και είπε: «Υπάγε οπίσω μου Σατανά παμπόνηρε, δε μου χρειάζονται τα μουσικά σου και οι πονηρές και οι καλοσύνες σου» κι ό Δαίμονας έγινε άφαντος.
Άπ’ αυτό μαθαίναμε πόσο ό Διάβολος φοβάται το κομβοσχοίνι, για το οποίο καλά λένε οι Πατέρες ότι είναι το όπλο του χριστιανού κατά του Διαβόλου και την ευχή, ή οποία καίει τον Δαίμονα। Ενώ τους ψάλτες δεν τους φοβάται τόσο και δεν τους υπολογίζει, γιατί, εύκολα με το ψάλσιμο αφαιρούνται από την προσευχή και πέφτουν στον εγωισμό και την υπερηφάνεια!

Χειροθεσία του Σχολάρχη της Πατμιάδας Εκκλησιαστικής Σχολής, κ. Μελιανού Ματθαίου, σε Άρχοντα Διδάσκαλο του Ευαγγελίου


video


Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

π. Πολύκαρπος Μαντζάρογλου

Εορτή του γέροντος π. Πολυκάρπου Μαντζάρογλου
 στο μοναστήρι της Μάκρης
εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως
Την Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011 η Αγία μας Εκκλησία τιμά την μνήμη του Αγίου ιερομάρτυρος Πολυκάρπου, επισκόπου Σμύρνης, και εορτάζει την ονομαστική του εορτή ο γέροντας της Ιεράς Μονής Παναγίας του Έβρου στην Μάκρη, αρχιμ. Πολύκαρπος Μαντζάρογλου. Ο γέροντας π. Πολύκαρπος καθοδηγεί πνευματικά την γυναικεία αδελφότητα της Μονής Μάκρης από την σύστασή της εδώ και 28 χρόνια και αποτελεί μεγάλο πνευματικό κεφάλαιο για την Μητρόπολή μας και την ευρύτερη περιοχή.
Για την εορτή του γέροντα π. Πολυκάρπου ήρθαν στην Ιερά Μονή οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνός, Σιδηροκάστρου κ. Μακάριος, Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλος και Κεντρώας Αφρικής του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας κ. Νικηφόρος. Επίσης, ήρθαν η γερόντισσα Θεολογία, ηγουμένη της Ιεράς Μονής Παναγίας Μικροκάστρου Σιατίστης, με μοναχές της Μονής καθώς και η ηγουμένη Μιχαέλα της Ιεράς Μονής Σουτσεβίτσας του Πατριαρχείου Ρουμανίας με μοναχές της Μονής, για να ευχαριστήσουν με την παρουσία τους τον γέροντα, αφού η μεν ηγουμένη της Μονής Παναγίας Μικροκάστρου προέρχεται από την μοναστική αδελφότητα της Παναγίας του Έβρου, η δε μοναστική κοινότητα της Ρουμανίας (όπως και της Συρίας αλλά και πολλών μοναστηριών της Ελλάδος) έχει ποικιλοτρόπως ευεργετηθεί και ωφεληθεί από την πνευματική καθοδήγηση του γέροντα π. Πολυκάρπου. Ακόμα επισκέφθηκαν την Ιερά Μονή με την ευκαιρία της εορτής πολλοί κληρικοί και μοναχοί από το Άγιον Όρος, την υπόλοιπη Ελλάδα και το εξωτερικό, πνευματικά τέκνα του γέροντα π. Πολυκάρπου.
Στον Μέγα Αρχιερατικό Εσπερινό την παραμονή της εορτής χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλος, ο οποίος πριν το τέλος ωμίλησε επικαίρως για τον εορταζόμενο Άγιο Πολύκαρπο καθώς και για τον εορτάζοντα π. Πολύκαρπο. Ανήμερα της εορτής στην Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία προεξήρχε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου κ. Μακάριος και συλλειτούργησαν οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Σισανίου κ. Παύλος, Κεντρώας Αφρικής κ. Νικηφόρος και Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμος. Στο Κοινωνικό ωμίλησε ο Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου κ. Μακάριος ενώ στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ο Μητροπολίτης μας κ. Άνθιμος προσφώνησε και ευχαρίστησε εκ μέρους της τοπικής Εκκλησίας τους παρευρισκόμενους Αρχιερείς και τους υπολοίπους κληρικούς, μοναχούς και μοναχές για την παρουσία τους στην εορτή αυτή της Ιεράς Μονής και του γέροντός της π. Πολυκάρπου.
Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ο εορτάζων γέροντας π. Πολύκαρπος δέχθηκε στο Αρχονταρίκι της Μονής ευχές από τον κόσμο που παρακολούθησε την Θεία Λειτουργία και το μεσημέρι παρετέθη Τράπεζα για όλο τον κόσμο. Στην Τράπεζα ωμίλησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου κ. Δαμασκηνός και ανταπάντησε ο γέροντας π. Πολύκαρπος ευχαριστώντας όλους όσους ήρθαν στην Ιερά Μονή για την εορτή του Αγίου Πολυκάρπου. Στο τέλος της Τράπεζας η ηγουμένη και οι μοναχές της Ιεράς Μονής Παναγίας Μικροκάστρου έψαλαν προς τον γέροντα Πολύκαρπο έναν ειδικά γραμμένο και με ειδικό περιεχόμενο ύμνο για την επανασύνδεσή τους με την Ιερά Μονή Παναγίας του Έβρου. Το κείμενο του ύμνου σε ήχο πλ. Α', παρατίθεται παρακάτω:
ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ
επί τοις ονομαστηρίοις του Γέροντος Πολυκάρπου
Ήχος π. Α΄ Δόξα Πατρί...Και νυν...
Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος, επί τη μνήμη του θεοφόρου Πατρός ημών, Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης, πάντας ημάς συνήγαγεν τους εγγύς και τους μακράν, ίνα τη ευλογία των Σεβασμιωτάτων Ποιμεναρχών ημών, Ανθίμου του Δευτέρου και Παύλου, συνεορτάσωμεν τα ονομαστήρια του πολυσεβάστου πατρός ημών Γέροντος Πολυκάρπου.

Δεύτε ουν αι μονάστριαι πάσαι, όσαι της τραπέζης αυτού ουδέποτε απέστητε και όσαι της πατρικής εστίας μακρυνθείσαι προς καιρόν, σήμερον πατροποθήτως συνήλθομεν τη ομοθύμω και σεμνή παρουσία του Γέροντος Στεφάνου. Προς δε και οι εν κόσμω οικούντες Αδελφοί ημών, περιχαρώς συνδραμόντες, εγκωμιάζοντες ούτως είπωμεν:

Σεβάσμιε πατήρ ημών, χαίρε και ευφραίνου, κύκλω της τραπέζης σου ως στελέχη βλέπων τα έγγονά σου, προσάγοντα τω Κυρίω ταις σοφαίς διδασκαλίαις σου, κλάδους αγαθοεργίας. Ταις πατρικαίς γαρ ευχαίς σου το νέφος της αθυμίας διελύθη και το έαρ της ομονοίας περιεχύθη.

Συ γαρ αυτός ουκ επαύσω ευεργετών και συμπαθών πάντα πελάζοντα πτωχόν και πάντας τους εν ανάγκαις. Έτι δε εν Βορρά και εν Νότω ομοδόξους Ιεράς Μονάς και Ασκητήρια.

Πάντες ουν σκιρτήσωμεν επί τω θριάμβω της φιλαδελφίας και τω ειρηνάρχη Θεώ ημών, τω τα πατρώα σπλάγχνα διανοίξαντι τω Ασώτω Υιώ γονυπετούντες είπωμεν:

Φιλάνθρωπε Κύριε, πρόφθασον, εξελού ημάς της τυραννίδος των παθών και των επικειμένων του πονηρού επιφορών.

Και δώρησαι τω κεκοπιακότι και φιλοστόργω πατρί ημών, τω τας χορείας των Μοναστριών συστησαμένω, υγείαν αδιάπτωτον και γήρας ακαταίσχυντον, υπομονήν εις τέλος και αγαπην υπερόριον.

Και εν τω μέλλοντι αιώνι τον στέφανον της δικαιοσύνης και την μετά πάντων των Αγίων και Αγγέλων ατελεύτητον διαμονήν.

Πρεσβείαις Κύριε της Θεοτόκου και πλουσίαις χάρισι των ιερών αυτής εικονισμάτων, εν Μάκρη και εν Μικροκάστρω, αξίωσον πάντας ημάς επιμελώς διανύσαι τον της μετανοίας προκείμενον αγώνα και το της εγκρατείας μέγα πέλαγος.
http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=4974

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

   Καληνύχτα 
 Το νανούρισμα της πεταλούδας

Νάνι - νάνι - νάνι - νανανα...
το παιδάκι μου νανανα...
Νάνι - νάνι το παιδί
και γλυκά να κοιμηθεί...


Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Μουσική: Γιώργος Χατζηπιερής
Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Μια πεταλούδα θα σε βάλει στα φτερά της
για να σε πάει στα βελούδινα όνειρά της
σε πέπλα ανάλαφρα, σε πουπουλένια δάση,
θα σε ξαπλώσει κι απαλά θα σε σκεπάσει
ΠΗΓΗ:http://hamomilaki.blogspot.com/2011/02/lullaby-of-butterfly.html

Ο Ναός της του Θεού Σοφίας

Τα μυστικά της Αγίας Σοφίας
Ανακοίνωση Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Τα χαμένα στοιχεία της Αγίας Σοφίας μετά τις αποκαταστάσεις του Φοσάτι, η συντήρηση και ανάδειξη του βυζαντινού παρελθόντος της Κωνσταντινούπολης, οι ελληνορθόδοξες εκκλησίες, είναι ορισμένα από τα θέματα που θα βρεθούν στο επίκεντρο του Σεμιναρίου, με τίτλο «Αποκατάσταση Μνημείων από την πολυπολιτισμική κληρονομιά της Κωνσταντινούπολης– Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης το 2010». Το Σεμινάριο διοργανώνεται στο πλαίσιο του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Πολυτεχνικής Σχολής του A.Π.Θ. και θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 25, το Σάββατο 26 και την Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011, στο Αμφιθέατρο «Παναγής Παναγιωτόπουλος» της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Οι εργασίες του Σεμιναρίου θα αναφέρονται σε σημαντικά μνημεία όλων των ιστορικών περιόδων της πολυπολιτισμικής κληρονομιάς της Κωνσταντινούπολης, στα οποία έγιναν αποκαταστάσεις κατά τη διάρκεια του έτους της «Κωνσταντινούπολης – Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης», το 2010. Το Σεμινάριο θα περιλαμβάνει γενικές εισηγήσεις για τον τρόπο διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, τις μεθόδους και τις τάσεις αποκατάστασης των μνημείων, καθώς και μεγάλο αριθμό ειδικών παρουσιάσεων για την ανάδειξη και αποκατάσταση αντιπροσωπευτικών αρχαιολογικών τόπων και μνημείων από την κλασική, βυζαντινή, οθωμανική και κοσμοπολίτικη περίοδο της Πόλης.
Για τους σκοπούς του σεμιναρίου έχουν κληθεί να συμμετάσχουν διακεκριμένοι επιστήμονες οι οποίοι εργάστηκαν στην αποκατάσταση των μνημείων, από την Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα. Στόχος του Σεμιναρίου είναι να αναδειχθούν οι ειδικευμένες επιστημονικές τεχνικές αποκατάστασης, που απαιτούν οι διαφορετικές κατηγορίες μνημείων και να συζητηθούν τα ζητήματα ανάδειξης και επανάχρησης των μνημείων.

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Τι σημαίνει το επώνυμο Καραμανλής;

Μικρό Αφιέρωμα για τους Καραμανλήδες
και τους Έλληνες της Καππαδοκίας
γράφoυν: Γιώργος Δαμιανός
 και Καμάλ Ραχίμι (για την έρευνα στην Τουρκική και Φαρσί γλώσσα)
Στις μέρες μας δεν υπάρχουν Έλληνες Καραμανλήδες, ούτε η γραφή τους. Κιμωλία σε μαυροπίνακα, που την έσβησε το σφουγγάρι του χρόνου, θα ήταν η υπόθεση τους, αν δεν υπήρχαν τα επώνυμα: Καραμάνος, Καραμανλάκης, Καραμανόγλου, Καραμανλής κ.ά. Η υπόθεση των Καραμανλήδων από την Καπποδοκία στέκει ως αγκάθι στη μνήμη μας και μας βάζει μικρές και δύσκολες ερωτήσεις που ζητούν απάντηση, όπως:
“Μπορείς να είσαι Έλληνας, δίχως να μιλάς Ελληνικά;”
“ Ποιος είναι ο ρόλος της Εκκλησίας στη διατήρηση του Έθνους;” και άλλα πολλά.
Πριν βιαστείτε να απαντήσετε, ας γνωρίσουμε καλύτερα την υπόθεση των Καραμανλήδων από την Καραμανία.
Που βρίσκεται η Καραμανία;
Η Καραμανία είναι περιοχή της Νοτιοανατολικής Μ. Ασίας και περιλαμβάνει τμήματα της Λυκαονίας, Μεγάλης Φρυγίας Παμφυλίας, Ισαυρίας, Καππαδοκίας, Κιλικίας. Στην Αρχαιότητα η περιοχή Καραμάν (Karaman) ονομαζόταν Λάρανδα (τα) και καταστράφηκε από τον Περδίκκα, το 322 π.Χ. Ονομάστηκε έτσι από το όνομα του Καραμάν Μπέη / Mehmet Bey Karamanoglu (محمد بی کارامان اقلو), o οποίος ίδρυσε το εμιράτο γύρω στα 1256.
Η λέξη Καραμάν (ή Καχραμάν) σημαίνει «ο ήρωας», «το πρωτοπαλίκαρο», και είναι κοινή στην Τουρκική, στα Περσικά (Φαρσί), και στα Αρμένικα, καθώς και σ΄ όλες τις περιοχές που έχουν τις παραλλαγές Φαρσί όπως: Αφγανιστάν, Πακιστάν, και τη περιοχή Punjab της Ινδίας. Στα Περσικά ιστορικά κείμενα, η λέξη “Καραμάν” ή “Kahraman” είναι γραμμένη ως “Qahraman” (το “Q” προφέρεται “Γ”)
Το όνομα Καραμανλή προσδιορίζει τον άνθρωπο ή την οικογένεια που κατάγεται από το Καραμάν (η Τούρκικη κατάληξη «-λή» δηλώνει την προέλευση/καταγωγή, π.χ. Ankarali : ο καταγόμενος από την Άγκυρα). Η Δυναστεία των Καραμανιδών, Τουρκομάνοι της Μ. Ασίας, εναντιώθηκε στους Οθωμανούς, αλλά, τελικά, υποτάχθηκε το 1467. Μεγάλος ηγεμόνας της Καραμανίας ήταν ο Καραμάν Ογλού Αλαντίν (1381- 1390), ο οποίος συνελήφθη στη μάχη του Ακ-Σάι και θανατώθηκε ύστερα από διαταγή του Τιμούρ-Τας Πασά
Ποιοι ήταν οι Έλληνες Καραμανλήδες
Με τον όρο Καραμανλής και, συνηθέστερα, στον πληθυντικό: Καραμανλήδες, προσδιορίζονται οι Έλληνες κάτοικοι της Καραμανίας, οι οποίοι είχαν μία παγκόσμια ιδιαιτερότητα: ήταν Έλληνες, Χριστιανοί Ορθόδοξοι, μίλαγαν Τούρκικα και έγραφαν την Τούρκικη γλώσσα με ελληνικά γράμματα (Καραμανλική γραφή). Παρόλο που υπέστησαν μεγάλη πίεση για να εξισλαμιστούν, απαγορεύτηκε η ελληνική γλώσσα, επιβλήθηκε η Τούρκικη, όμως με πείσμα και αυταπάρνηση παρέμειναν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, αν και έχασαν την ελληνική γλώσσα. Έπειτα από την υπογραφή της συνθήκης της Λοζάνης (1923) μεταφέρθηκαν, στην Ελλάδα , κυρίως σε περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, αν και ελάχιστοι είχαν έρθει, πριν από την Μικρασιατική καταστροφή.
Από αυτούς τους Τουρκόφωνους Έλληνες έχουμε πολλά επώνυμα στη Νέα Ελληνική, όπως: Καραμάνος, Καραμανλάκης, Καραμανόγλου, Καραμανλής κ.ά.
Καραμανλήδικη γραφή
Για αυτούς του Τουρκόφωνους Έλληνες τυπώθηκαν αρκετά βιβλία στην Καραμανλήδικη (ή Κραμανλιδικη ή Καραμανλήδειο) γραφή (πρώτη επίσημη εμφάνιση της γραφής αυτής ήταν το 1713 και διατηρήθηκε επί δύο αιώνες). Ο Σουλτάνος την αναγνώρισε ως επίσημη γραφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορία δίνοντας την έγκριση (Ι. Χλωρό,1934) συγγραφής τουρκοελληνικού λεξικού.
Δείγμα Καραμανλήδικης γραφής από την “Ανέμη”, σε έκδοση του 1840:
Ιπατετναμε : Γιάνι Γκερέκ ερκεκλερέ, γκερέκ δις εχληλερέ, πογιουγέ βε κιουτζουγιέ, φαρζ ολάν Ιπατετλέρ, Απόδειπνον, Εξάψαλμος, Παναγίανην χαιρετισμολαρί, Παράκλησις, βε αζίζ Μετάληψι.
Μετάφραση:
“Βιβλίο προσευχών: Δηλαδή προσευχές που είναι απαραίτητες και αποτελούν την ιερή υποχρέωση ανδρών και γυναικών, μεγάλων και μικρών. Απόδειπνος, ο Εξάψαλμος, οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου, η Παράκληση, και η Ακολουθία της Αγίας Μετάληψης.
Έναακόμα παράδειγμα από την Αγία Γραφή,1869, αναφέρεται η γενεαλογία του Ιησού Χριστού από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στην Καραμανλίδικη γλώσσα: «Αβραάμ ογλού & Δαβίδ ογλού Ιησούς Χριστοσούν τενασουλουνούν κιταπή» (δηλαδή «Το βιβλίο της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, υιού του Αβραάμ και του Δαυίδ»).
ΠΗΓΗ:http://www.24grammata.com/?p=10103#more-10103

