Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Η Μετάφραση των Λειτουργικών Κειμένων

Γιατί δεν απαιτείται συνοδική έγκριση για την μετάφραση της Λατρείας
Παρασκευή, 30 Απρίλιος 2010
Συντάχθηκε απο τον πρωτοπρεσβύτερο Βασίλειο Θερμό 
 Καθώς το ζήτημα της μετάφρασης των κειμένων της Λατρείας έχει έλθει στο προσκήνιο φαίνεται να διαμορφώνονται δύο βασικές ομάδες πολεμίων της. Η πρώτη και πολυπληθέστερη αποτελείται από εκείνους οι οποίοι αγνοούν και την ιστορία και την Θεολογία· έτσι η άγνοια τους εξοπλίζει με αυτοπεποίθηση και όχι σπάνια με ιταμότητα. Το διαδίκτυο πλέον βρίθει ύβρεων και απειλών εναντίον όσων από αγάπη για την Εκκλησία εισηγούνται τη μετάφραση.
Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τους ολίγους που προσέρχονται στον διάλογο σχετικά διαβασμένοι μεν, μονόπλευρα δε. Ο ιδεολογικός και ιδεοληπτικός τρόπος του σκέπτεσθαι που υιοθετούν τους καθιστά ανίκανους να ακούσουν προσεκτικά τα επιχειρήματα του άλλου. Έτσι εκτρέπονται προς προκατειλημμένη στράτευση κατά την οποία επαναλαμβάνουν διαρκώς τα ίδια επιχειρήματα και δεν μπαίνουν στον κόπο να συζητήσουν με τον αντίλογο που έχει διατυπωθή. Μάλιστα δεν αποφεύγουν και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, όπως αυτός που γράφτηκε πρόσφατα ότι δηλαδή όσοι ζητούν μετάφραση έχουν θεολογικό έλλειμμα! Λες και δεν έχουν αναπτυχθή σοβαρά θεολογικά επιχειρήματα υπέρ της, λες και δεν έχουν κατά καιρούς υποδειχθή θεολογικά σφάλματα των αντιπάλων της...
Επειδή από ιδιοσυγκρασία απεχθάνομαι τις επαναλήψεις δεν θα αναφερθώ ξανά εδώ στο γιατί επιβάλλεται η μετάφραση, που έχει ήδη καθυστερήσει. Τη σχετική αναλυτική τεκμηρίωση όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να τη βρει στα βιβλία μου «Εκ της αυλής ταύτης» και «Σύνεσις και παράνοια», την δε κριτική στις θεολογικές προϋποθέσεις των διαφωνούντων με τη μετάφραση εκθέτω στα βιβλία «Το ξεχασμένο μυστήριο» και «Πένταθλον». Στο κείμενο αυτό θα ήθελα να ασχοληθώ με κάποιο άλλο ζήτημα.
Ακούστηκε πολλές φορές τον τελευταίο καιρό η ιδέα ότι χρειάζεται η Σύνοδος να αποφανθή περί της μεταφράσεως και ότι δεν πρέπει το θέμα να αφεθή στην πρωτοβουλία των επί μέρους μητροπολιτών. Μάλιστα, πολλοί από την πλευρά των αντιρρησιών ισχυρίζονται ότι δεν θα είχαν πρόβλημα αν η απόφαση για μετάφραση ετύγχανε συνοδικής εγκρίσεως. Όσο και αν κάποιοι εξ αυτών ενδέχεται να είναι ειλικρινείς στη δήλωσή τους, η προσωπική μου εμπειρία λέει πως μάλλον οι περισσότεροι χρησιμοποιούν τη δήλωση αυτή ως υπεκφυγή, με την ελπίδα ότι ποτέ η Σύνοδος δεν θα αποφασίσει κάτι τέτοιο.
Ας εξετάσουμε λοιπόν αν η πρόταση αυτή είναι ορθή. Κατά τη γνώμη μου δεν ευσταθεί για τους εξής λόγους:
1) Για λόγους ιστορικούς.
Ο μελετητής της εκκλησιαστικής ιστορίας διαπιστώνει ότι ουδέποτε χρειάσθηκε συνοδική απόφανση για τέτοιου είδους θέματα, ούτε καν για σημαντικώτερες μεταβολές που έλαβαν χώρα στη Λατρεία. Δεν αποφάσιζε καμιά Σύνοδος για το ποιά από τις πολλές Θείες Λειτουργίες θα τελείται σε μια συγκεκριμένη περιοχή (αφού γνωρίζουμε ότι επί αιώνες δεν επικρατούσε λειτουργική ομοιομορφία), ούτε σε ποιά γλώσσα θα τελείται (κάτι που ποίκιλλε ανάλογα με το εκκλησίασμα). Η Αιθερία περιγράφει στο οδοιπορικό της[1] ότι στα Ιεροσόλυμα κατά τη Λατρεία μεταφράζονταν τα αναγνώσματα σε διάφορες γλώσσες λόγω των ποικίλων εθνικοτήτων των προσκυνητών· καμία Σύνοδος δεν μαρτυρείται να το έχει επιβάλει.