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

Οι πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για το κακό με τρεις έννοιες, με οντολογική έννοια, με την έννοια της αμαρτίας, και για το φυσικό κακό.
Το κακό δεν έχει οντολογική ύπαρξη. Είναι στέρηση του αγαθού και παρεκτροπή, από την κατά φύση κατάσταση στην παρά φύση. Τίποτε από όσα υπάρχουν δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κακό, γιατί όλα είναι κτίσματα του Τριαδι­κού Θεού. Ο Θεός εδημιούργησε τα πάντα χωρίς Αυτόν τί­ποτε δεν έγινε από όσα έχουν γίνει (Ιω. α' 3) «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα...τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε»· όλα συγκρατούνται δι' αυτού (Κολ. α' 16-17). Όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι καλά και τίποτε από αυτά δεν είναι από τη φύση του κακό «Και είδε ο Θεός τα πάντα, όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν» (Γεν. α' 31).
Αν η δημιουργία του Θεού παρέμενε "κατά φύση", όπως βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού, δεν θα υπήρχε το πρόβλημα του κακού. Υπήρξε, επειδή ο άνθρωπος με τη θέλησή του απομακρύνθηκε από το "κατά φύση", και προ­τίμησε την "παρά φύση" κατάσταση. Εδώ πρέπει να ανα­ζητήσουμε το κακό· όχι σε οντολογική ύπαρξη.
Η κακία λοιπόν είναι απομάκρυνση από το αγαθό, από το "κατά φύση", όπως το σκοτάδι είναι απομάκρυνση από το φως. «Εφ' όσον παραμένουμε στη φυσική μας κατά­σταση, είμεθα στην αρετή, αν όμως παρεκκλίνουμε από τη φυσική μας κατάσταση, δηλαδή από την αρετή, πηγαίνουμε στην παρά φύση», λέγει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, συνε­χίζοντας τη διδαχή των προηγουμένων από αυτόν πατέρων. «Η κακία δεν είναι κάτι που υπάρχει...Το κακό είναι στέ­ρηση του αγαθού. Ο οφθαλμός κατεσκευάσθη. Η τύφλω­ση όμως προέρχεται με την απώλεια των ματιών. Ώστε εάν ο οφθαλμός δεν ήταν από φθαρτή φύση, η τύφλωση δεν θα είχε θέση. Έτσι και το κακό δεν έχει ιδία ύπαρξη, αλλ' έρχεται κατόπιν στις αναπηρίες της ψυχής» (Μ. Βασίλειος).
Το κακό δεν είναι γνώρισμα κάποιας ύπαρξης, αλλά ένα "συμβάν", θεληματική παρεκτροπή από το κατά φύση στο παρά φύση- αυτό το συμβάν ονομάζουμε αμαρτία.
Ο άνθρωπος βρισκόταν σε κοινωνία με τον Θεό, σε ενότητα αγάπης με το Δημιουργό του. Από αυτήν εξέπεσε και οδηγήθηκε σε ποικιλόμορφες ασθένειες. Έδειξε απο­στροφή από το καλύτερο και πήρε κατεύθυνση αντίθετη, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί μακρυά από το σκοπό του, να χά­σει δηλαδή το νόημα της ζωής του. Έτσι ο απόστολος μι­λάει για την επάνοδο σ' αυτό το "σκοπό", όταν λέγει: «Κα­τά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού» (Φιλ. γ' 14).
Το κακό λοιπόν, ως αμαρτία, έχει την ύπαρξή του στην προαίρεση του άνθρωπου, και όχι στη φύση του. «Η αιώνια ουσία μεταδίδει την αγαθότητα και με το λόγο, και με τις πράξεις, και παρατηρούμενη, ενώ η σωματική μεταδίδει μόνο παρατηρούμενη. Η αιώνια η μη ύπαρξη της λογικής και νο­ερής ουσίας εξαρτάται από τη θέληση του Θεού, που δημι­ούργησε τα πάντα καλά Το να είναι όμως αυτά καλά ή κακά, αυτό εξαρτάται από τη θέληση των δημιουργημάτων. Το κα­κό δεν υπάρχει στην ουσία των δημιουργημάτων, αλλά στην εσφαλμένη και ασυλλόγιστη ενέργεια αυτών» (Μάξιμος ο Ομολογητής).
Η ψυχή εδημιουργήθη για να βλέπει τον θεό και να φωτίζεται από αυτόν, λέγει ο Μ. Αθανάσιος, αλλά αυτή, αντί για τον Θεό, επεζήτησε τα φθαρτά και το σκότος· «Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο ευθύ, και αυτοί εζήτησαν λογι­σμούς πολλούς» αναφέρει ο Εκκλησιαστής (ζ' 29). Αυτοί οι πονηροί λογισμοί προέρχονται από την «καρδιά του ανθρώπου» (Ματθ. ιε' 19), όταν βέβαια ο άνθρωπος από αμέλεια εγκαταλείψει ακαλλιέργητα "τα φυσικά σπέρματα των αγαθών", όπως αναφέρει ο Μ. Βασίλειος. Γιατί ο άφρων είναι σαν τον αγρό, λέγει η Γραφή, και «ώσπερ αμπελών άνθρωπος ενδεής φρενών εάν αφής αυτόν, χερσωθήσεται», θα χερσωθεί, θα γεμίσει χορτάρια και θα εγκαταλειφθεί (Παροιμ. κδ' 30-31).
Στην ψυχή λοιπόν που έχει χερσωθεί, είναι φυσικό να φυτρώνουν αγκάθια και ζιζάνια και να συμβαίνει εκείνο που έχει λεχθεί: «Και έμεινα του ποιήσαι σταφυλήν, εποίησε δε ακάνθας» (Ησ. ε' 2), περίμενα να κάνει σταφύλια και έκανε αγκάθια! «Εγώ δε εφύτευσά σε άμπελον καρποφόρον πάσαν αληθινήν πώς εστράφης εις πικρίαν, άμπε­λος η αλλοτρία;» (Ιερεμ. β' 21)· εγώ σε εφύτευσα κατά πά­ντα αληθινή άμπελο καρποφόρο, πώς μεταβλήθηκες σε πι­κρά άμπελο και έγινες ξένη προς εμέ;
Κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή «τρία είναι εκείνα που μας παρακινούν να κάμνομε τα κακά τα πάθη, οι δαίμονες και η κακή προαίρεση. Τα πάθη μας παρακινούν, όπως όταν επιθυμούμε κάποιο παράλογο πράγμα... και όταν οργιζόμα­στε ή λυπούμαστε αδικαιολόγητα... Οι δαίμονες πάλι μας παρακινούν, όπως όταν εκμεταλλεύονται την αδιαφορία που δείχνουμε εμείς, μας επιτίθενται ξαφνικά με μεγάλη σφοδρότητα, διεγείροντας τα πάθη... Τέλος η κακή προαί­ρεση μας παρακινεί όπως όταν ενώ γνωρίζομε το καλό, προτιμούμε τα κακά». Τούτο γίνεται γιατί η φύση του ανθρώπου είναι τρεπτή και όχι άτρεπτος.
«Βλέπεις πώς μεταβάλλεται η ίδια η φύση; Μπορεί να ρέπει προς το κακό, και αμέσως πάλι μπορεί να στραφεί προς το καλό, και στις δύο περιπτώσεις έχει την ικανότητα να συμφωνήσει με εκείνες τις πράξεις που θέλει. Μπορεί να δεχθεί λοιπόν η ανθρώπινη φύση το καλό ή το κακό, δηλαδή τη θεία χάρη ή την αντίπαλη δύναμη του σατανά, αυτό όμως δεν γίνεται αναγκαστικά, αλλά με τη δική της θέληση» (Μακάριος ο Αιγύπτιος).
Αν δεν ζητήσουμε το κακό στην προαίρεση του ανθρώ­που πρέπει να το θεωρήσουμε αναπόφευκτο γεγονός. Τότε είναι περιττοί οι νόμοι και οι δικαστές και κάθε προσπάθεια για βελτίωση των συνθηκών της ζωής ή και για αποφυγή των δυσάρεστων. «Θα κερδίσει μεν ο γεωργός, χωρίς να σπείρει και χωρίς να ακονήσει δρέπανον, θα υπερπλουτήσει δε ο έμπορος, είτε το θέλει είτε όχι, αφού η ειμαρμένη θα του συγκεντρώνει τα χρήματα. Αι δε μεγάλαι ελπίδες των Χριστιανών θα μας γίνουν άφαντοι, διότι ούτε η δικαιοσύνη θα βραβεύεται, αφού οι άνθρωποι δεν κάνουν τίποτε κατά την προαίρεσίν των» (Μ. Βασίλειος).
Κανένας δεν είναι "εκ φύσεως καλός" ή "εκ φύσεως κακός". Γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε κανένας καλός δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει κακός και κανένας κακός να μεταβληθεί σε καλό. Όμως βλέπουμε στη ζωή των ανθρώ­πων να συμβαίνουν τέτοιες καταπληκτικές μεταβολές, να μεταπίπτουν από το κακό στο καλό ή και το αντίθετο. Τελώνες να γίνονται απόστολοι και μαθητές του Χριστού να μεταβάλλονται σε προδότες. Πόρνες να μεταστρέφονται και να γίνονται αγίες και ληστές ευσεβείς. Αυτό σημαίνει πως κανείς δεν είναι καλός ή κακός από τη φύση του.
Αλλά , θα πει ίσως κανείς, ο Θεός γνωρίζει εκ των προ­τέρων τα πάντα. Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε τι στη ζωή του ανθρώπου είναι αναπόφευκτο και δεν μπορεί να έχει διαφορετική τροπή;
Ο Θεός είναι βέβαια παντογνώστης, γνωρίζει εκ των προτέρων και αυτά που πρόκειται να συμβούν. Αλλά τα γνωρίζει επειδή γι' αυτόν τα πάντα είναι παρόντα· δεν υπάρχει στον Θεό παρελθόν και μέλλον. Υπάρχει μόνο το αιώνιο παρόν. Η γνώση αναφέρεται πάντοτε σ' αυτά που υπάρχουν και η πρόγνωση αναφέρεται σ' αυτά που οπωσ­δήποτε θα συμβούν, λέγει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός· δεν συμβαίνουν επειδή τα προγνωρίζει ο Θεός, αλλά τα γνωρί­ζει επειδή ενώπιον Του έχουν ήδη συμβεί.
Μήπως θα ήταν καλύτερο αν ο Θεός δεν επέτρεπε καθό­λου να έλθουν στην ύπαρξη όσοι, σύμφωνα με τη δική Του πρόγνωση, θα γίνονταν κακοί; Αν τα κτίσματα, που εδημιουργήθησαν εξαιτίας της αγαθότητος του Θεού, επρόκειτο να γίνουν κακά εξαιτίας της δικής τους κακής προαιρέσεως, και αυτό το γεγονός τα εμπόδιζε να έλθουν σε ύπαρξη, τό­τε «το κακόν θα ενικούσε την αγαθότητα του Θεού», κατα­λήγει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο Θεός λοιπόν δεν ευ­θύνεται για την αμαρτία του άνθρωπου.
Αλλά, θα παρατηρήσει κανείς, πολλές φορές, ακόμη και οι κακοί, υπηρετούν τα σχέδια του Θεού. Γιατί τότε να επιρρίπτουμε σ' αυτούς ευθύνες;
Θα ήταν βλάσφημο να πούμε πως λόγου χάρη ο Ιούδας δεν ευθύνεται για την πράξη του και ότι υπηρέτησε τα σχέ­δια του Θεού, που διαφορετικά θα εματαιώνοντο· «μη γέ­νοιτο» λέγει ο Χρυσόστομος και καταλήγει: «Διότι ο ίδιος ο πάνσοφος Θεός εγνώριζε πως θα ενεργούσε την σωτηρίαν μας και αν ακόμη δεν συνέβαινε αυτό. Άλλωστε, δι' αυτό, διά να μη νομίση κανείς ότι ο Ιούδας έγινεν υπηρέ­της της θείας οικονομίας, τον οικτίρει». «Ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού», λέγει και καταλήγει: «ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω δι' ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται καλόν ην αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος» (Ματθ. κστ'24). Είχε λοιπόν ευθύνη ο προδότης του Κυρίου.
Ο Χρυσόστομος θέτει εδώ το πρόβλημα: «Εάν ήτο κα­λόν να μη γεννηθή αυτός, διατί τον άφησε να έλθη εις τον κόσμον και αυτόν και όλους τους πονηρούς;». Σ' αυτό δί­νει την αποστομωτική απάντηση: «Πρέπει να κατηγορήσης τους πονηρούς, οι οποίοι ενώ ήσαν ελεύθεροι να μη γί­νουν τέτοιοι, έγιναν πονηροί. Συ όμως άφησες αυτό και λεπτολογείς και περιεργάζεσαι τα έργα του Θεού· αν και γνωρίζεις, ότι δεν γίνεται αναγκαστικά κανείς πονηρός». Κανένας λοιπόν δεν είναι αναγκαστικά κακός· δεν είναι η φύση η αιτία της αμαρτίας, αλλά η προαίρεση.
Όμως τι θα πούμε για το φυσικό κακό, δηλαδή για το «επίπονον και οδυνηρόν εις τας αισθήσεις», κατά την δια­τύπωση του Μεγάλου Βασιλείου; Εδώ γίνεται λόγος για τη σωματική ασθένεια για την στέρηση των αναγκαίων στη ζωή, για την αισχύνη, τη χρηματική ζημιά, την απώλεια των συγγενών, για συμφορές που ταλαιπωρούν όλους τους ανθρώπους μιας περιοχής, όπως πείνες, ξηρασίας, βροχές, σεισμοί κ. ο. κ.
Όλα αυτά αναφέρονται στην αγία Γραφή ως "κακά", τα όποια επιτρέπει ο Θεός ως παιδαγωγικά μέσα ή για άλλο σκοπό. «Εγώ ο κατασκευάσας φως και ποιήσας σκότος», λέγει ο Θεός στον προφήτη, «ο ποιών ειρήνην και κτίζων κακά» (Ησ. με' 7)· «ότι κατέβη κακά παρά Κυρίου επί πύλας Ιερουσαλήμ» (Mix. α' 12)· «ει έστι κακία εν πόλει ην Κύριος ουκ εποίησε;» (Αμώς γ' 6). «Ίδετε ίδετε ότι εγώ ειμί και ουκ εστί Θεός πλήν εμού· εγώ αποκτενώ και ζην ποιώ, πατάξω καγώ ιάσομαι, και ουκ εστίν ος εξελείται εκ των χειρών μου» (Δευτερ. λβ' 39).
Δεν ονομάζει εδώ κακία την πονηρία και την αμαρτία, αλλά την ταλαιπωρία, τον πόνο και τις συμφορές· αυτό εννοούσε και ο Κύριος όταν έλεγε· «αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής» (Ματθ. στ' 34). Η αμαρτία δεν είναι έργο του Θεού, αλλά εύρημα της θελήσεως του ανθρώπου. Αυτή δε η "κακία", οι οδυνηρές δηλαδή καταστάσεις στη σωματική ζωή του ανθρώπου, η κάκωση, γίνεται προς αναίρεση της αμαρτίας και ονομάζεται κακία, όχι από τον χαρακτήρα της, αλλά «από την γνώμην των ανθρώπων διότι συνηθίζομε να ονομάζωμε κακίαν όχι μόνον τας κλοπάς και τας μοι­χείας, αλλά και τας συμφοράς» (Χρυσόστομος).
Στην πραγματικότητα αυτές οι κακώσεις είναι αγαθά, επειδή δεν αποβλέπουν στην τιμωρία μας, αλλά στον σω­φρονισμό μας και στην επιστροφή μας μέσω της κακοπαθε-ας πίσω, στην κατάσταση της υγείας. «Και εκάκωσέ σε και ελιμαγχόνησέ σε και εψώμισέ σε...» (Δευτερ. η' 3), σε εταλαιπώρησα και σε άφησα να πεινάσεις για να σε ευεργετήσω· «διά να σταματήσω την κακίαν προτού εξαπλωθεί υπερβολικά, όπως το ρεύμα του ποταμού, που συγκρατείται με κάποιον ισχυρόν φράκτην και αντιτείχισμα» (Μ. Βασίλειος).
Ο ίδιος πατέρας, σχολιάζοντας το Ησ. με' 7 λέγει πως ο Θεός "κτίζει κακά" με την έννοια, όχι ότι τα δημιουργεί από το μηδέν, αλλά τα "μεταποιεί"· μέσω αυτών των κακώσεων οδηγεί σε καλλιτέρευση. Η ίδια έννοια αποδίδεται και στο «πατάξω καγώ ιάσομαι» εγώ πληγώνω και εγώ θεραπεύω (Δευτερ. λβ' 39)' όσον ο εξωτερικός άνθρωπος φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός ανακαινουργιώνεται (Β' Πέτρ. δ' 16). «Λοιπόν», σχολιάζει ο Μ. Βασίλειος, «δεν αποκτείνει άλλον και άλλον ζωοποιεί, αλλά τον ίδιο, με αυτά που τον σκοτώνει τον ζωοποιεί και με αυτά που τον πληγώνει, τον θεραπεύει». «Συ μεν γαρ πατάξεις αυτόν ράβδω, την δε ψυχήν αυτού εκ θανάτου ρύση» (Παροιμ. κγ' 14)· πληγώνεται η σάρκα για να θεραπευθεί η ψυχή. «Η ράβδος σου και η βακτηρία σου, αυταί με παρεκάλεσαν» (Ψαλμ. κβ/κγ' 4).
Το κακό λοιπόν είναι μόνο ένα, η αμαρτία. Δεν έχει οντολογική ύπαρξη ούτε είναι γνώρισμα κάποιας υπάρξεως. Είναι ένα συμβάν, μια πράξη αποκλίσεως από το αγαθό, η στέρηση του αγαθού, που έχει την αιτία στην προαίρεση του άνθρωπου, όχι στη φύση του. Το «κατά φύσιν» προη­γείται από το «παρά φύσιν» και αυτή η απόκλισιη από το «κατά φύσιν» δεν είναι αναπόφευκτο γεγονός. Και μόνο η ύπαρξη καλών και κακών το αποδεικνύει αυτό.
Τα «κακά» για τα οποία στην αγία Γραφή φέρεται «δημι­ουργός» ο Θεός είναι τα φυσικά κακά, οι κακώσεις κατά την αντίληψη των ανθρώπων, επειδή παρουσιάζονται σαν καταστάσεις οδυνηρές. Μέσω αυτής της κακοπαθείας σω­φρονίζεται ο άνθρωπος και οδηγείται στην επιστροφή. Έτσι ο Θεός "μεταποιεί" τις κακώσεις αυτές σε δωρεές και οδηγεί σε καλλιτέρευση.
Π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δρ. θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Η Θεία Λειτουργία

Τα Κατηχούμενα
Μετά την ευχή της Εκτενούς Ικεσίας, αγαπητοί αδελφοί, αναπέμπουμε τη δέηση υπέρ των Κατηχουμένων, διαβάζουμε την ευχή που τη συνοδεύει και κατόπιν «απολύουμε» τους κατηχούμενους. Κατηχούμενοι στην αρχαία Εκκλησία ονομάζονταν οι χριστιανοί που προετοιμάζονταν για το βάπτισμα, που εκείνη την εποχή δεν ετελείτο όπως τώρα, οποιαδήποτε ημέρα, αλλά την παραμονή του Πάσχα. Η κατήχηση , η προετοιμασία δηλαδή για το Βάπτισμα, διαρκούσε πολύ καιρό, που έφτανε μέχρι και δύο χρόνια, και περιλάμβανε τόσο τη διδασκαλία των προσήλυτων στις αλήθειες της πίστεως, όσο και τη βαθμιαία εισαγωγή τους στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.
Με την πάροδο του χρόνου, ο θεσμός των κατηχουμένων σταδιακά εξαφανίστηκε, επειδή επικράτησε κυρίως ο νηπιοβαπτισμός. Ιστορικά βεβαίως, οι ευχές για τους κατηχούμενους εισήχθηκαν σε μία εποχή που η Εκκλησία, όχι μόνο περιλάμβανε το θεσμό των κατηχουμένων, αλλά στην πράξη πίστευε πως απευθύνεται στον κόσμο με σκοπό να τον μετατρέψει στον Χριστό, και θεωρούσε τον κόσμο ως αντικείμενο Ιεραποστολής. Κατόπιν άλλαξε το ιστορικό σκηνικό και φάνηκε ότι ο κόσμος είχε γίνει χριστιανικός. Δεν ζούμε όμως ξανά σήμερα σ’ έναν κόσμο που είτε έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία είτε δεν έχει ακούσει ποτέ για τον Χριστό; Δεν βρίσκεται η ιεραποστολή ξανά στο κέντρο της εκκλησιαστικής συνείδησης; Δεν είναι αμαρτία απέναντι σ’ αυτή τη βασική κλήση, να εγκλείεται η Εκκλησία και η εκκλησιαστική κοινότητα στην εσωστρεφή της ζωή και να θεωρεί πως έχει κληθεί μόνο να φροντίζει τις πνευματικές ανάγκες των μελών της; Για ποιούς προσευχώμαστε όταν ακούμε τις αιτήσεις της Δέησης υπέρ των κατηχουμένων: «Ίνα ο Κύριος αυτούς ελεήση. Κατηχήση αυτούς τον λόγον της αληθείας. Αποκαλύψη αυτοίς το Ευαγγέλιον της δικαιοσύνης.Ενώση αυτούς τη αγία αυτού καθολική και αποστολική Εκκλησία»; Φυσικά, κατ’ αρχάς για όλους αυτούς που πρόκειται όντως να εισέλθουν στην Εκκλησία και επιπλέον για όλους αυτούς που θα μπορούσαμε να προσελκύσουμε στον Ήλιο της Δικαιοσύνης, αν δεν είμασταν αδιάφοροι, αν δεν είχαμε την συνήθεια να θεωρούμε την Εκκλησία ιδιοκτησία μας, πως υπάρχει μόνο για μας και όχι για το έργο του Θεού, όχι γι’ Αυτόν που επιθυμεί «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Έτσι οι ευχές για τους κατηχούμενους, διατηρώντας το άμεσο νόημά τους, πρέπει να γίνουν για μας μία συνεχής υπόμνηση και κρίση: τι κάνουμε για την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο; Πως εκπληρώνουμε την εντολή της Εκκλησίας: «πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει»;
Είναι χαρακτηριστικό ότι στη δέηση υπέρ των κατηχουμένων ο λειτουργός απευθύνεται στους πιστούς, «οι πιστοί υπέρ των κατηχουμένων δεηθώμεν» και τους προτρέπει να προσευχηθούν όλοι μαζί για τους κατηχούμενους, για να τους ελεήσει ο Κύριος, για να τους κατηχήσει το λόγο της αλήθειας, για να τους φανερώσει το Ευαγγέλιο της δικαιοσύνης, για να τους ενώσει με την αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία. Η ευχή που ακολουθεί φανερώνει όλη την αγάπη και το ποιμαντικό ενδιαφέρον της Εκκλησίας για τα νέα μέλη, που ετοιμάζει για να τα ενώσει στην αδελφότητα, που είναι το Σώμα του Χριστού: «Κύριε, Θεέ μας, που κατοικείς ψηλά στον ουρανό και βλέπεις εδώ κάτω στη γη, που για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους έστειλες τον μονογενή σου Υιό και Θεό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ρίξε τη ματιά σου επάνω στους δούλους σου τους κατηχούμενους, που έχουν σκύψει τώρα τα κεφάλια τους σε σένα· και αξίωσέ τους στον κατάλληλο καιρό να πάρουν το λουτρό που θα τους ξαναγεννήση, να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους και να φορέσουν το ένδυμα της άφθαρτης ζωής· ένωσέ τους με την αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία και λογάριασέ τους με τα πρόβατα του διαλεχτού σου ποιμνίου. Για να δοξάζουν κι αυτοί μαζί μας το ολοτίμητο και μεγαλόπρεπο όνομά σου, του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες».
Το πρώτο μέρος της Λειτουργίας, αγαπητοί αδελφοί, προχωρεί προς το τέλος του με την απόλυση όλων όσοι δεν είναι βαπτισμένοι, αλλά προετοιμάζονται ακόμη για το βάπτισμα. Στην πρωτοχριστιανική εποχή, οι μετανοούντες η οι προσκλαίοντες, αυτοί δηλαδή που προσωρινά αποκλείονταν από τη συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία, έφευγαν κι αυτοί αμέσως μετά τους κατηχούμενους. Μόνον οι πιστοί και μόνον αυτοί που θα λάβουν τη Θεία Κοινωνία παραμένουν στην εκκλησιαστική Σύναξη και καλούνται τώρα, μέσα από μία γενική προσευχή, να προετοιμαστούν για την ευχαριστιακή Αναφορά. «Όσοι πιστοί, έτι και έτι εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν». ΑΜΗΝ.
Ιερά Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης
Κ. Μ.