Μείζονες λειτουργικές αλλαγές έλαβαν χώρα χωρίς συνοδική απόφαση. Η ριζική μεταβολή τελέσεως του Χρίσματος (από τη επίθεση των χειρών του επισκόπου στο άγιο μύρο) σε ποιά συνοδική απόφαση μνημονεύεται; Η κατάργηση ψαλμωδήσεως του Ψαλτηρίου έτυχε συνοδικής εγκρίσεως; Μήπως η έκλειψή του από τους ενοριακούς ναούς επίσης; Η αντικατάσταση του ασματικού τυπικού από το μοναχικό; Το πέρασμα από την ψαλμωδία των κανόνων στην απλή ανάγνωσή τους (και αυτή κολοβωμένη) που επικρατεί στις μέρες μας ποιά Σύνοδος το αποφάσισε; Την τέλεση αγρυπνιών στις ενορίες, κάτι άγνωστο στο παρελθόν; Την ανατροπή της τελετουργικής σειράς κατά το Βάπτισμα σε αντίθεση με την τάξη που αναγράφεται στα λειτουργικά βιβλία; Την αντικατάσταση του συνήθους κοινωνικού από άλλα ψαλμωδήματα; Την εξαφάνιση της εισαγωγικής ακολουθίας κατά το μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως; Και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.
Ας μου επιτραπή εδώ να ισχυριστώ πως η παράλειψη κανόνων, ψαλτηρίου, ευχής κτλ. είναι απείρως πιο τολμηρό βήμα από την μετάφραση της Λατρείας, διότι αποφασίζει ότι κάτι δεν θα ακουστή καθόλου. Όχι να ακουστή σε άλλο γλωσσικό ιδίωμα αλλά να το στερηθή το εκκλησίασμα εντελώς! Και αυτό το τολμηρό βήμα γίνεται όχι με άδεια Συνόδου, όχι με άδεια μητροπολίτη, αλλά με την απλή πρωτοβουλία του ιερέα η του ψάλτη! «Ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι» έχουν γίνει κάποιοι.
Μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου υπάρχουν διαφορές στις λειτουργικές συνήθειες. Καλύπτονται με συνοδική απόφαση; Αλλά και στο εσωτερικό του ελλαδικού χώρου αναρίθμητα λειτουργικά έθιμα σχηματίζουν ένα μωσαϊκό. Ασχολήθηκε Σύνοδος με αυτά ποτέ; Μόνο μία φορά έγινε πριν από αρκετά χρόνια εισήγηση στην Ιεραρχία για την λειτουργική ανομοιομορφία αλλά ουδεμία απόφαση ελήφθη.
Και για επανέλθουμε στη μετάφραση, έλαβε καμιά απόφαση η Ρωσική Σύνοδος για το αυτονόητο, να τελείται δηλαδή η Λατρεία από μετάφραση στους εκχριστιανιζόμενους λαούς της Σιβηρίας η της Ιαπωνίας; Είναι άλλο ζήτημα ότι πράγματι ασχολήθηκε με τον έλεγχο και την έγκριση των μεταφράσεων και αυτό προφανώς όχι από την πρώτη στιγμή της ιεραποστολής. Το ίδιο συνέβη και με τις Συνόδους του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας για τις ιεραποστολές τους.
Εδώ και κάποιες δεκαετίες στην Αμερική η Λατρεία τελείται και στα Αγγλικά, ανάμικτα με τα Ελληνικά. Πότε αποφάσισε Σύνοδος γι’ αυτό; Πότε όρισε Σύνοδος ότι τα αναγνώσματα και το Σύμβολο της Πίστεως και η Κυριακή Προσευχή θα απαγγέλλονται στους ελληνορθόδοξους ναούς της Γαλλίας και της Γερμανίας και στην τοπική γλώσσα όπως συχνά συμβαίνει σήμερα; Η ίδια ελευθερία εναλλαγής γλωσσών παρατηρείται στην πράξη κατά την τέλεση Βαπτίσεων και Γάμων, ακόμη και μέσα στην Ελλάδα όταν συμμετέχουν αλλοεθνείς, χωρίς καμιά συνοδική έγκριση. Σε ορισμένες μητροπόλεις μας όπου υπάρχουν ενορίες ρωσόφωνων η γεωργιόφωνων προσφύγων τελείται –και πολύ ορθά- η Λατρεία στη γλώσσα τους μόνο με απόφαση του επιχωρίου επισκόπου. Η μήπως ο γέροντας Σωφρόνιος έλαβε συνοδική άδεια για να αναπέμπει κατά τη Λειτουργία τις ευχές τις οποίες συνέθεσε;
Εν ολίγοις, ουδέποτε η Εκκλησία μας είδε τις τοπικές αποκλίσεις της Λατρείας ως κάτι για το οποίο πρέπει να ενεργήσει ισοπεδωτικά και συγκεντρωτικά. Αντίθετα, η Σύνοδος συχνά αναγκάστηκε να δεχθή και να ευλογήσει εκ των υστέρων λειτουργικές πρακτικές που είχαν καθιερωθή και οι οποίες φυσικά αποδείχθηκε ότι διέθεταν εκκλησιολογικά ερείσματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εις επήκοον απαγγελία των ευχών της Λειτουργίας, την οποία θέσπισε η Σύνοδος της ελλαδικής Εκκλησίας το 2004 ακυρώνοντας την παλαιά απόφασή της του 1956. Γιατί; Επειδή την εφάρμοζαν ήδη πολλοί κληρικοί και επειδή διαπιστώθηκε από τους λειτουργιολόγους η θεολογική της τεκμηρίωση. Η πράξη προηγήθηκε και επειδή φάνηκε η ορθότητά της ευλογήθηκε κατόπιν. (Εδώ επρόκειτο πράγματι για θέμα του οποίου έπρεπε να επιληφθή η Σύνοδος διότι η πρακτική της μη ακροάσεως των ευχών από τους πιστούς έχει σοβαρές θεολογικές συνέπειες αφού θέτει αναίτια σε εξωεκκλησιασμό ολόκληρο το πλήρωμα του Σώματος του Χριστού!).