Το μάθημα των Θρησκευτικών

Ημερίδα για το μάθημα των Θρησκευτικών στο Βόλο - Συμπεράσματα,
Ολοκληρώθηκε η Ημερίδα για το μάθημα των Θρησκευτικών στο Βόλο
Σπουδαίες οι εισηγήσεις. Σημαντικά τα συμπεράσματα
Σπουδαία Θεολογική Ημερίδα πραγματοποιήθηκε σήμερα στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας, με θέμα «Θρησκευτικά: Η αναγκαία απάντηση για το νόημα της γνώσης», με συνδιοργάνωση της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και της Ένωσης Θεολόγων Μαγνησίας.
Την Ημερίδα χαιρέτησαν ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Μαγνησίας και Λαρίσης κ. Απόστολος Ποντίκας, ο Πρόεδρος της Ενώσεως Θεολόγων Μαγνησίας κ. Τριαντάφυλλος Πασσιάς και ο Αντιπρόεδρος της Π.Ε.Θ. κ. Ηλίας Φραγκόπουλος.
Την έναρξη των εργασιών κήρυξε ο Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, επεσήμανε ότι
«Σκοπός της σημερινής εκδήλωσης, δεν είναι η υπεράσπιση κάποιων συντεχνιακών αιτημάτων. Κίνητρο όλων και δικό μου προσωπικά, είναι ο πόνος για ένα σχολείο που κινδυνεύει να χάσει οριστικά κάθε επαφή με την ενοποιό ουσία των πραγμάτων και να καταντήσει ένα απλό γρανάζι στη μηχανή παραγωγής διασπασμένων προσωπικοτήτων, έτοιμων να ενταχτούν σε μία κοινωνία, μάλλον σε μία αγέλη, διαρκώς ανικανοποίητων καταναλωτών…»
Σε άλλο σημείο του Χαιρετισμού του ο κ. Ιγνάτιος τόνισε: «Ας μη γελιόμαστε! Η αναγκαιότητα –και όχι απλή υποχρεωτικότητα- των θρησκευτικών δεν αφορά μόνο την Εκκλησία η τους θεολόγους. Αφορά στόχους και προτεραιότητες μίας ολόκληρης κοινωνίας. Αφορά τη διατήρηση ερωτημάτων για το νόημα της γνώσης, το νόημα του τόσου κόπου μαθητών και διδασκόντων, το νόημα της ζωής στο σύνολό της. Αφορά την ανάγκη ύπαρξης σημείου αναφοράς, την ανάγκη ύπαρξης προτύπων, την ανάγκη ύπαρξης σταθερών αρχών και αξιών.
Αφορά όμως και εμάς. Και μάλιστα σε όλο το φάσμα των ρόλων μας. Εκείνο του ποιμένα, του λειτουργού, του θεολόγου, του δασκάλου, του προτύπου. Αναμφίβολα είμαστε μέρος του προβλήματος μίας κοινωνίας, που εθίστηκε στις εύκολες λύσεις, τα κεκτημένα, τον άνευρο θεολογικό λόγο, την εξ αποστάσεως διαποίμανση, την ομφαλοσκοπία. Και ακριβώς επειδή είμαστε μέρος του προβλήματος, μπορούμε να γίνουμε και μέρος της λύσης του. Εάν στις παραλείψεις και τα σφάλματα προστεθεί η αδράνεια, η μοιρολατρία και η αναβολή, θα βρεθούμε αναπολόγητοι μπροστά σε μία γενεά, που θα μεγαλώσει στερημένη από ιδανικά, προοπτικές, ανοιχτούς ορίζοντες και ανοιχτούς ουρανούς. Μία γενεά που θα αναζητεί το απόλυτο και τον ηρωισμό στις οθόνες, στις κερκίδες και στην κατανάλωση. Μία γενιά χωρίς μέτρα και σταθμά στις ανθρώπινες σχέσεις, στον εργασιακό χώρο, στην κοινωνική της ζωή. Μία γενιά χωρίς ταυτότητα, ούτε προσωπική, ούτε εθνική, τελικά ούτε ανθρώπινη…»
Πρώτος ομιλητής ήταν ο κ. Κων/νος Ζορμπάς Κοινωνιολόγος – Θεολόγος, Σύμβουλος Α΄ για Εκκλ/κά θέματα στην μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία και την Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ε.Ε., ο οποίος μίλησε με θέμα «Η νέα γεωπολιτική σκηνή των θρησκειών στη διευρυμένη Ευρώπη. Προκλήσεις και προοπτικές για την Ευρωπαϊκή κοινωνία και το σχολικό περιβάλλον».
Ο κ. Ζορμπάς σημείωσε ότι «οι πολλαπλές αλλαγές που συντελούνται σήμερα στην Ευρώπη επηρεάζουν συνεχώς τους πολίτες της Ευρωπαϊκής κοινωνίας και δημιουργούν νέες θρησκευτικές ταυτότητες. Το φαινόμενο του αποκουλτουραλισμού της θρησκείας και ο θρησκευτικός Ευρωπαϊκός πλουραλισμός επιβάλει την καλλιέργεια και την κατανόηση ενός αναδυόμενου προβληματισμού από τους μαθητές, πιστούς ή μη πιστούς, με θρησκευτικές ή μη θρησκευτικές πεποιθήσεις, ώστε να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή των εθνικών κρατών χωρίς τον κίνδυνο της διάσπασης»
Ο ομιλητής παρουσίασε το θρησκευτικό φαινόμενο στον κόσμο και στην Ευρώπη, τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι αλλαγές και οι εξελίξεις, τόσο στην κοινωνία όσο και στην εκπαίδευση και επεσήμανε ότι «στην Ευρώπη, ενώ η θρησκευτικότητα των Ευρωπαίων πολιτών βρίσκεται σε παρακμή, το θρησκευτικό τοπίο πολλαπλασιάζεται, κυρίως με την μετακίνηση των πληθυσμών. Η πληθυντικότητα των θρησκειών στην Ευρώπη είναι ένα σημαντικό στοιχείο, κυρίως όταν δεν αναγνωρίζεται ως αξία, αλλά ως γεγονός αρνητικό και αδιάφορο στην πολιτική σκηνή»
Ακολούθησε η κ. Μαρία Πλατσίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, η οποία μίλησε με θέμα «Τα ηθικά και ηρωικά πρότυπα παιδιών και εφήβων και ο ρόλος τους στην ανθρωπιστική εκπαίδευση».
Η ομιλήτρια, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι «Στην ανθρωπιστική εκπαίδευση σημαντικό ρόλο έχει ολόκληρο το άτομο, όχι μόνο ως νους και διάνοια, αλλά και ως ον ηθικό, συναισθηματικό και κοινωνικό. Η ηθική ψυχολογία μελετά την φύση και την δομή της έννοιας ηθική, όπως την αντιλαμβάνονται τα παιδιά και οι ενήλικες. Η ηθική εκπαίδευση έχει στόχο την εφαρμογή των κατάλληλων μεθόδων και προγραμμάτων, έτσι ώστε να προαχθεί η ηθική ανάπτυξη και να ενισχυθεί η εκδήλωση θετικής, κοινωνικής συμπεριφοράς στους εκπαιδευόμενους. Η μελέτη ηρωικών προτύπων μπορεί να είναι ένας χρήσιμος και πρακτικός τρόπος για να μελετήσουμε τις ηθικές αξίες και πεποιθήσεις των παιδιών και τις απόψεις τους για το τί αποτελεί θετική κοινωνική συμπεριφορά… Τα ηρωικά πρότυπα μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως ένα μέσο εκπαιδευτικής παρέμβασης με στόχο την προώθηση της συναισθηματικής και ηθικής ανάπτυξης των παιδιών…»
Επόμενος ομιλητής ήταν ο Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Μιχαήλ Τρίτος, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Γιατί πρέπει το μάθημα των θρησκευτικών να είναι υποχρεωτικό». Ο κ. τρίτος, καταρχήν εξήρε την σχέση αγάπης και συνεργασίας του Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου με τους θεολόγους – Εκπαιδευτικούς και το ενδιαφέρον του για το μάθημα των θρησκευτικών.
Στη συνέχεια σημείωσε ότι η υποχρεωτικότητα του μαθήματος των θρησκευτικών επιβάλλεται: 1. Από το Ελληνικό Σύνταγμα, 2. Από το γεγονός ότι ανταποκρίνεται στο παιδαγωγικό αίτημα της αγωγής του όλου. Η Ορθόδοξη αγωγή αναπτύσσει την προσωπικότητα, τις βουλητικές, νοητικές και συναισθηματικές ανάγκες του μαθητή, ενώ ολοκληρώνει την προσωπικότητά του. Επίσης, καλλιεργεί την ηθική συνείδηση, σε μια εποχή κρίσης, βίας και αντικοινωνικής δράσης, αναπτύσσει την κριτική σκέψη και συνδέει με το πολιτιστικό και ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον του τόπου.
Συμβάλει στην διάκριση της υγιούς προς την αρρωστημένη θρησκευτικότητα, ενώ διαφυλάσσει από τον κίνδυνο των αιρέσεων και της παραθρησκείας. Καλλιεργεί πρότυπα ζωής, τον κοινωνισμό, προάγει την κοινωνική ειρήνη και προβάλει την αγάπη έναντι του μίσους και της κοινωνικής εκμετάλλευσης.
3. Από το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός είναι ιστορικό – πολιτιστικό μέγεθος γιγαντιαίων διαστάσεων, που έταμε την ιστορία και έγινε η βάση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Καθοδήγησε την πνευματική ζωή, συνέβαλε στην διαμόρφωση του Δικαίου, ανακήρυξε την ανθρώπινη αξία, κυρίως της γυναίκας, υπηρέτησε την τέχνη, ημέρωσε τα ήθη, προστάτεψε και αγωνίστηκε για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την εδραίωση της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ο ομιλητής κατέληξε σημειώνοντας ότι «λόγοι ιστορικοί, πολιτιστικοί, εθνικοί και θρησκευτικοί, καθιστούν το μάθημα τον θρησκευτικών υποχρεωτικό»
Τέταρτος ομιλητής ήταν ο κ. Παντελής Σαββίδης, γνωστός Δημοσιογράφος της ΕΤ3, ο οποίος μίλησε με θέμα «Διδασκαλία των θρησκευτικών: μια δημοσιογραφική προσέγγιση».
Ο κ. Σαββίδης επεσήμανε την ανάγκη «Η Εκπαίδευση να είναι συντηρητική, με την απλή και πρωταρχική σημασία της λέξης, να συντηρεί δηλ. τον πολιτισμό που οι πρεσβύτεροι έχουν παραλάβει και να τον παραδίδει στους νεότερους. Όταν δεν καταφέρνουμε ή δεν θέλουμε να μεταβιβάσουμε στους νέους τις αξίες και την κληρονομιά που συνιστούν τη συλλογική συνείδηση, όταν τους αφήνουμε χωρίς μνήμη, καταδικάζουμε τον εαυτό μας να ζήσει ένα τεράστιο χάσμα γενεών, από το οποίο δεν πρόκειται να βγούμε όσο το αντιμετωπίζουμε σαν οπισθοδρομική φαντασίωση κάποιων απροσάρμοστων συντηρητικών μεσοαστών…»
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του σημείωσε ότι «το μάθημα των θρησκευτικών έχει και αν δεν έχει πρέπει να έχει, κατά βάση γνωσιολογικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην ενημέρωση των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο γενικότερα και ειδικότερα στην κατανόηση της θρησκευτικής διάσταση των επί μέρους θεμάτων της ζωής, καθώς και στο πώς το θρησκευτικό «πιστεύω» επέδρασε και επιδρά στη διαμόρφωση του πολιτισμού…»
Υπογράμμισε, στη συνέχεια, ότι «για να χαρακτηριστεί το μάθημα των θρησκευτικών στην εποχή μας ως μορφωτικό αγαθό, όπως πράγματι είναι, χωρίς σοβαρές αμφισβητήσεις, πρέπει να πληροί ορισμένους όρους και από πλευράς περιεχομένου και από πλευράς μεθοδολογίας διδασκαλίας, ώστε να ανταποκρίνεται στα δεδομένα και τις προκλήσεις του σήμερα. Αυτοί μπορεί να είναι η Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, όπως αυτή αποτυπώνεται στα μνημεία του πολιτισμού, οι βασικές αρχές του δημόσιου σχολείου, η πολυπολιτισμική διάσταση της κοινωνίας και τέλος, τα ψυχοπαιδαγωγικά χαρακτηριστικά του μαθητή…» Ο κ. Σαββίδης υποστήριξε ότι «το μάθημα των θρησκευτικών δε μπορεί να έχει κατηχητικό περιεχόμενο, δε μπορεί να είναι μάθημα μύησης στην πίστη και την ζωή της Εκκλησίας.
Το σχολείο δε μπορεί να υποκαταστήσει την Εκκλησία στον μυσταγωγικό της ρόλο. Δεν έχει τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο, διότι δεν το διοικούν ποιμένες της Εκκλησίες και οι μαθητές που φοιτούν σ’ αυτό δεν είναι υποχρεωτικά μέλη της Εκκλησίας. Το σχολείο έχει την υποχρέωση να καλλιεργεί την κριτική ικανότητα των μαθητών και τα τους ενημερώνει. Να εκθέτει σ’ αυτούς την πείρα του παρελθόντος, να τους δίνει τις προϋποθέσεις και να τους ωριμάζει, ώστε να κάνουν επιλογές για τις οποίες θα έχουν ακέραιη την ευθύνη.
Δυστυχώς, όμως, αντί για ήρεμη και ειλικρινή συζήτηση προκαλούνται ενστικτώδεις αντιδράσεις, λόγω προκαταλήψεων και διαστρεβλώσεων. Αφενός μεν οι μνήμες ενός νεφελώδους ευσεβούς παρελθόντος… οδηγούν τις συζητήσεις για το θέμα αυτό σε ακρότητες… και από την άλλη μεριά έχουμε αντιδράσεις που τις χαρακτηρίζει ένας έντονος αρνητισμός»
Ο κ. Σαββίδης κατέληξε λέγοντας ότι «το μάθημα πρέπει να παραμείνει υποχρεωτικό να συνδέει κατάλληλα με την συνέχεια και την παράδοση του Ελληνικού πολιτισμού, να είναι κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας… Συμπερασματικά, ο θρησκευτικός εγγραμματισμός, που επιτυγχάνεται στα όρια ενός υποχρεωτικού θρησκευτικού μαθήματος, προβάλλει απαραίτητος για τον σύγχρονο νέο άνθρωπο και είναι ανάγκη να υλοποιείται νηφάλια, επιστημονικά και με σεβασμό στις συνθήκες του σύγχρονου δημοκρατικού και πλουραλιστικού σχολείου»
Κατά την 3η και τελευταία Συνεδρία, πρώτος ομιλητής ήταν ο κ. Σταύρος Μπαλογιάννης, Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ., ο οποίος μίλησε με θέμα «Η αναγκαιότητα του μαθήματος των θρησκευτικών». Ο ομιλητής εξαρχής επεσήμανε την αναγκαιότητα του μαθήματος γιατί στην εποχή μας κυριαρχεί υπαρξιακή κρίση. Κατ' αυτήν ο άνθρωπος αναζητεί τον εαυτό του, βιώνει την κοινωνική απομόνωση, καλείται να πάψει να σκέπτεται. Επικρατεί το άλγος σε όλες τις διστάσεις του: ψυχική, ψυχολογική, σωματική, ηθική, φιλοσοφική, κοινωνική, θεολογική.
Στη συνέχεια ανέλυσε συγκεκριμένα φαινόμενα της εποχής: Την αποδόμηση της κοινωνίας, την πορεία προς την παγκοσμιοποίηση, τα χαρακτηριστικά της οποίας είναι, η υπέρβαση του εθνικού στοιχείου, των θρησκευτικών διαφορών, η επικράτηση ενός τύπου πολιτιστικού περιγράμματος, ενός πολιτικού συστήματος, μίας γλώσσας, ενιαίας τεχνοδομής, η ενοποίηση του χωροχρόνου, η κατάργηση ρυθμιστικών οικονομικών διαστάσεων, η ανάδειξη οικολογικής παραμέτρου, η απο-προσωποποίηση του ατόμου, η έμφαση στην οικονομική ευημερία.
Ο κ. Μπαλογιάννης μίλησε για την επάνοδο των ειδώλων στην εποχή μας. Των ειδώλων του αρχέγονου ανθρώπου, της Πολιτείας, των σύγχρονων ειδώλων (υλιστικού ευδαιμονισμού, ανθρωπισμού, υπερανθρώπου). Η ειδωλολατρία νοείται ως προσπάθεια εξόδου από την αμφίρροπη θέση μεταξύ αγαθού και κακού, με αποτέλεσμα την επικράτηση του φόβου.
Ο κ. Μπαλογιάννης μίλησε για την αναγκαιότητα ψυχικής αρμονίας, η οποία εξαρτάται, εν πολλοίς, από τη διαπαιδαγώγηση στην οικογένεια, το σχολείο, την κοινωνία. Έχει σκοπό την μη ανάπτυξη αρνητικών συναισθημάτων, την καλλιέργεια ηθικών αξιών, την ανάπτυξη ηθικής συνείδησης και την εδραίωσή της. Χωρίς αυτή ο άνθρωπος οδηγείται στην αυτοαπόρριψη. Γι' αυτό είναι απαραίτητη η δύναμη των πνευματικών αξιών. Αν βγάλουμε τα θρησκευτικά από το σχολείο όχι ως μάθημα θρησκειακό, αλλά ως μαρτυρία του Σταυρού και της Ανάστασης, θα προσφέρουμε αρνητική υπηρεσία στους νέους της εποχής μας. Το μάθημα θα επικρατήσει, όμως, όσο υπάρχει ο Θεολόγος που θα το ζήσει βιωματικά, ως γεγονός της Ανάστασης. Μέσα από ένα τέτοιο μάθημα ο άνθρωπος θα αποκτήσει κοινωνική συνείδηση κατά το πρότυπο της Αγίας Τριάδος.
Ακολούθησε ο κ. Αντώνιος Σμυρναίος, Λέκτορας Νεοελληνικής Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα «Όταν το Μυστήριο συναντά το μάθημα: Τα θρησκευτικά ως ανάγκη, ως απειλή, ως εναλλακτική πολιτισμική γυμναστική».
Ο κ. Σμυρναίος, μεταξύ άλλων, επεσήμανε ότι «μια συζήτηση για την αναγκαιότητα του μαθήματος των θρησκευτικών σήμερα δεν θα μπορούσε να μη συσχετιστεί με το γεγονός ότι η δυνατότητα των άμεσα ή έμμεσα εμπλεκομένων στο μάθημα αυτό να υπερασπίσουν την αποστολή τους και την αποστολή του μαθήματος φαίνεται να έχει σημαντικά εξασθενήσει. Τα θρησκευτικά είναι εμφανές ότι απειλούνται, γι' αυτό και εγείρονται, ιδιαίτερα σήμερα, ζητήματα αναγκαιότητας, δηλ. νομιμότητας μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο εξουσίας...»
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του υπογράμμισε ότι «Οι παιδαγωγικές αρχές αλλά και η ίδια η αναπόδραστα παιδαγωγική προσωπικότητα των διδασκόντων πρέπει να χρησιμοποιούνται μέσα στο μάθημα των θρησκευτικών ως υποδοχείς και ως ελκυστείς του Μυστηρίου, ανοίγοντας το φεγγίτη του ουρανού στους μαθητές...
Το Μυστήριο πρέπει να συναντά το μάθημα, αλλά και το μάθημα να δεξιώνεται το Μυστήριο, πρέπει δηλ. να υπάρχει η αγωνιώδης μέριμνα των διδασκόντων να ξεκινήσει μέσα από την ίδια τη σχολική τάξη η κατεργασία, όχι μιας γνωστικής. Ηθικολογικής ή πολιτιστικής, αλλά μιας αγαπητικής σχέσης ανάμεσα στο μαθητή και στον Θεό, αλλιώς η αυτοαναίρεση του μαθήματος θα είναι απολύτως δεδομένη, αλλά και φυσιολογική...»
Κατέληξε λέγοντας ότι «το θρησκευτικό μάθημα απειλείται γιατί απειλεί. Απειλούσε τη νεωτερικότητα, απειλεί και τη διάδοχό της. Δεν είναι αλήθεια, όμως ότι, εκ της φύσεώς του, απειλεί; Δεν αποτελούσε πάντοτε σκάνδαλο και μωρία; Σκεφθήκατε ποτέ πώς θα μπορούσε να διαχειριστεί το σκάνδαλο και τη μωρία ένα σχολικό μάθημα; αλλά και πάλι, πάντοτε δεν αντιτίθετο ευθέως προς τον κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου; Μας κάνει εντύπωση όταν αποστραγγίζεται σε ηθικολογία ή πολιτιστική γυμναστική;... Συνεπώς, τα θρησκευτικά είναι υβριδικό μάθημα και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη του ευλογία, αλλά και το ριζοσπαστικό του διακύβευα σε ένα κόσμο που μονίμως, αλλά και νομίμως, σύμφωνα με τη λογική του, το αρνείται... Τα θρησκευτικά, νομίζω σε αυτό και μόνο υποχρεούνται: να κομίζουν την αναγκαιότητα του Μυστηρίου στον ίδιο τον κόσμο. Έτσι θα κατορθώσουν να συγκροτήσουν μια μόνιμη και αναγκαία απάντηση στο νόημα της γνώσης».
Τον κύκλο των ομιλητών έκλεισε η κ. Δέσποινα Τσιάνου, Ιατρός, η οποία μίλησε με θέμα «Παιδεία χωρίς Θεό αντέχεται;». Η κ. Τσιάνου έθεσε, καταρχήν το ερώτημα: «Τί λείπει σήμερα από την Παιδεία; γιατί η γνώση δεν σοφίζει και το σχολείο δεν ικανοποιεί; Γιατί τα παιδιά οδηγούνται σε ακρότητες;» Επεσήμανε ότι «Πολιτεία που δεν έχει ως βάση την Χριστιανική Παιδεία είναι οικοδομή που κτίζεται χωρίς νερό και ασβέστη». Σημείωσε ότι το μάθημα των θρησκευτικών σήμερα θεωρείται απειλή και παραγκωνίζεται στο βωμό της παγκοσμιοποιημένης ισοπέδωσης. Επεσήμανε, επίσης, ότι παλαιότερα στην χρηστή διαπαιδαγώγηση των νέων συνέβαλαν και η οικογένεια και η κοινωνία και αναρωτήθηκε: «Πόσοι γονείς σήμερα έχουν επίγνωση της ύψιστης αποστολής τους;
Πόσοι εμπιστεύονται τα παιδιά τους στην Εκκλησία και τα κατευθύνουν στη αγιότητα;... η Κοινωνία τροφοδοτεί με ψευδαισθήσεις, σαθρά πρότυπα, αρρωστημένες προτεραιότητες». Τόνισε δε τα αρνητικά πρότυπα που προσφέρουν το υποκριτικό πολιτικό σύστημα και η τηλεόραση. «Σ' αυτό το κλίμα η κοινωνία διαμορφώνει πρόσωπα θρησκευτικά απονευρωμένα και πνευματικά αναλφάβητα. Γι' αυτό, το βάρος πέφτει στο σχολείο. Αν δε καταφέρει να εναρμονίσει τον άνθρωπο ως σώμα, ψυχή και πνεύμα, τότε η γνώση, από οδός φιλοσοφίας θα γίνει εργαλείο κοινού επαγγελματισμού...»
Επεσήμανε την ανάγκη του μαθήματος των θρησκευτικών, ως του μόνου που μπορεί να υποψιάσει τα παιδιά για τον Θεό και να τα οδηγήσει στη μέθεξη του Θεού.
«Γι' αυτό είναι τραγικό ν' αγνοείται το μάθημα στον τόπο μας όπου η πίστη μετετράπηκε από ιδεολόγημα σε ζωή. Το μάθημα πρέπει ν' αναδειχθεί σε πεδίο άσκησης στην αγάπη και στην ελευθερία. Όταν τα παιδιά γνωρίσουν τον Χριστό, την πολιτιστική τους κληρονομιά, θα σεβαστούν την ετερότητα και θα δουν τον άλλο ως πλησίον, ως αδελφό...»
Κατέληξε δε με τα εξής: «Αν το μάθημα δεν έχει χαρακτήρα ομολογιακό - ηθικοπλαστικό, τότε σε ποια χώρα ζούμε; Ή μήπως θα γίνουμε πρόσφυγες στον ίδιο μας τον τόπο. Ευθύνη των γονέων είναι να ζητούν να διδάσκονται στο σχολείο η πίστη στον Χριστό, γιατί Παιδεία χωρίς Χριστό δε νοείται και ζωή χωρίς Χριστό δεν αντέχεται»
Ύστερα από αναλυτική και διεξοδική συζήτηση, τις εργασίες της Ημερίδας συνόψισε ο Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, ο οποίος ευχαρίστησε θερμά τους ομιλητές και τους κοπιάσαντες και επεσήμανε, μεταξύ άλλων: «Αυτά που για εμάς είναι αυτονόητα δεν είναι για κάποιους άλλους... Υπάρχουν τείχη μπροστά μας. Πώς θα τα γκρεμίσουμε για να επιτύχουμε τον επιδιωκόμενο στόχο που είναι η διατήρηση του μαθήματος των θρησκευτικών στα χέρια των Θεολόγων; Αυτό είναι το διακύβευμα σήμερα... Ο διάλογος που ανοίγεται μπροστά μας θέλει επιχειρήματα, στρατηγική, πειθώ. Η στιγμή είναι κρίσιμη.
Πρέπει να δούμε πώς θα πορευτούμε σε μια εποχή που οι αποφάσεις λαμβάνονται με επίφαση τον διάλογο. Γι' αυτό απαιτείται ενότητα, προκειμένου να κρατήσουμε το μάθημα να μη μετακυλήσει στα επιλεγόμενα και προαιρετικά. Αυτό είναι το πρώτο και σημαντικό βήμα». Σχολάζοντας, τέλος, τις τελευταίες συγκρούσεις στο χώρο της Μεσογείου, με σαφές θρησκευτικό υπόβαθρο, τόνισε: «Όταν τα θρησκευτικά θέματα γίνονται πρωτοσέλιδα, με αρνητικό περιεχόμενο, αυτό είναι απόδειξη ότι το μάθημα των Θρησκευτικών είναι αναγκαίο για την διακονία και την ειρήνευση της ψυχής...»
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.zoiforos.gr/