2) Για λόγους εκκλησιολογικούς.
Το ζήτημα το οποίο ανέκυψε μας δίνει την θαυμάσια ευκαιρία να αναστοχασθούμε πάνω στα όρια των δικαιοδοσιών επισκόπου και Συνόδου. Επειδή στην ελλαδική Εκκλησία επεκράτησαν επί μακρόν νοοτροπίες με εκκλησιολογικό έλλειμμα, όπως είναι φυσικό επικρατεί σύγχυση επί των ορίων αυτών, οι δε λύσεις που δίνονται βασίζονται συνήθως στη συνήθεια και εμπειρική πρακτική και όχι στη Θεολογία της Εκκλησίας μας.
Όπως επισημαίνει ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης, από τους πρώτους αιώνες η Εκκλησία αντελήφθη πως είναι πολύ λεπτή και ευαίσθητη η γραμμή που διαχωρίζει την αποστολή του επισκοπικού λειτουργήματος από εκείνη του συνοδικού θεσμού. Και τούτο διότι η τοπική Εκκλησία-επισκοπή, ως φανέρωση της Καθολικής Εκκλησίας, όφειλε να εξοπλιστή με θεσμική ανεξαρτησία και ελευθερία, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες όπου διακυβευόταν η ευχαριστιακή ενότητα με τις υπόλοιπες τοπικές Εκκλησίες. Η διαφύλαξη αυτής της ενότητας υπήρξε το αίτιο δημιουργίας και το κύριο μέλημα του συνοδικού θεσμού.[1]
Έτσι προκύπτει αβίαστα ότι στην διακριτική αρμοδιότητα της τοπικής Εκκλησίας υπάγονται και όλες οι περιπτώσεις λειτουργικής ποικιλίας. Κριτήριο των πρωτοβουλιών της θα είναι πάντοτε το πνευματικό συμφέρον του λαού. Η ελευθερία αρχικά έφθανε μέχρι και τη δυνατότητα του επισκόπου να συνθέτει η να επιλέγει τις ευχές της αναφοράς![1] Εξυπακούεται ότι όταν μιλούμε εδώ για ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του επισκόπου δεν εννοούμε μια «απολελυμένη εξουσία» του (η οποία κατά τον Χρυσόστομο είναι «αφόρητος»), αλλά για αγαπητική συλλειτουργία διαβούλευσης όλων εντός της επισκοπής υπό την διοικητική και πνευματική ευθύνη του.
Συνεπώς κάθε άνωθεν επιβολή από τη Σύνοδο προς την τοπική Εκκλησία, όταν πρόκειται για ζητήματα στα οποία είναι απαραίτητη η αποκέντρωση, επιβουλεύεται την εκκλησιολογική αρτιότητα της επισκοπής διότι υποσκάπτει τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται. Η μείωση του επισκόπου επιφέρει μείωση ολόκληρου του ποιμνίου του, όχι υπό την έννοια του μονοκρατορικού αυταρχισμού ο οποίος έχει γίνει τόσο δημοφιλής σήμερα από επισκοπική ιδιοτέλεια, αλλά υπό την έννοια ότι ο επίσκοπος συμπεριλαμβάνει αγαπητικά τους πιστούς στο πρόσωπό του και έχει επιφορτισθή με την αναφορά στον Θρόνο της Χάριτος των αγωνιών τους και των προτάσεών τους, των ιδεών τους και των χαρισμάτων τους. Εδώ βέβαια απαιτείται λεπτότατη διάκριση των πνευμάτων, αλλά ποιός είπε πως το επισκοπικό λειτούργημα δεν είναι σταυρός;
Μια τέτοια ασκητική ποιμαντική της επισκοπής προϋποθέτει και συνεπάγεται την συνοδικότητα. Επειδή χάσαμε το συνοδικό φρόνημα μεταξύ επισκόπου και πρεσβυτέρων, στη συνέχεια όπως ήταν αναμενόμενο το χάσαμε και μεταξύ επισκόπου και Συνόδου. Τα όρια των δικαιοδοσιών στα διάφορα επίπεδα αλληλοεπηρεάζονται και η παραβίαση της εκκλησιολογίας «εκδικείται».
Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν μας θυμίζει με οξυδέρκεια: «Απ’ όλα τα επίπεδα της εκκλησιαστικής διακυβέρνησης, το πιο ‘αφανές’ ίσως σήμερα είναι το επίπεδο της επισκοπής. Κατά κάποιο τρόπο συνθλίβεται μεταξύ της πραγματικότητας της ενορίας και μιας υπερεπισκοπικής δύναμης, του πατριάρχη, της συνόδου κλπ. Κι όμως η ουσιαστική ‘εξουσία’ της Εκκλησίας, ο επίσκοπος, πρέπει να εκφραστεί και να ολοκληρωθεί στο επίπεδο της επισκοπής... Ο επίσκοπος είναι ο φορέας, το όργανο και ο διάκονος της καθολικότητας. Χάρισμά του και καθήκον είναι να δίνει στην Εκκλησία κατεύθυνση και σκοπό, να καλεί την κάθε ενορία και όλες μαζί να φανερωθούν ως κίνηση, ως πορεία προς την Βασιλεία του Θεού, να οικοδομεί την Εκκλησία».[1]
Με άλλα λόγια, ο επίσκοπος καλείται να δρα ως εμπνευσμένος από τον Παράκλητο ηγέτης και όχι ως άβουλος υπάλληλος ενός ανώτερου οργάνου. Δυστυχώς, με τις αναπηρίες με τις οποίες ξεκίνησε να οργανώνεται στον τόπο μας η Εκκλησία, τα πράγματα αντεστράφησαν και επεκράτησε το μοντέλο της (επίσης ανάπηρης) πολιτικής μας ζωής. Σε αυτήν όλα εκπορεύονται από τον συγκεντρωτικό και πανίσχυρο κρατικό μηχανισμό, καταργήθηκε κάθε έννοια αποκέντρωσης, οι δημόσιοι λειτουργοί δεν αυτενεργούν διότι περιμένουν εντολές για όλα από τον υπουργό, ο δε υπουργός εξαρτάται πλήρως από τον πρωθυπουργό του. Οι ομοιότητες με την πολιτική οργάνωση είναι προφανείς σε σημείο που να δίνουμε την εντύπωση ότι την αντιγράψαμε![1]
Εξοικειωμένοι όλοι μας με αυτό το σχήμα ως πολίτες αποδεχθήκαμε πλήρως τον συσχηματισμό του εκκλησιαστικού μας οργανισμού ο οποίος αποτέλεσε και την διαστρέβλωσή του. Ο πρεσβύτερος αισθάνεται δημόσιος υπάλληλος που καλείται να εκτελεί τις εντολές του προϊσταμένου του επισκόπου, ο δε μητροπολίτης αισθάνεται υφιστάμενος της Συνόδου και πληρεξούσιός της προς την επαρχία του! Όπως εύστοχα τονίζει ο π. Αντώνιος Πινακούλας, φθάσαμε οι επίσκοποι να αισθάνονται ότι εκπροσωπούν τη Σύνοδο στον λαό και όχι το αντίθετο όπως θα έπρεπε να συμβαίνει.[1] Έτσι παρατηρείται το απίστευτο φαινόμενο, μητροπολίτες ερωτώμενοι για κάποιο θέμα να μην τολμούν να εκφράσουν άποψη (ίσως και να μη διαθέτουν δική τους) αλλά να λένε «ο,τι αποφασίσει η Σύνοδος» η «ο,τι πει ο αρχιεπίσκοπος»!
3) Για λόγους ψυχολογικούς.
Τα εκκλησιολογικά ελλείμματα αφήνουν ελεύθερο τον δρόμο για ψυχολογικές αναπληρώσεις, που συνιστούν κερκόπορτες για ενέργειες στη βάση της ατομικότητας.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τον επισκοπικό αυταρχισμό. Φρονώ όμως ότι ένας από αυτούς είναι η εκκλησιολογική αχρήστευση του επισκοπικού αξιώματος, το οποίο, όπως είδαμε, συνθλίβεται μεταξύ δύο αντισυνοδικών καταστάσεων, τόσο σε επίπεδο Συνόδου όσο και σε επίπεδο επισκοπής. Η μεγαλύτερη ζημιά που έχει λάβει χώρα εδώ, ιστορικής σημασίας θεωρώ, ήταν η αφαίρεση του Χρίσματος από τον επίσκοπο ως χειροτονίας των βαπτιζομένων. Ακολούθησε επομένως η λησμοσύνη της αγιοπνευματικής δωρεάς των λαϊκών, με ανυπολόγιστες συνέπειες, αλλά και η καθίζηση της επισκοπικής διακονίας κάπου μεταξύ του μακρυνού πατριαρχείου που αγιάζει το μύρο και του πρεσβυτέρου ο οποίος χρίει με αυτό εντός δευτερολέπτων! Πολλά εκκλησιαστικά δεινά ακολούθησαν αυτήν την παραφθορά.
Η φύση απεχθάνεται τα κενά. Αν δεν δοθή η ευκαιρία στον επίσκοπο να αυτενεργήσει υλοποιώντας ουσιώδεις πτυχές της αποστολής του (κατά την άσκηση των οποίων άλλωστε συνειδητοποιεί το νόημά της και το βάθος της), γίνεται πιο εύκολο να ολισθήσει προς αντιεκκλησιαστικές στάσεις και πρακτικές. Αν δεν βιώσει στην πράξη τα συστατικά της δωρεάς που του δόθηκε, γίνεται πιθανότερο να εκτραπή προς δραστηριότητες περιττές, η και επιβλαβείς ακόμη. Φυσικά αυτό εξαρτάται από τον χαρακτήρα του καθενός και τις πνευματικές αντιστάσεις του.
Ας θυμόμαστε ότι πάντοτε υπάρχουν δύο δυναμικές που προσδοκούν εκπλήρωση: τα ατομικά προτερήματα και τάλαντα της συγκεκριμένης προσωπικότητας από τη μια, το χάρισμα της επισκοπικής πατρότητας από την άλλη. Αμφότερα εκφράζουν μια δημιουργικότητα που αδημονεί να δράσει, μια ενέργεια που προσδοκά να λάβει ποιμαντικό σχήμα. Αν εμποδιστούν στο όνομα της ομοιομορφίας γίνεται πιθανό το κρυμμένο αυτό δυναμικό να λάβει προβληματικές μορφές αφού η απραξία δεν αποτελεί φυσιολογική κατάσταση για τον άνθρωπο. Κοινό γνώρισμα αυτών των προβληματικών μορφών η λαχτάρα να αφήσει κανείς την προσωπική του σφραγίδα πίσω του. Μερικές φορές η άτυπη αυτή «ανταρσία» παίρνει τη μορφή άρνησης συνεργασίας: ο επίσκοπος τότε π.χ. δεν ανταποκρίνεται στην πρόσκληση της Συνόδου να στείλει εκπροσώπους σε κάποια εκδήλωση κ.ο.κ. Είμαστε όλοι άνθρωποι που υπακούουμε σε ψυχολογικούς νόμους και γι’ αυτό αγωνιζόμαστε να εκδηλώσουμε την ετερότητά μας, ενίοτε ανορθόδοξα, διότι ασφυκτιούμε στην ομοιομορφία και στη συμμόρφωση.
Παράλληλη και ανάλογη με την ανάγκη δημιουργικής έκφρασης του επισκόπου είναι και η αντίστοιχη του πρεσβυτέρου και του ποιμνίου τους. Πόσοι και πόσοι κληρικοί και λαϊκοί αδελφοί μας δεν έχουν ποθήσει κάτι πέρα από τα καθιερωμένα, κάποια πρωτοβουλία που θα ανανεώσει την αποξηραμένη ευσέβεια και θα αναζωογονήσει τη ρουτινοποιημένη Λατρεία! Και όμως, ο συγκεντρωτισμός κάποιων επισκόπων απαγορεύει μικροαλλαγές που θα μπορούσε άνετα να επιχειρήσει η ενορία, κατά τον ίδιο τρόπο που το επιχείρημα περί της Συνόδου φρενάρει και «ευνουχίζει» αντίστοιχα την επισκοπική μέριμνα. Έχει καταντήσει η φράση «όταν ασχοληθή η Σύνοδος με το θέμα αυτό» το συνηθέστερο άλλοθι για την απραξία σε επίπεδο μητροπόλεως.
*
Δεν έχει λοιπόν καμιά αρμοδιότητα η Σύνοδος επί της μεταφράσεως των λατρευτικών κειμένων; Αυτή θα ήταν μια εύλογη απορία. Βεβαίως και έχει. Ακροώμενη μετά προσοχής και σεβασμού τις ποιμαντικές αγωνίες των μελών της και του υπολοίπου πληρώματος, διευκολύνει αδελφικά το έργο της μεταφράσεως υποβοηθώντας στην επιλογή των καλύτερων και στην βελτίωσή τους στη συνέχεια. Επίσης έχουν χρέος η Σύνοδος και ο κάθε μητροπολίτης χωριστά να διασφαλίσουν χώρους (ενορίες και μοναστήρια) όπου θα εξακολουθήσει να ακούγεται το παλιό γλωσσικό ιδίωμα.