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

1821

Αντίκρουση περί Αγίας Λαύρας - 25ης Μαρτίου (ανανεωμένο)

Μια τεράστια προσφορά..

  Η Στέγη του κοριτσιού στον Άγιο Νεκτάριο Χανίων
 Συντάχθηκε απο τον Γιάννης Κάκανος 
 Με την ευλογία του Αγίου Νεκταρίου, την αγάπη των πιστών και την καθοδήγηση της μακαριστής ευλαβούς χριστιανής Μαρίκας Κουφάκη, πρωτεργάτριας και δημιουργού του Ιδρύματος «Η στέγη του κοριτσιού» στον Άγιο Νεκτάριο, φιλοξενήθηκαν εκατοντάδες άπορα, εγκαταλελειμμένα ή ορφανά κορίτσια, τα οποία - εκτός του ότι εξελίχθηκαν σε καλές νοικοκυρές - μορφώθηκαν και παντρεύτηκαν με ανάλογη προίκα που τους πρόσφερε το Ίδρυμα για να ζήσουν τη νέα ζωή τους με ακόμα περισσότερη ευτυχία.
“Η Μαρίκα Κουφάκη έφυγε πριν από λίγα χρόνια από τη ζωή ευτυχισμένη για το έργο το οποίο επιτέλεσε με πίστη όλα αυτά τα χρόνια”, επεσήμανε ο παπά -Μανώλης Δερμιτζάκης, προϊστάμενος του Ναού και πρόεδρος του Ιδρύματος.
Μας ξενάγησε στο Ίδρυμα συνεχίζοντας την αφήγηση με την απλότητα που τον διακρίνει γνωστοποιώντας μας ιστορικά στοιχεία, που καταγράψαμε: “Η προσφορά της Μαρίκας Κουφάκη θα μείνει γραμμένη με χρυσά γράμματα στα εκκλησιαστικά δρώμενα του νομού μας.
Εκατοντάδες ευτυχισμένες μητέρες σήμερα, όπως και πάρα πολλά άλλα κορίτσια πέτυχαν επαγγελματικά στη ζωή τους έχοντας ανατραφεί στο Ίδρυμα, που εκείνη δημιούργησε με την ευλογία του πνευματικού της πατέρα, Αμφιλοχίου του Μακρή.
Ο πατέρας Αμφιλόχιος, ήταν αρχιμανδρίτης, υπήρξε και ηγούμενος στη Μονή της Πάτμου, ενώ είχε πνευματικό του τον Άγιο Νεκτάριο στην Αίγινα.
Ερχόταν τακτικά στα Χανιά και εξομολογούσε πιστούς και κατά την παραμονή του στην πόλη μας τον φιλοξενούσε η μακαριστή Μαρίκα με τον σύζυγό της στο σπίτι τους.
Έτσι, λοιπόν, με τον πατέρα Αμφιλόχιο είχαν αποκτήσει μια πνευματική σύνδεση. Επειδή ο γέροντας είχε πρόσβαση στο Μοναστήρι του Αγίου Νεκτάριου στην Αίγινα, κατάφερε να πάρει ένα τεμάχιο των ιερών λειψάνων του, ένα σπόνδυλο και να τον φέρει το 1960 στα Χανιά, στο σπίτι της μακαριστής Μαρίκας.
Στη συνέχεια, έγινε ο Αγιασμός και έβαλαν τον θεμέλιο λίθο για την ανέγερση του Ναού αφιερωμένου στον Άγιο Νεκτάριο, ο οποίος - να σημειωθεί - ως βασικό κτήριο αποπερατώθηκε μέσα σε δύο χρόνια και έγινε Ενορία.
Ήταν η πρώτη εκκλησία που κτίσθηκε στην μνήμη του Αγίου Νεκταρίου σε όλο τον κόσμο. Για να καθιερωθεί κάποιος σε Άγιο, βλέπουμε πρώτα τις ενέργειες του Θεού. Τι θα υποδείξει ο Θεός σε μας γι’ αυτόν τον άνθρωπο.
Και στον Άγιο Νεκτάριο έχουμε πάρα πολλά σημεία από την αφθαρσία του λειψάνου του, από την ευωδία και τα θαύματα που έγιναν από την πρώτη μέρα που κοιμήθηκε, το έτος 1920. Η εκκλησία μας ξεκίνησε να κτίζεται το 1960, πριν ακόμα γίνει η επικύρωση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να χαρακτηρισθεί ως Άγιος ο π. Νεκτάριος της Μονής της Αιγίνης.
Η προσήλωση της μακαριστής Μαρίκας από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής της ήταν ένας αγώνας προσφοράς και αγάπης για τους φτωχούς, τους άρρωστους και τα ορφανά.
Ίδρυσε στην αρχή έναν Χριστιανικό Σύλλογο, ο οποίος παράλληλα με την Ενορία ξεκίνησε ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό έργο με διασυνδέσεις σε χριστιανούς σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η αλληλογραφία αυτή υπάρχει στο αρχείο μας και είναι όλα αυτά τα γράμματα που βλέπετε εδώ μέσα. Δεν υπήρχε τα χρόνια εκείνα άλλος τρόπος επικοινωνίας με τους απανταχού ευρισκομένους χριστιανούς.
Με το μικρό υστέρημα τους που έστελναν στη μακαριστή Μαρία και τον Ναό του Αγίου Νεκταρίου αποτελείωσε η εκκλησία και τα πέριξ αυτής κτήρια που στεγάζουν «Τη στέγη του κοριτσιού» και το Μουσείο κεντημάτων και λοιπών χειροτεχνιών.
Συνεχίζοντας το σπουδαίο έργο της μακαριστής Μαρίας φιλοξενούμε σήμερα 20 κορίτσια με τα μικρότερά μας να είναι 3 και 4 χρονών.
Οι ανάγκες μας είναι μεγάλες διότι εκτός από τη φιλοξενία και τα έξοδα των σπουδών τους έχουμε εργαζόμενες που φροντίζουν για τη σωστή λειτουργία και το πρόγραμμα του εξωτερικού συσσιτίου σε 40 – 50 οικογένειες φτωχών συνανθρώπων μας, όπως και τη συντήρηση όλων αυτών των κτηρίων, που φτιάχτηκαν με την αγάπη των πιστών.
Δύο από τους ευεργετημένους του Ιδρύματος είναι ο σημερινός μας μητροπολίτης κ. Δαμασκηνός με τον αδελφό του π. Αμφιλόχιο ηγούμενο στη Μονή της Αγίας Τριάδας, καθόσον, η μητέρα τους η μακαριστή Αντωνία, που έμενε στη γειτονιά μας, έμεινε χήρα σε μικρή ηλικία με τρία ανήλικα παιδιά.
Η μακαριστή Μαρίκα, λοιπόν, αγκάλιασε την οικογένεια, το κορίτσι το έβαλε μέσα στο Ίδρυμα και τ’ αγόρια τα προώθησε στην Πατμιάδα Σχολή…”

"΄Ερχεται μπόρα"

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Η Αγία Φιλοθέη (19 Φεβρουαρίου)

Αγια Φιλοθεη η Αθηναια
Απολυτίκιο της Αγ. Φιλοθέης
Ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός - Kabarnos

ισοκρατούν π. Ιωάννης Μπούτσης, π. Λάμπρος Κεφαλληνός, Γεώργιος Σάββας, Γρηγόρης Χατζηλυμπέρης, Νικόλαος Καββαδίας, Κωνσταντίνος Σκαρμούτσος, Θωμάς Καραγεώργος, Καβαρνός Εμμανουήλ.
μονταζ - επεξεργασία: Θωμάς Καραγεώργος.

Η παραβολή του ασώτου

« Δοξαστικό Κυριακής του Ασώτου"
Το δοξαστικό των αίνων της Κυριακής του Ασώτου σε ήχο πλάγιο του δευτέρου. Ψάλλει ο πρωτοψάλτης του ιερού ναού αγίας Αικατερίνης Πετραλώνων της ιεράς αρχιεπισκοπής Αθηνών κ. Καραμπάσης Δανιήλ.


Χαλινούς αποπτύσας, αργό Ιδιόμελ
Χαλινούς αποπτύσας, αργόν Ιδιόμελον, ήχος πλ.δ΄. Μέλος Ιακώβου Πρωτοψάλτου.
"Χαλινοὺς ἀποπτύσας τοὺς πατρικούς, ἀστάτῳ φρενί, τοῖς κτηνώδεσι τῆς ἁμαρτίας, λογισμοῖς συνέζησα, ὅλον μου τὸν βίον δαπανήσας ἀσώτως, ὁ τάλας ἐγώ, τροφῆς δὲ λειπόμενος, βεβαιούσης καρδίαν, πρὸς καιρὸν λιπαίνουσαν, ἡδονὴν ἐσιτούμην. Ἀλλὰ Πάτερ ἀγαθέ, μὴ κλείσῃς μοι τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα, ἀλλ' ἀνοίξας δέξαι με, ὡς τὸν Ἄσωτον Υἱόν, καὶ σῶσόν με".
Ψάλλει ο Ιερομόναχος Ρωμανός. Από τον Κατανυκτικό Εσπερινό της Β΄ Κυριακής των Νηστειών στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Προφήτου Ηλιού Ρουστίκων της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου.