Δανειζόμενος από τη νομική ορολογία θα έλεγα ότι ο έλεγχος εκ μέρους της Συνόδου προς τις μητροπόλεις δεν είναι δυνατό να είναι προληπτικός παρά μόνο σε θέματα τα οποία άπτονται της υποστάσεως της ανά την Ελλάδα Εκκλησίας (νομικά, οικονομικά, καινοφανή προβλήματα, θεολογικές και εκκλησιολογικές ανιχνεύσεις, συνεργασία μητροπόλεων, κεντρικά ποιμαντικά εγχειρήματα κ.ο.κ.). Η κάθε επισκοπή, ως τοπική Εκκλησία που συγκεφαλαιώνει το πλήρωμα της εκκλησιαστικής καθολικότητας, ως αρμονική συναρμογή χαρισματούχων, κληρικών και λαϊκών, λαμβάνει στα όριά της όλα εκείνα τα μέτρα που θεωρεί ποιμαντικώς απαραίτητα, ο δε έλεγχος της Συνόδου έχει κατασταλτικό χαρακτήρα στην περίπτωση κατά την οποία η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ξεφεύγει από την αλήθεια της Εκκλησίας.
Κάτι ακόμη: δεν θα έπρεπε να λησμονήσουμε και την ταχύτητα με την οποία καταρρέουν τα αυτονόητα στην Εκκλησία μας. Έχει συμβή και άλλες φορές στην ιστορία της να θεωρηθούν κάποιες γνώμες τολμηρές, ίσως και εξωφρενικές, ενώ στη συνέχεια ο χρόνος τις δικαίωσε. Στις αρχές του 20ου αιώνα είχαμε νεκρούς στους δρόμους επειδή κυκλοφόρησε μετάφραση της Αγίας Γραφής στη νέα ελληνική! Πενήντα χρόνια αργότερα οι χριστιανοί μελετούσαν την Αγία Γραφή από μετάφραση, ενώ λειτουργούσαν και πολλοί αγιογραφικοί κύκλοι που την χρησιμοποιούσαν! Σήμερα κυκλοφορούν πολλές μεταφράσεις της και αυτό θεωρείται ο,τι πιο φυσικό και αυτονόητο.
Το ίδιο συνέβη και με την ιδέα της ιεραποστολής (ακατανόητο σκάνδαλο κάποτε, αναγκαιότητα σήμερα), το ίδιο θα συμβή τώρα και με τη μετάφραση των κειμένων της Λατρείας. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τα τελευταία δέκα χρόνια τόσοι επίσκοποι και πρεσβύτεροι άρχισαν να μεταφράζουν. Μόνο οι εθελοτυφλούντες το θεωρούν αυτό δυστύχημα και ξοδεύουν τις δυνάμεις τους για να το ανακόψουν. Μάταια, κατά τη γνώμη μου: η δύναμη της συνήθειας και το άγχος της αμυντικότητας δεν θα μπορέσουν τελικά να κατισχύσουν της εκκλησιολογίας και της ποιμαντικής. Το ποτάμι άρχισε να κυλά και δεν γυρίζει πίσω...
Ο π. Ιωάννης Μάγεντορφ μας θυμίζει: «Καμιά φορά ο καλύτερος τρόπος να σκοτώσεις μια παράδοση είναι να ακολουθείς τον εξωτερικό τύπο χωρίς να κατανοείς πραγματικά το περιεχόμενο. Η ζώσα παράδοση εμπεριέχει το είδος εκείνο της αλλαγής και της προσαρμοστικότητας που διασώζει τη συνεχή της επικαιρότητα· ειδάλλως η Εκκλησία γίνεται ένα μουσείο πομπώδους επιδείξεως και τοπικισμού ανώδυνα αποδεκτό στο πλαίσιο μιας πλουραλιστικής και βασικά επιφανειακής κοινωνίας, αλλά ουσιαστικά ασυνεπές στην ίδια την Ορθοδοξία».[1]
Στο επίμαχο ζήτημα χρειάζεται να προσέξουμε την ποιότητα των μεταφράσεων ώστε να μην βρίσκουν προσχήματα οι αντίπαλοί της. (Όσες φορές ιεροπράκτησα από μετάφραση, προσκεκλημένος άλλων κληρικών, συνάντησα σημεία που χρειάζεται να βελτιωθούν, τόσο στο κείμενο της Λειτουργίας όσο και σε αυτά του ευχολογίου). Παράλληλα πρέπει να εργαστούμε συλλογικά ώστε να παραχθή το άριστο ανθρωπίνως αποτέλεσμα.
Αν κινδυνεύει η ενότητα της Εκκλησίας μας από τη μετάφραση τότε πρέπει να μετανοήσουμε συλλογικά για το πόσο ανώριμη Εκκλησία είμαστε. Η έγνοια μας για την ενότητα είναι επιβεβλημένη αλλά δεν θα πρέπει η Εκκλησία να παραμένει όμηρος μιας ομάδας μελών της με φοβικές στάσεις, πολλώ μάλλον με τρομοκρατικές συμπεριφορές. Επιτέλους, έχουν ψυχή και οι μη συντηρητικοί! Είτε εντός είτε εκτός Εκκλησίας!
Μετά από πολλά χρόνια οι απλοί χριστιανοί θα αναρωτιούνται γιατί είχαμε τόσο πολύ καθυστερήσει να το πράξουμε. Ο δε ιστορικός του μέλλοντος θα πιστώσει το μεταφραστικό ζήτημα της εποχής μας με την ανανέωση του εν γένει εκκλησιαστικού μας φρονήματος και με την διευκρίνιση θεολογικών σημείων τα οποία επί αιώνες «σχόλαζαν» ανεπίτρεπτα στις συνειδήσεις.
Υποσημειώσεις:
[1] Ὁδοιπορικόν τῶν Ἁγίων Τόπων καί Σινᾶ, ἐκδ. Τῆνος, 1989, σ. 105.
[2] Ὁ συνοδικός θεσμός, «Θεολογία», τ. 80 (2), 2009, σ. 16-17, 23.
[3] Ὅ.π., σ. 22. Ἡ βαθμιαία ἔκλειψη αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας ὀφείλεται στήν ἐμφάνιση τῶν αἱρέσεων καί συνεπῶς στήν ἀνάγκη νά διασφαλιστῆ ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως, καί ὄχι σέ λόγους ἐκκλησιολογικῶν ἀρχῶν.
[4] Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας στόν σύγχρονο κόσμο, σ. 212-215. (Οἱ ἐμφάσεις εἶναι τοῦ πρωτοτύπου).
[5] Καί μόνο τό γεγονός ὅτι στά ἐπίσημα ἔγγραφα προτάσσεται τοῦ ὀνόματος τῆς μητροπόλεως ἡ φράση «Ἑλληνική Δημοκρατία» λέει πολλά...
[6] Ἡ συνοδικότητα ἐντός τῆς ἐπισκοπῆς, «Θεολογία», τ. 80 (2), 2009, σ. 171.
[7] Ἡ βυζαντινή κληρονομιά στή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκδ. Ἁρμός, σ. 145-146. (Ἔμφαση δική μου).
ΠΗΓΗ: http://www.romfea.gr/component/content/article/13/4865-

Τουρκία και Θρησκευτικές ελευθερίες

Η Τουρκία στη "μαύρη λίστα" των παραβατών θρησκευτικών ελευθεριών
"Ο τρόπος με τον οποίο το τούρκικο κράτος αντιλαμβάνεται την κοσμικότητά του, οδηγεί στην καταπάτηση των θρησκευτικών ελευθεριών των Τούρκων πολιτών και ειδικότερα των μειονοτικών θρησκευτικών ομάδων", επισημαίνει η έκθεση της αμερικανικής Επιτροπής Διεθνούς Θρησκευτικής Ελευθερίας.
Η προστασία του "κοσμικού" κράτους έχει γίνει πολλές φορές πρόσχημα για την επιβολή θρησκευτικών περιορισμών, τονίζει η έκθεση,που κατατάσσει την Τουρκία στον κατάλογο των 12 σημαντικότερών παραβατών σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας. Η έκθεση αναφέρεται επίσης στην επιρροή που ασκούν οι στρατιωτικοί στην πολιτική ζωή και στην απαγόρευση της θρησκείας στην δημόσια ζωή.

Το Μυστήριο του Ιερού ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

Βάπτισμα 
 Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά
Ανδρέα Θεοδώρου,
εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1997, σελ. 156-161 http://www.apostoliki-diakonia.gr
Γιατί βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδος;
Για ν' αποβάλουμε το χιτώνα της φθοράς και να ντυθούμε τη δόξα του Χριστού. Με το χιτώνα της φθοράς μας έντυσε με την παράβαση του ο Προπάτορας, που μας κληροδότησε μια φύση χαλασμένη, στην οποία μπαίνουμε όλοι ανεξαίρετα οι άνθρωποι με τη φυσική μας γέννηση. Η φύση αυτή της φθοράς εμποδίζει την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού. Πρέπει οπωσδήποτε ν' αφανισθεί και αυτό πετυχαίνεται στο ιερό βάπτισμα (Ιωαν. 3,3). Παράλληλα πρέπει να ντυθούμε το Χριστό («Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε» ψάλλει η Εκκλησία μας), να αναγεννηθούμε, να γίνουμε μία νέα πνευματική ύπαρξη και ζωή.
Το βάπτισμα, λοιπόν, είναι η τελετή εκείνη που ίδρυσε ο Χριστός, κατά την οποία ο άνθρωπος, βαπτιζόμενος σε αγιασμένο νερό με τριττή κατάδυση και ανάδυση στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος, αφ ' ενός μεν αποβάλλει την παλαιά φύση της αμαρτίας (το προπατορικό αμάρτημα), αφ' έτερου δε άναγεννάται σε μια καινούργια ένθεη ύπαρξη, φυτεμένη στη χάρη του Θεού.