Ιωάννης Κορναράκης:
 Ψυχολογική εμβάθυνση στην παραβολή του ασώτου

Η παραβολή του Ασώτου εκτιμάται ιδιαιτέρως υπό του πληρώματος εν γένει της Εκκλησίας. Η ευσπλαγχνία και η απεριόριστος αγάπη του ουρανίου Πατρός προς τον αμαρτωλόν άνθρωπον, η τονιζομένη μεγαλειωδώς εις την όλην ευαγγελικήν περικοπήν, προκαλεί έντονον αίσθησιν εις τας ψυχάς των πιστών.
Λόγω δε της τοιαύτης εντυπώσεως, την οποίαν η παραβολή του Aσ;vτου δημιουργεί, εξισούται αύτη, ως γνωστόν, πολλάκις πλήρως προς το λοιπόν περιεχόμενον της Αγίας Γραφής. Ούτως αναγνωρίζεται ότι η παραβολή αύτη είναι μεστή σωτηριολογικών νοημάτων και ότι εν αυτή εύρηται συμπεπυκνωμένη η όλη χριστιανική διδασκαλία περί της σωτηρίας του ανθρώπου δια της εν Χριστώ Θείας Αποκαλύψεως.
Αλλ’ επίσης και εκ της επόψεως των ψυχολογικών διαδικασιών η παραβολή του Ασωτου αποτελεί ασφαλώς ανεξάντλητον μεταλλείον. Επί τη βάσει οιασδήποτε ψυχολογικής θεωρίας, αντιμετωπιζούσης την ψυχικήν υπόστασιν μετά της οφειλομένης εΙς αυτήν αξιοπρέπειας και αν ερευνήσει τις το κείμενον της παραβολής ταύτης, θα επισημάνη πλούτον και ποικιλίαν ψυχικών διαδικασιών, δι’ ων διαφωτίζεται πως το σχήμα της πτώσεως του ανθρώπου εις την αμαρτίαν και της επιστροφής αυτού εις τον Θεόν. Το θέμα δηλονότι ή το πρόβλημα, το οποίον η παραβολή απεικονίζει, είναι πάντοτε πνευματικόν. Το γενικόν σχήμα της συμπεριφοράς του Ασώτου υιού αλλά και του πρεσβυτέρου αφορά εις την πνευματικήν υπόστασιν και ζωήν αυτών.
Εν τούτοις όμως εις την πορείαν της όλης περικοπής διαφαίνεται εις κεντρικάς γραμμάς το ψυχολογικόν σχήμα της πτώσεως του ανθρώπου εις την αμαρτίαν και της αφυπνίσεως και επιστροφής αυτού εις την αγκάλην του ουρανίου Πατρός. Δια τούτο και εκ της ψυχολογικής επόψεως η σημασία της παραβολής είναι εξαιρετικώς μεγάλη. Τα κύρια δέ σημεία του εν λόγω σχήματος θα ηδύναντο να καθορισθούν ως εξής:
Α΄  Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ (ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ)
ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΚΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ
«Πάτερ, δός μοι τό επιβάλλον μέρος τής ουσίας» (στχ. 12). Ο νεώτερος υιός προβάλλει το αίτημα της χειραφετήσεως εκ της πατρικής αυθεντίας δια της λήψεως των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία κληρονομικώ δικαίω ανήκουν εις αυτόν. Αλλ’ ενταύθα πρόκειται περί ψυχολογικής (και πνευματικής) αποδεσμεύσεως και χειραφετήσεως, η οποία, κατά την αντίληψιν του νεωτέρου υιού, θα παράσχη εις αυτόν την δυνατότητα της ανεξαρτησίας και δή της ψυχολογικής αυτοτελείας της προσωπικότητος αυτού. Δια τούτο, αφού ο πατήρ «διείλεν αυτοίς τον βίον» και «μετ’ ου πολλάς ημέρας», «συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν» (στχ. 12-13). Το πρόβλημα της ψυχολογικής χειραφετήσεως από των παραδεδομένων ή καθιερωμένων αυθεντιών αντιμετωπίζεται συχνάκις εντός της περιοχής της Κοινωνικής Ψυχολογίας (της ψυχολογίας της οικογενείας) και της Ψυχοθεραπείας. Είναι δε γεγονός, μη δυνάμενον να αμφισβητηθεί υπό τινος, ότι η ψυχαναλυτική μέθοδος σκοπεί συνήθως εις την ψυχολογικήν αυτοτέλειαν της προσωπικότητος.
Εξ άλλου ο Jung υπεγράμμισε ζωηρώς την ψυχολογικήν σχέσιν του υιού προς την μητέρα, η οποία απεικονίζει την ψυχολογικήν σχέσιν του ατόμου προς το ασυνείδητον αυτού, το οποίον είναι το «μητρικόν έδαφος» εκ του οποίου η συνειδητή προσωπικότης γεννάται. Αλλ’ ακριβώς το ψυχολογικόν νόημα της περικοπής επί του σημείου τούτου είναι, ότι η απόλυτος ψυχολογική καί πνευματική αυτοτέλεια είναι ουτοπία. Διότι η επιδίωξις της χειραφετήσεως εκ μιας «αρχετυπικής» αυθεντίας, ως είναι ο πατήρ, δεν παρέχει εις το άτομον δημιουργικήν ή αναγεννητικήν ελευθερίαν αλλά ψυχολογικήν (και πνευματικήν) μόνωσιν.
Β’. Η ΑΠΟΞΕΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΟΣ
Ο νεώτερος υιός δεν απομακρύνεται μόνον εκ της πατρικής αυθεντίας αλλά και του πατρικού οίκου, τ.έ. του «οικείου» περιβάλλοντος αυτού. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνον περί «αποδεσμεύσεως» αλλά και περί «φυγής». Το αίτημα της ψυχολογικής (και πνευματικής) αυτοτέλειας φαινομενικώς μόνον θεωρείται ως εύλογον. Κατά βάθος αποτελεί ασυνείδητον διαδικασίαν φυγής εκ της περιοχής της ίδιας άτομικότητος.
Υπό τον όρον αυτόν η αμαρτία δεν νοείται απλώς ως μία πράξις αλλά κυρίως ως χωρισμός από του Θεού, ως «πτώσις» εις ψυχικήν και πνευματικήν κατάστασιν κατωτέραν εκείνης, την οποίαν συνιστά η μετά του Θεού πατρός σχέσις και κοινωνία. Εν τη περιπτώσει δε ταύτη η αμαρτία δεν είναι εν απλούν σχήμα ωρισμένης διαδικασίας αλλά ψυχολογικώς εν πλήρες δράμα.
Εκείνος, ο οποίος «αποδημεί εις χώραν μακράν» ακολουθεί εξωστρεφικήν πορείαν, η οποία δεν εξασφαλίζει εις αυτόν «ελευθερίαν» ή «αυτοτέλειαν» αλλά δραματικάς εσωτερικάς περιπέτειας. Η φυγή μακράν εαυτού αποτελεί ψευδαισθησίαν χειραφετήσεως και αποδεσμεύσεως, η οποία εκφράζει υπαρξιακώς το δραματικόν γεγονός της αμαρτίας. Το γεγονός τούτο είναι πράγματι «πτώσις» πλήρης δραματικών εξελίξεων εις την κατάστασιν της ψυχικής και πνευματικής αποδιοργανώσεως.
Αλλ’ η δραματική αύτη εξέλιξις της αμαρτίας βιούται κυρίως ψυχολογικώς ως αποξένωσις εκ της ιδίας ατομικότητος. Διότι ο ενεργών δια της φυγής την αποικοδομήν της ιδίας ψυχικής συγκροτήσεως δεν δύναται να τελεί εν εσωτερικώ συνδέσμω μετά του βάθους της ατομικότητος αυτού. Τούτο δε είναι ασφαλώς το μέγεθος του ψυχολογικού δράματος, το οποίον η αμαρτία γεννά.
Γ’. Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΣΚΟΡΠΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ
«Και εκεί διεσκόρπισε τήν ουσίαν αυτού ζών ασώτως. Δαπανήσαντος δέ αυτού πάντα εγένετο λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην, και αυτός ήρξατο υστερείσθαι…» (στχ. 13-16). Η αποξένωσις εκ της ιδίας ατομικότητος δια της «φυγής» εις «χώραν μακράν» δεν αποδιοργανώνει απλώς την προσωπικότητα, τ.έ. δεν καθιστά απλώς χαλαράς τας συνδέσεις της εσωτερικότητος. Κυρίως διασπά και διασκορπίζει το «περιεχόμενον» της ατομικότητος. Δια της φράσεως «και συναγαγών άπαντα» εδηλώθη προηγουμένως φαινομενικώς το δίκαιον αίτημα της ψυχολογικής (και πνευματικής) αυτοτέλειας. Αλλά η «αποδημία» εξ της ιδίας ατομικότητος είχεν ως αναπόφευκτον συνέπειαν την διάσπασιν και τον διασκορπισμόν της προσωπικής οντότητος (αυτοτέλειας). Ο διασκορπισμός ούτος δεν είναι παθητική κατάστασις «αποσυνθέσεως» αλλά δυναμικόν γεγονός, οιονεί εκτίναξις του «περιεχομένου» της ατομικότητος δι’ εξωστρεφικής («κεντρόφυγγος») ενεργείας εις την εκτός αυτής περιοχήν.
Είναι άξιον προσοχής ότι η επισήμανσις του διασκορπισμού τούτου κατά τον ψυχοθεραπευτικόν διάλογον χαρακτηρίζεται ως πτώχευσις της προσωπικότητος. Αύτη εκδηλούται ποικιλοτρόπως αλλά κατά βάσιν σημαίνει απώλειαν ανθρωπίνης ενεργείας και σπατάλην (δαπάνην) δυνάμεων. Διά τούτο ο άσωτος υιός κατέστη πτωχός και «επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ών ήσθιον οι χοίροι» (στχ. 16).
Δ’. ΑΦΥΠΝΙΣΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
Ο άσωτος υιός, δια της αλογίστου σπατάλης της περιουσίας του, μεταπίπτει εις μίαν νέαν ψυχολογικήν κατάστασιν, όλως αρνητικού χαρακτήρος, την στέρησιν (Frustration). Αύτη παρέχει εις αυτόν νέας εμπειρίας, προκαλεί και γεννά διαθέσεις και αισθήματα και κυρίως συνθέτει προβληματισμόν, ο οποίος εγγίζει τα μύχια της προσωπικότητός του.
Διότι η στέρησις, όχι βεβαίως εν τη φροϋδική έννοια, δεν προκαλεί μόνον συνειδητάς αντιδράσεις εκ μέρους της βίωσης ταύτην προσωπικότητος, αλλά αναμοχλεύουσα ή δραστηριοποιούσα ασυνείδητους διαδικασίας, προκαλεί και διεγείρει το βάθος της ασυνειδήτου ψυχικής περιοχής. Εν προκειμένω δε η κυρία κατεύθυνσις της εξωτερικής αντιδράσεως της προσωπικότητος δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί ή να προβλεφθή εκ των προτέρων.
Εις την περίπτωσιν του πονηρού δούλου, η στέρησις προκαλεί την επιθετικότητα αυτού. Γενικώς δε η φροϋδική θεωρία, ως καί τινες ερμηνευτικαί τάσεις εν τη περιοχή της Κοινωνικής Ψυχολογίας, συνδέουν αρρήκτως την στέρησιν μετά της επιθετικότητος. Αλλ’ εις την περίπτωσιν του ασώτου υιού δεν συμβαίνει τούτο. Ούτος αξιοποιεί θετικώς την εμπειρίαν της στερήσεως αλλά και τας αρνητικάς αντιδράσεις της συμβιώσεως τρίτων εις το προσωπικόν πρόβλημα αυτού.
Διότι, ενώ εστερείτο και υπέφερεν εκ της ενδείας και της πείνης, φθάσας εις την όλως ταπεινωτικήν και εξευτελιστικήν κατάστασιν να επιθυμεί «γεμίσαι τήν κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οι χοίροι», εν τούτοις «ουδείς εδίδου αυτώ» (στχ. 16). Το περιβάλλον δεν ανταποκρίνεται, ως ούτος ανέμενεν, εις την βασικήν ανάγκην της συντηρήσεώς του.
Δια τούτο αμφότεραι αι εμπειρίαι της στερήσεως και της αρνητικής θέσεως του περιβάλλοντος, ασφαλώς κατόπιν και της λειτουργίας ασυνειδήτων διαδικασιών, προκαλούν εν τέλει την ψυχολογικήν και πνευματικήν αφύπνισιν του ασώτου. Δηλαδή κυρίως μίαν άξιολογικήν κρίσιν ως υπαρξιακήν αναμέτρησιν. Η βίωσις του αδιεξόδου και της τραγικότητος της υπάρξεως (το αναποφεύκτως επερχόμενον ταπεινωτικόν τέλος του ασώτου), οδηγούν εις την ανακάλυψιν και αναγνώρισιν της ιδίας ατομικότητος.
Εις μίαν αυτοθεώρησιν εντός τραγικών πλαισίων, τα οποία όμως αποδεικνύονται ως αμφιδυναμικά ερεθίσματα. Διότι το αδιέξοδον και το τραγικόν, ενώ υπογραμμίζουν την αθλίαν και ταπεινωτικήν κατάστασιν εις την οποίαν ο άσωτος κατήντησεν, αξιοποιούνται συγχρόνως θετικώς ως υπαρξιακά πρίσματα δι’ ών ούτος θεωρεί εαυτόν, μάλλον δε επιστρέφει εις εαυτόν.
Δια τούτο η ευαγγελική φράσις «εις εαυτόν δε ελθών» δηλοί βασικήν ψυχολογικήν και πνευματικήν βαθμίδα της διαδικασίας της σωτηρίας του ασώτου, η οποία εξ άλλου θα ηδύνατο να αναλυθεί περαιτέρω πλουσίως προς λεπτομερεστέραν παρουσίασιν των συνειδητών και ασυνειδήτων διαδικασιών του γεγονότος της επιστροφής του αμαρτωλού ανθρώπου εις τον Θεόν.
Οπωσδήποτε όμως η φράσις «εις εαυτόν ελθών» αποτελεί κυρίως ύπογράμμισιν της βασικής προϋποθέσεως της συναντήσεως του Θεού εκ μέρους του αμαρτωλού ανθρώπου. Αύτη δε είναι η συνειδητοποίηση ή θεώρησις της ιδίας ατομικότητος εντός των πλαισίων της αμαρτωλού υπάρξεως. Παρά το γεγονός δηλαδή ότι μία τοιαύτη ψυχολογική καί πνευματική «λειτουργία», ως είναι η αυτοθεώρησις, είναι συνήθως αντικείμενον αλλά και προϊόν μόνον μακράς καί μεθοδικής και επιμόχθου εργασίας (ως λ.χ. συμβαίνει εις την περίπτωσιν του ασκητού), εν τούτοις η αυτοθεώρησις, έστω ως μία στιγμιαία αλλ’ οπωσδήποτε ισχυρά και έντονος εμπειρία της ιδίας ατομικότητος, πρέπει να θεωρήται ως αφετηρία της μετά του Θεού συναντήσεως, τ.έ. της μετανοίας.
Εν τη περιπτώσει ταύτη της αυτοθεωρήσεως πρόκειται ίσως περί της διαδρομής υπό της προσωπικότητας μιας ψυχολογικής καί πνευματικής καμπής, η οποία έχει κυρίως εναντιοδρομικόν ή αναστροφικόν (regressive) χαρακτήρα.
Ως και αλλαχού έχομεν υπενθυμίσει, ο Jung παρατηρεί ότι, όταν μία ψυχική τάσις ή λειτουργία φθάσει εις το άκρον αυτής, οφείλει τις να αναμένη την αντιστροφήν της, δηλαδή την μετάθεσίν της εις την αντίθετον ψυχικήν ή ψυχολογικήν τροχιάν. Η δυνατότης αύτη της εναντιοδρομίας των ψυχικών λειτουργιών εξηγεί εις την παρούσαν περίπτωσιν πώς ο άσωτος επέστρεψεν εις εαυτόν.
Η εξωστρεφική τάσις η δράσις αυτού, αφού έφθασεν εις το ακρότατον αυτής σημείον δια της εκδαπανήσεως πάσης της περιουσίας αυτού, μετεστράφη εις εσωστρεφή λειτουργίαν. Η εξωστρεφής τάσις συνήντησε το τέρμα αυτής εις τας εμπειρίας του τραγικού και αδιεξόδου καί μετεστράφη εναντιοδρομικώς και κατ’ απόλυτον τρόπον εις εσωστρεφικήν ψυχολογικήν και πνευματικήν λειτουργίαν. Ούτω δε ο άσωτος ευρέθη «ενώπιος ενωπίω». Εθεώρησε και αντελήφθη την πτωχείαν της ιδίας ατομικότητος.
Η αυτοθεώρησις αύτη καθιστά κυρίως δυνατήν την αξιολογικήν κρίσιν, η οποία επισφραγίζει εγκύρως το γεγονός της ψυχολογικής και πνευματικής αφυπνίσεως του ασώτου. Άνευ της επιστροφής ταύτης, πάσα αξιολογική κρίσις έχει μόνον θεωρητικήν αξίαν, ως στοχασμός ή «μηχανική» κρίσις. Διότι συμφώνως προς ό,τι μέχρι τούδε ελέχθη, μόνον η αυτοθεώρησις αύτη καθιστά την αξιολογικήν κρίσιν γόνιμον υπαρξιακήν εμπειρίαν. Δια τούτο δε και ο άσωτος «εις εαυτόν ελθών», είπε «πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι» (στχ. 17).
Η αξιολογική αύτη κρίσις εκφέρεται ως υπαρξιακή εμπειρία μιας μεθοριακής ψυχολογικής και πνευματικής καταστάσεως. Ο άσωτος βιοί την μεθοριακήν κατάστασιν της δυνατότητος. Ανακαλύπτει δηλ. δια της αυτοθεωρήσεως διέξοδον εκ του τραγικού. Εκείνο δε το οποίον κυρίως βιοί ούτος ως μεθοριακήν κατάστασιν, η οποία προσφέρει διέξοδον, είναι η ανάμνησις της εξαρτήσεως εκ της πατρικής αυθεντίας; εκ της οποίας οικεία βουλήσει απεγαλακτίσθη ψυχολογικώς και πνευματικώς. Το κέντρον της αξιολογικής κρίσεως δεν είναι οι περισσεύοντες άρτοι των μισθίων του πατρός, αλλ’ αυτός ούτος ο πατήρ ως αυθεντία.
Ο πατήρ προσφέρει τα πλούσια αγαθά και την ασφάλειαν, εισέτι και εις τους υπηρέτας αυτού. Επομένως η εναντιοδρομική πορεία πρέπει να τερματισθεί ενώπιον του πατρός. Ο άσωτος υιός αναγνωρίζει το υπαρξιακόν νόημα της εξαρτήσεως εκ της πατρικής αυθεντίας. Η εμπειρία αύτη προκύπτει εκ της θετικής αξιοποιήσεως της βιώσεως της αμαρτίας ως «τραγικού» και «αδιεξόδου».
Ε΄. ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
Η αναγνώρισις του υπαρξιακού νοήματος της εξαρτήσεως εκ της πατρικής αυθεντίας εκφράζεται ως τελικόν στάδιον της όλης διαδικασίας της ψυχολογικής καί πνευματικής αφυπνίσεως του ασώτου εις τους λόγους· «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ· πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου» (στίχ. 18). Είναι άξιον προσοχής ότι οι λόγοι ούτοι εκφέρονται αμέσως μετά την «επιστροφήν εις εαυτόν» του ασώτου υιού.
Τούτο σημαίνει ότι η συνειδητοποίησις και κυρίως η αναγνώρισις της προσωπικής ενοχής αποβαίνει δυνατή μόνον μετά την ψυχολογικήν αφύπνισιν της προσωπικότητος, τ.έ. την αυτοθεώρησιν ή θεώρησιν της ιδίας ατομικότητος. Εις την κατάστασιν της φυγής ή της απωθήσεως δεν είναι δυνατόν να βιωθεί αυθεντική συνειδητοποίησις της ενοχής.
Εις το σημείον τούτο οφείλομεν να υπογραμμίσωμεν την μεθοδολογικήν συνέπειαν της προϋποθέσεως της αυτοθεωρήσεως ως όρου εκ των ων ουκ άνευ της συναισθήσεως της ενοχής. Οι στίχοι δηλονότι 17 καί 18 κέκτηνται ιδιάζουσαν σημασίαν, διότι καθιερώνουν την «επιστροφήν εις εαυτόν», ως προϋπόθεσιν της βιώσεως της συναισθήσεως της ενοχής, και επιβάλλουν την ανάλογον μέθοδον της αντιμετωπίσεως του προβλήματος της ενοχής εις πάσαν περίπτωσιν.
Ενταύθα η υπόμνησις της βασικής επιδιώξεως του ψυχοθεραπευτικού και δη του ψυχαναλυτικού διαλόγου είναι οπωσδήποτε χρήσιμος. Διότι ο διάλογος ούτος επιδιώκει πρωτίστως την επιστροφήν του νευρωτικού καί γενικώς του εσωτερικώς διχασμένου ανθρώπου εις την θεώρησιν της ιδίας ατομικότητος. Όταν τούτο επιτυγχάνεται, ο ασθενής παραδέχεται άνευ αντιστάσεως το είδος του εσωτερικού του προβληματισμού. Επομένως και η μέθοδος εν τω μυστηρίω της ιεράς Εξομολογήσεως οφείλει να συμμορφωθεί προς την αρχετυπικήν διαδικασίαν της παραδοχής και ομολογίας της ενοχής υπό του ασώτου υιού.
Ο αμαρτωλός άνθρωπος, μετά μίαν στιγμιαίαν έστω βίωσιν μιας ψυχολογικής αφυπνίσεως, ως εμπειρίας αυτοθεωρίας, πρέπει να χειραγωγείται υπό του πνευματικού εις την συνειδητοποίησιν και αναγνώρισιν (ομολογίαν) της προσωπικής του ενοχής. Άνευ της προϋποθέσεως ταύτης, η επισυμβαίνουσα παραδοχή και ομολογία της ενοχής δέον να θεωρείται, εκ μέρους του ποιμένος, ως τυπική ή μηχανική ομολογία, άνευ ιδιαιτέρου υπαρξιακού θρησκευτικού νοήματος.
ΣΤ΄. ΒΙΩΣΙΣ ΑΥΤΟΜΕΙΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΕΞΙΑΣ
Η συναίσθησις της ενοχής υπό του ασώτου δεν τερματίζεται εις την παραδοχήν και την ομολογίαν αυτής. Είναι πολύ χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι μετά της ομολογίας της ενοχής του ασώτου επισυνάπτεται και η ομολογία της υπαρξιακής εμπειρίας της αυτομειώσεως και ηθικής μειονεξίας. «Ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου» (στχ. 19).
Η ψυχολογική αφύπνισις, δια της επιστροφής εις εαυτόν, άγει τον άσωτον εις την πνευματικήν νήψιν, δι’ ης ούτος κατανοεί την αξιολογικήν βαθμίδα επί της οποίας κατήλθε δια της ασωτείας και της αυθαιρέτου εγκαταλείψεως της πατρικής αυθεντίας. Ούτως η βίωσις της αμαρτίας και δη της ενοχής εκφράζεται ως συναίσθησις αυτομειώσεως και ηθικής ή αξιολογικής μειονεξίας.
Πρόκειται ενταύθα και πάλιν περί «αρχετυπικής» βιώσεως του αισθήματος της ενοχής. Εις τας φυσιολογικάς δηλαδή ή νομίμους διαστάσεις, η βίωσις της ενοχής είναι συγχρόνως και βίωσις αξιολογικής υποβαθμίσεως ή μάλλον η βίωσις της ενοχής μόνον ως τοιαύτη αξιολογική υποβάθμισις είναι δυνατόν να κατανοηθεί.
Εξ άλλου είναι επίσης χαράκτηριστικόν, ότι η τοιαύτη υποβάθμισις, ως υπαρξιακή πάντοτε εμπειρία, ισορροπείται βιωματικώς με ανάλογον ισχυροποίησιν ή επέκτασιν της αναγνωρίσεως εκ μέρους του ασώτου της εξουσίας της πατρικής αυθεντίας. Ο άσωτος θα είναι πλήρως ικανοποιημένος, εάν ο πατήρ δεχθεί αυτόν και δη ουχί υπό τους όρους της προ της εγκαταλείψεως της πατρικής οικίας περιόδου, αλλά υπό νέους όρους, τους οποίους καθιστά παραδεκτούς η βαθεία συναίσθησις της ενοχής αυτού. «Ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».
Ο «συμβιβασμός» ούτος του ασώτου προς νέας συνθήκας ζωής και δη προς νέους αξιολογικούς όρους υπάρξεως υπογραμμίζει, εκ της επόψεως του περιεχομένου της εσωτερικότητος της προσωπικότητος, την βαθείαν αλλαγήν, την οποίαν προεκάλεσεν η βίωσις της αμαρτίας, αλλά απεκάλυψεν ή κατέστησε πλήρως συνειδητήν η ειλικρινής συναίσθησις της ενοχής.
Η τοιαύτη παραδοχή αλλά και ομολογία της αξιολογικής μειονεξίας εκ μέρους του ασώτου δεικνύει εναργώς την επιτελεσθείσαν οιονεί ψυχολογικήν (και πνευματικήν) μετουσίωσιν του βάθους της προσωπικότητος. Ως είδομεν δηλαδή, η αφετηρία της όλης διαδικασίας της βιώσεως της αμαρτίας σημειώνεται δια μιας εκ μέρους του ασώτου αλαζονικής ενεργείας.
Ούτος, αισθανόμενος σχεδόν ως ίσος προς ίσον, κατά τον αρχικόν διάλογόν του προς τον πατέρα, απαιτεί το νόμιμον («τό επιβάλον») δικαίωμα αυτού να διαχειρισθεί απολύτως ελευθέρως τα περιουσιακά του στοιχεία. Χειραφετείται λοιπόν εκ της πατρικής αυθεντίας και διαχειρίζεται (εκδαπανά) τα στοιχεία αυτά εντός του πνεύματος πάντοτε μιας αλαζονικής διαθέσεως. Η επικρατούσα βασική ψυχολογική (και πνευματική) ροπή είναι η της «ατομικής» αυθεντίας, δηλαδή η εγωιστική.
Υπό το κράτος της ροπής ταύτης και καθ’ ον χρόνον εξελίσσεται η βίωσις της αμαρτίας, η αξιολογική αλλά και η ψυχολογική «συνείδησις» του ασώτου είναι πεπληρωμένη υπό της «προσωπικής» υπεροχής. Την ψυχολογικήν δε (και πνευματικήν) κατάστασιν αυτήν αλλάσσει άρδην, «μετουσιώνει», η ειλικρινής ή αυθεντική συναίσθησις της προσωπικής ενοχής.
Έπειτα η διατύπωσις της φράσεως· «ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου», εις προστακτικόν τόνον (καθικετευτικόν) υπογραμμίζει, ως αίτημα αξιολογικής υποβαθμίσεως, την εμπειρίαν της ταπεινώσεως. Η συναίσθησις της ενοχής, συμφώνως και προς πατερικά και ασκητικά πρότυπα, είναι η ψυχολογική (και πνευματική) βάσις της βιώσεως της ταπεινώσεως.
Και ενταύθα δηλαδή κατανοείται η ταπείνωσις όχι ως αυθαίρετος ή αδικαιολόγητος ή νοσηρά μειονεξία, αλλά πρωτίστως ως εκ της συναισθήσεως της ενοχής προερχομένη εμπειρία αλλά και αξίωσις αυτομειώσεως και αξιολογικής οπωσδήποτε υποβαθμίσεως. Ούτω ταπεινός πράγματι δεν είναι ό κατατρυχόμενος υπό συμπλεγμάτων μειονεξίας, λόγω ψυχικών τραυμάτων και απωθήσεων, αλλ’ ο συναισθανόμενος πλήρως την ενοχήν αυτού και αξιών, όπως βιώσει την βασικήν συνέπειαν αυτής, την αξιολογικήν υποβάθμισιν.
Δια τούτο και εν προκειμένω η σχετική άξίωσις (καθικέτευσις) του ασώτου· «ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου», εκφράζει το βάθος αλλά και τας διαστάσεις της βιώσεως της ταπεινώσεως, η οποία εν τέλει είναι το αυθεντικόν αποτέλεσμα της ειλικρινούς μετανοίας. Ούτως είναι πράγματι η ψυχολογική (και πνευματική) «μετουσίωσις» ουσιαστική αλλαγή της δομής της εσωτερικότητος.
Ο άσωτος βιοί πλήρη διαδικασίαν εσωτερικών αλλαγών εις τας σκέψεις, τας διαθέσεις και τα συναισθήματα αυτού. Τα κύρια δε σημεία της αλλαγής ταύτης είναι ακριβώς εκείνα, τα οποία εξήρθησαν, ήτοι: η επιστροφή εις εαυτόν (εσωτερική ανασύνδεσις της ατομικότητος), αξιολογική υπαρξιακή αναμέτρησις, συναίσθησις της ενοχής, ομολογία αυτής, συναίσθησις ηθικής μειονεξίας και ταπείνωσις, ως θετικόν πνευματικόν γεγονός. Τα σημεία ακριβώς ταύτα συνθέτουν την όλην ψυχολογικήν (και πνευματικήν) διαδικασίαν της βιώσεως της μετανοίας.
Υπό την εποψιν ταύτην η μετάνοια εμφανίζεται ως εν δυναμικόν ψυχικόν και πνευματικόν γεγονός, το οποίον εκκινεί εκ μιας αφυπνίσεως και oλοκληρούται εις «καινήν κτίσιν». Οπωσδήποτε δε μία τοιαύτη «παλιγγενεσία» δεν είναι δυνατόν να αποτελεί προϊόν μόνον της ατομικής ανθρωπίνης προσπάθειας. Δια τούτο ο μυστηριακός χαρακτήρ της μετανοίας καθιερώνει αυτήν εγκύρως ως αναγεννητικόν βάπτισμα, εκ του οποίου αναδύεται ο καινός άνθρωπος, «ο κατά Θεόν κτισθείς εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας».
Τέλος, ως προς τα κύρια σημεία της ψυχικής (και πνευματικής) διαδικασίας της επιστροφής του ασώτου, είναι χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι ταύτα κατακλείονται δια της προς τον πατέρα πορείας και της εμπράκτου ομολογίας της ενοχής αυτού. «Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού… είπε δε ο υιός· Πάτερ ήμαρτον…» (στχ. 20-21).
Το ιδιάζον νόημα της υπογραμμίσεως της πορείας ταύτης υπό του Κυρίου δέον ασφαλώς να αναζητηθή εις την σημασίαν της ψυχικής και πνευματικής προπαρασκευής προς εξαγόρευσιν της προσωπικής ενοχής, και άρα προς ομολογίαν της ειλικρινούς μετανοίας. Ο άσωτος, αφού εβίωσε καθ’ εαυτόν πλήρως την διαδικασίαν της μετανοίας και επιστροφής, επορεύθη προς τον πατρικόν οίκον προκειμένου να έξαγορεύση αυτήν και ενώπιον του πατρός αυτού. Μόνον δε τότε η μετάνοια αύτη καταξιούται ως έγκυρον πνευματικόν γεγονός αλλαγής και αναδημιουργίας.
Ενταύθα θα ηδύνατό τις να επισημάνει επίσης το γεγονός, ότι η παραβολή δεν δίδει μόνον την εικόνα του εσωτερικού διαλόγου καθ’ εαυτόν, τον οποίον δηλαδή ο άσωτος ανέπτυξε συνομιλών μεθ’ εαυτού, αλλά προσθέτει, ως φυσιολογικόν στοιχείον της όλης διαδικασίας της επιστροφής του ασώτου, και την ομολογίαν της ενοχής αυτού ενώπιον του υποδεχόμενου αυτόν πατρός του. «Έτι δέ αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού… και δραμών… κατεφίλησεν αυτόν. Είπε δε αυτώ ο υιός· Πάτερ, ήμαρτον.» (στχ. 20-21).
Ούτως η μετάνοια του υιού, ως εσωτερική ψυχική και πνευματική διαδικασία, δεν παραμένει όλως ατομικόν γεγονός, οιονεί βιούμενον εντός του «ταμιείου» αυτού. Εξωτερικεύεται πλήρως δια ζώσης φωνής ενώπιον του πατρός και πιθανώς της συνοδείας αυτού, δεδομένου ότι εις άρχων-πατήρ θα επλαισιούτο οπωσδήποτε, κατά την συνάντησιν μετά του υιού του, υπό των στενών συγγενών ή των ανωτέρων ή άλλων υπαλλήλων και υπηρετών αυτού.
Εις την περίπτωσιν ταύτην της προφορικής εξωτερικεύσεως της ομολογίας της ενοχής του ασώτου υιού ενώπιον του πατρός, οφείλει τις αναμφιβόλως να επισημάνει την βασικήν ψυχολογικήν (και πνευματικήν) λειτουργίαν του μυστηρίου της ιερας Εξομολογήσεως, η οποία είναι η ενώπιον του πνευματικού πατρός εξαγόρευσις της προσωπικής ενοχής. Και εξ επόψεως δηλαδή ψυχολογικής δεν εξαρκεί η εν κρυπτώ συναίσθησις της προσωπικής ενοχής προς απαλλαγήν της προσωπικότητος εκ των αρνητικών συνεπειών αυτής και δη επί της ασυνειδήτου ψυχικής περιοχής.
Απαιτείται εξάπαντος η εξωτερίκευσις της εν λόγω ενοχής και η δια του προφορικού μετά του πνευματικού πατρός διαλόγου «υποστασιακή» εκμηδένισις αυτής. Μάλιστα θα ηδύνατό τις να κατανοήσει τον αμφιδυναμικόν χαρακτήρα της εξωτερικεύσεως ως κατά-φασιν και συγχρόνως εκμηδένισιν της ενοχής. Η εξωτερίκευσις, ως προφορική ομολογία και παραδοχή αυτής, αναγνωρίζει την υπόστασιν της ενοχής ως γεγονός αναντίρρητον, ενώ συγχρόνως, ακριβώς ως αναγνώρισις η ομολογία αύτη εκμηδενίζει πράγματι την υποστασιακήν φύσιν αυτής.
Βεβαίως ενταύθα η μυστηριακή λειτουργία είναι εκείνη, η οποία αναλαμβάνει την «εξάλειψιν» της ενοχής, αλλά και ψυχολογικώς, ως διδάσκει και ο ψυχοθεραπευτικός διάλογος, η ομολογία της ενοχής υπηρετεί μέχρις ορισμένου σημείου την εξασθένισιν των αρνητικών επί της προσωπικότητος συνεπειών αυτής.
Αλλ’ η περιγραφή της ψυχολογικής και πνευματικής διαδικασίας της επιστροφής του ασώτου υιού εις τον Πατέρα συμπληρούται δια της αρνητικής εικόνος του πρεσβυτέρου υιού. Προφανώς ο Κύριος ήθελε να υπογραμμίσει ζωηρώς την αντίθεσιν μεταξύ φαινόμενης συμπεριφοράς και μη φαινομένης εσωτερικής ψυχικής διαδικασίας ή μεταξύ τυπικής θρησκευτικότητος και γνήσιας πνευματικότητος.
Άλλωστε η παραβολή του ασώτου προσφέρεται ως απάντησις προς τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς, λέγοντας «ότι ούτος αμαρτωλούς προσδέχεται και συνεσθίει αυτοίς» (15,2). Το πρώτον δε μέρος της παραβολής περιγράφει παραστατικώς και πλήρως την πτώσιν του ανθρώπου εις την αμαρτίαν και την ανάνηψιν αυτού και επιστροφήν εις τον Θεόν και Πατέρα.
Ενώ το δεύτερον, το αφορών εις την προσωπικότητα του πρεσβυτέρου υιού, υπογραμμίζει τας ψυχολογικάς και πνευματικάς συνεπείας της τυπολατρείας και της επιφανειακής θρησκευτικότητος, αι οποίαι αμφότεραι εχαρακτήριζον τους κατηγόρους και επικριτάς του Κυρίου Φαρισαίους και Γραμματείς.
Ούτως η ψυχολογική αντίδρασις του πρεσβυτέρου υιού εις το χαρμόσυνον γεγονός της επιστροφής του αδελφού του εμφανίζει τα κάτωθι κύρια σημεία, τα οποία προδίδουν ζωηρώς την ποιότητα της πνευματικότητος αυτού.
α) Ψυχικήν αντίστασιν και επιθετικότητα
Καθ’ ον χρόνον ο πρεσβύτερος υιός πλησιάζει εις την οικίαν του πατρός του, επιστρέφων εκ του αγρού, αντιλαμβάνεται ότι κάτι όλως εξαιρετικόν και έκτακτον συμβαίνει εν αυτή. Δια τούτο ερωτά περί του γεγονότος τούτου τον πρώτον ίσως ύπηρέτην, τον οποίον συναντά. Η απάντησις, την οποίαν λαμβάνει, μεταδίδει εις αυτόν την χαρμόσυνον πληροφορίαν περί του αδελφού του, ο οποίος, κατά την πατρικήν κρίσιν, «νεκρός ήν καί ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».
Η νεκρανάστασις ή παλιγγενεσία αύτη, ως συγκινητικόν και δή συγκλονιστικόν γεγονός, προκαλεί χαράν και ευφροσύνην εις πάντας. Δια τούτο ευλόγως ο υπηρέτης αναμένει την ευνόητον αντίδρασιν. Εν τούτοις ο πρεσβύτερος υιός αντιδρά όλως απροσδοκήτως. Ευθύς ως λαμβάνει την πληροφορίαν ότι· «ο αδελφός σου ήκει καί έθυσεν ο πατήρ σου τον μόσχον το σιτευτόν, ότι υγιαίνοντα αυτόν απέλαβεν» (στχ. 27), αντιδρά επιθετικώς. Δηλαδή «ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν».
Είναι προφανές ότι η οργή του πρεσβυτέρου υιού είναι ασυμβίβαστος προς το σημαντικόν και χαρμόσυνον γεγονός της επιστροφής του αδελφού του. Η έντονος αύτη αψιθυμική αντίδρασις, η οποία, ως ψυχική αντίστασις, ολοκληρούται δια της αρνήσεως αυτού να εισέλθη εις τον εορτάζοντα πατρικόν οίκον, προδίδει ζωηρώς ασυνείδητους διαδικασίας εν πλήρει δράσει. Επομένως το ερώτημα είναι εύλογον, διατί ο πρεσβύτερος υιός αντιδρά ούτω; Διατί εκδηλοί, οιονεί, αυτόματον επιθετικότητα; Ισως η μόνη δυνατή απάντησις, επί τη βάσει των μέχρι τούδε δεδομένων των ασυνειδήτων διαδικασιών, είναι η ισχυρά απώθησις αισθημάτων ενοχής.
Ο πρεσβύτερος υιός ήτο «άψογος» θρησκευτικός άνθρωπος. Ήτο αυστηρώς προσηλωμένος εις την υπηρεσίαν και το έργον του πατρός. Τούτο μάλιστα, κατά την πλήρη αγανακτήσεως μομφήν προς τον πατέρα, τονίζει ιδιαιτέρως. «Ιδού τοσαύτα έτη δουλεύω σοι και ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον» (στχ. 27). Η επίκλησις των υπηρεσιών του αυτών και δη της απαραβάτου συνεπούς εκτελέσεως των πατρικών εντολών υπογραμμίζει εξ άλλου την τυποκρατικήν συμπεριφοράν του ασώτου προς τον πατέρα αυτού.
Εξωτερικώς και «τυπικώς» ήτο αφωσιωμένος προς τον πατέρα. Αλλ’ ακριβώς η «άψογος» αύτη θρησκευτικότης και αφοσίωσις καθιστά εκ πρώτης όψεως ανεξήγητον την επιθετικότητα και την ψυχικήν αντίστασιν του πρεσβυτέρου υυού. Η θεώρησις όμως της αρνητικής ταύτης αντιδράσεως υπό το πρίσμα των ασυνειδήτων διαδικασιών συνδέει την επιθετικότητα προς απωθούμενα αισθήματα ενοχής.
Ούτως η αυστηρά και τρόπον τινά απόλυτος προσκόλλησις εις τους θρησκευτικούς τύπους προδίδει πολλάκις νευρωτικήν ακαμψίαν, δηλαδή πα-γίωσιν (Fixierung) εις ωρισμένον τρόπον συμπεριφοράς και ψυχικής ενεργείας. Εις πολλάς δε περιπτώσεις η απόλυτος προσκόλλησις αύτη χρησιμοποιείται ως αμυντικός ψυχικός μηχανισμός, οφειλομένη εις απώθησιν αισθημάτων ενοχής. Διά του τρόπου τούτου αμύνεται το άτομον ασυνειδήτως κατά της συνειδητοποιήσεως των αισθημάτων αυτών.
Ο πρεσβύτερος υιός ήτο, μέχρι της στιγμής της επιστροφής του αναγεγεννημένου αδελφού του, ησφαλισμένος από της πλευράς της αποκαλύψεως των αισθημάτων ενοχής, τα οποία επιμόνως απωθούσε. Η απόλυτος τυπο-κρατική του προσκόλλησις υπερήσπιζεν αυτόν πλήρως. Αλλ’ η επιστροφή του ασώτου αδελφού, ως βιωθείσα και συνειδητοποιηθείσα ενοχή, προκαλεί την ασυνείδητον αντίδρασιν της προσωπικής του ενοχής. Εντεύθεν η οργή και η ψυχική αντίστασις, αι οποίαι είναι όντως διαμετρικώς αντίθετοι προς την αφοσίωσιν και την μακροχρόνιον («τοσαύτα έτη») συνεπή προσφοράν υπηρεσίας προς τον πατέρα.
Η απώθησις της ενοχής δεν επέτρεπεν εις τον πρεσβύτερον υιόν πνευματικήν πρόοδον ανάλογον προς την αφοσίωσιν και την υπηρεσίαν ταύτην. Ενώ ούτος από πλευράς «τύπων» ήτο άψογος, εσωτερικώς παρέμενεν ακαλλιέργητος και ανώριμος, λόγω ακριβώς των επιμόνως απωθουμένων αισθημάτων ενοχής.
β) Προβολήν της ενοχής αυτού
Είναι ιδιαζόντως χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι ο πρεσβύτερος υιός δεν επιτίθεται κυρίως κατά του αδελφού αυτού, αλλά εναντίον του πατρός. Διότι πράγματι η όλη συμπεριφορά αυτού στρέφεται κατά του πατρός, προς τον οποίον υπήρξε «τοσούτον» αφωσιωμένος, επί τοσαύτα έτη. Προς τον αδελφόν προβάλλει κατ’ αρχάς αρνητικήν ψυχικήν αντίστασιν, μη θέλων να εισέλθει εις τον πατρικόν οίκον και να συνεορτάσει δια το χαρμόσυνον γεγονός της νεκραναστάσεως αυτού.
Έπειτα δε και επιτίθεται κατ’ αυτού δια της περιφρονητικής αντωνυμίας «ούτος». Αλλά κατά του πατρός του εκδηλοί άμεσον επιθετικότητα και κατηγορεί αυτόν επί σκληρότητι και στενοκαρδία. Ούτως, όταν «εξελθών παρεκάλει αυτόν» ο πατήρ να εισέλθει εις την οικίαν, ούτος εξαποστέλλει κατ’ αυτού μύδρους ενοχής. «Ιδού τοσαύτα έτη δουλεύω σοι και ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον, και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ. Ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έθυσας αυτώ τον μόσχον τον σιτευτόν» (στχ. 29-30).
Οι λόγοι ούτοι εκφράζουν πράγματι ζωηρώς τα επιθετικά αισθήματα του πρεσβυτέρου υιού προς τον πατέρα. Κυρίως δε αι κατηγορίαι, τας οποίας δια των λόγων τούτων αποδίδει εις αυτόν υπογραμμίζουν την ενοχήν του πατρός. Αλλ’ ως είναι ευνόητον, η ενοχή αύτη δεν είναι αντικειμενικώς πραγματική. Αι κατηγορίαι είναι ανυπόστατοι και επομένως συνιστούν προβολήν της προσωπικής ενοχής του πρεσβυτέρου υιού επί του προσώπου του πατρός. Η προς τον άσωτον άφεσις του πατρός προκαλεί την δραστηριότητα των απωθουμένων αισθημάτων ενοχής του πρεσβυτέρου υιού, τα οποία, ως καυστικά βέλη, κατευθύνονται προς τον πανάγαθον «αφέτην».
Διότι ο πατήρ είναι ο αυθεντικός διαχειριστής και χορηγός της αφέσεως, την οποίαν ο πρεσβύτερος υιός δεν δύναται να γευθεί, επειδή ακριβώς, εκ λόγων αλαζονείας, απωθεί την ενοχήν αυτού εις τα σκοτεινά βάθη της ασυνειδήτου ψυχικής περιοχής. Ούτως η προς τον πατέρα επιθετική συμπεριφορά αυτού προβάλλει όντως την προσωπικήν του ενοχήν.
γ) Επιθυμίαν αφέσεως της ενοχής αυτού
Η συμπεριφορά του πρεσβυτέρου υιού είναι αρνητική, θεωρούμενη ως επίθεσις κατά του πατρός. Αλλ’ έχει αύτη και θετικόν χαρακτήρα. Εκφράζει τον μύχιον πόθον της αφέσεως της ενοχής αυτού. Επιθυμεί ούτος να τύχει της αγαθής εμπειρίας, την οποίαν και ο αδελφός αυτού εβίωσε. Η συμπεριφορά του είναι μία ασυνείδητος διαμαρτυρία πρώτον κατά του εαυτού του, ο οποίος δεν είναι εις θέσιν να βιώσει μίαν τοιαύτην εμπειρίαν.
Η επιθετικότης, έκ της επόψεως ταύτης, στρέφεται πρωτίστως κατά του εαυτού του, ο οποίος είναι ένοχος, προβάλλεται δε, λόγω της απωθήσεως, επί του πατρός. Εξ άλλου όμως η επιθετική συμπεριφορά του πρεσβυτέρου υιού προς τον πατέρα αποτελεί διαμαρτυρίαν κατ’ αυτού, όστις ακριβώς είναι ο μόνος αυθεντικός διαχειριστής και χορηγός της αφέσεως, την οποίαν ούτος διακαώς επιθυμεί. Η αμφιδυναμική οψις της συμπεριφοράς ή αντιδράσεως του πρεσβυτέρου υιού δικαιώνει ασφαλώς την άποψιν του Caruso, συμφώνως προς την οποίαν η νευρωτική συμπεριφορά είναι μία απόπειρα προς αποκατάστασιν της «ορθοδοξίας εις την ζωήν».
Εκείνος, ο οποίος απωθεί την ενοχήν του και αντιδρά εις τας διανθρωπίνας σχέσεις νευρωτικώς, επιθυμεί κατ’ ουσίαν την αποκατάστασιν της ηθικής ολοκληρίας της προσωπικότητός του. Κατέστη νευρωτικός, διότι κατέστη ανυπόφορος η απώθησις της ενοχής αυτού. Επομένως εις την σκοτεινήν περιοχήν των ασυνειδήτων διαδικασιών της προσωπικότητός του πρεσβυτέρου υιού υπολανθάνει και η λειτουργία της νοσταλγίας και της επιθυμίας της ηθικής ακεραιότητος και αθωότητος.
Η θετική αύτη όψις της επιθετικής αντιδράσεως του πρεσβυτέρου υιού σημειούται ενταύθα μόνον ως δυνατότης πνευματικής ανανήψεως αυτού. Η ποιμαντική δε σημασία του γεγονότος τούτου είναι όντως αυτονόητος. Αλλ’ η παραβολή τερματίζεται ούτως, ώστε ο υιός ούτος να παραμείνει παγιδευμένος εις την κατάστασιν της νευρωτικής (αμαρτωλού) ακαμψίας. Διότι ο πατήρ «είπεν αυτώ· τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει, και πάντα τα εμά σα εστιν· ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει, ότι . . .» (στχ. 31-32). Κατά ταύτα η παραβολή του ασώτου υιού προβάλλει δύο θρησκευτικούς τύπους και συγχρόνως δύο διαδικασίας θρησκευτικής βιώσεως.
Ο άσωτος υιός και ο πρεσβύτερος αδελφός αυτού αποτελούν δύο θρησκευτικά βιωματικά σύμβολα, τα οποία συγχρόνως κρύπτουν και αποκαλύπτουν μίαν πραγματικότητα. Προβάλλουν μίαν όψιν και υποδηλούν μίαν ασυνείδητον διαδικασίαν. Οπωσδήποτε όμως υπογραμμίζουν το ουσιαστικόν πρόβλημα του ανθρώπου, όπερ είναι το πρόβλημα της ενοχής και υποδεικνύουν θετικώς και αρνητικώς την ορθήν λύσιν αυτού. Αύτη είναι πάντοτε η αναγνώρισις και αποδοχή της βιωματικής υποστάσεως αυτής, ως ακριβώς ομολογείται εις τον 18ον στίχον της περικοπής.
Αλλ’ η ανίχνευσις των ασυνειδήτων διαδικασιών και η χειραγώγησις του νευρωτικού ανθρώπου εις την βίωσιν της τοιαύτης λύσεως αποτελεί ασφαλώς τον κεντρικον στόχον του ποιμαντικού έργου. Εν προκειμένω δε η συμβολή των ψυχολογικών σπουδών εις την διευκόλυνσιν του έργου τούτου είναι ασφαλώς λίαν προφανής.

Η IP σου είναι

Sign by Danasoft - Get Your Free Sign

ΕΙΣΑΙ ΑΠΟ......

Βάλε προορισμό και δες την διαδρομή που διάλεξες

News

TV Online

Skype