Το βάπτισμα είναι κορυφαίο μυστήριο. Ονομάζεται «κυριακό», γιατί στη Γραφή υπάρχει ρητή πληροφόρηση για την άμεση σύσταση του από τον Κύριο (Ματθ. 28,19). Δια του βαπτίσματος ο άνθρωπος φυτεύεται μυστικά στο άχραντο σώμα του Χριστού, γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και έχει το δικαίωμα συμμετοχής του και στα υπόλοιπα εκκλησιαστικά μυστήρια.
Αφού δια του βαπτίσματος καταργείται το σώμα της αμαρτίας, γιατί εξακολουθεί να αμαρτάνει μετά ταύτα ο άνθρωπος;
Δύσκολο το ερώτημα. Φυσικά και μετά την εκρίζωση της αμαρτίας δια του βαπτίσματος ο άνθρωπος δεν παύει να είναι λογικός και ελεύθερος. Όπως δε ο πρωτόπλαστος, αν και πλασθείς καθαρός από την αμαρτία, όμως έπεσε σ ! αυτή κάνοντας κατάχρηση της λογικής του ελευθερίας, έτσι κι ο βαπτισθείς, καίτοι ολοκάθαρος μετά το λουτρό της παλιγγενεσίας, μπορεί να αμαρτήσει ως προσωπικότητα λογική και ελεύθερη. Βέβαια εδώ δεν πρόκειται απλώς για τη δυνατότητα της αμαρτίας, που έγκειται σε κάθε λογική φύση, αλλά περί ροπής προς την αμαρτία, περί φρονήματος σαρκικού ( concupiscentia = επιθυμητικό), που είναι άπορο πως παραμένει, μια και η ρίζα του (η φθαρμένη φύση) έχει καταργηθεί από το βαπτισθέντα. Πραγματικά έχουμε δογματικό πρόβλημα.
Να μην εκριζώνεται άραγε σε όλη της την έκταση η αμαρτία από τη φύση του βαπτισθέντος και να εξακολουθούν να παραμένουν εισέτι λείψανα της σ' αύτη; Μια απάντηση μπορεί να είναι η ακόλουθη. Το αμαρτητικό εξακολουθεί να παραμένει στη φύση του αναγεννηθέντος κατά παραχώρηση και παιδαγωγία Θεού. Ο Θεός δηλαδή επιτρέπει την παρουσία του, για να έχει ο βαπτισθείς ένα κίνητρο πνευματικών αγώνων, ώστε να κερδίζει κι αυτός, κατά κάποιο τρόπο, τη σωτηρία του, συνεργαζόμενος με τη χάρη του Θεού. Έτσι εκείνος που με ολιγωρία φέρεται προς την αμαρτητική ορμή, είναι ενδεχόμενο, αμαρτάνοντας βαριά, να χάσει τη δικαίωση που έλαβε δια του βαπτίσματος, και στο τέλος να χάσει την ψυχή του. Ενώ άλλος, καταγωνιζόμενος με τη χάρη τοϋ Θεσϋ το έπιθυμητικό, μπορεί να προαχθεί πνευματικώς και να κερδίσει την αιώνια ζωή. Στην πράξη διαπιστούται σαφώς το διττό αυτό ενδεχόμενο. Όλοι οι βαπτιζόμενοι δεν είναι το ίδιο. ’λλοι αναδεικνύονται άξιοι της υψηλής κλήσεως και άλλοι όχι (Ματθ. 20,16).
Αφού ο Κύριος είπε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται» (Μαρκ. 16,16), γιατί εμείς βαπτίζουμε τα νήπια, τα όποια δεν μπορούν να πιστεύουν;
Είναι αλήθεια ότι ο Κύριος προέταξε του βαπτίσματος την πίστη. Ο άνθρωπος προτού δεχθεί το βάπτισμα πρέπει να πιστέψει στο Χριστό, να γνωρίσει τη θεία αλήθεια, να ποθήσει τη σωτηρία του και ακολούθως να βαπτισθεί.
Αυτή είναι η κανονική σειρά και δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το βάπτισμα ενηλίκων, που γίνεται κατόπιν πίστεως στο Σωτήρα, είναι προτιμότερο. Έτσι γινόταν στην αρχαία Εκκλησία.
Ο νηπιοβαπτισμός εισήχθη πολύ νωρίς στην πράξη της αρχαίας Εκκλησίας. Εισήχθη για ν' αντιμετωπίσει μια επείγουσα ανάγκη στη ζωή του πληρώματος της Εκκλησίας, ένα σοβαρό κίνδυνο, το ενδεχόμενο να πεθάνει κανείς αβάπτιστος, οπότε κωλύεται να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Το κώλυμα, όπως είπαμε, είναι η παρουσία στην ψυχή του προπατορικού αμαρτήματος. Τα νήπια βέβαια δεν έχουν τη δυνατότητα να πιστέψουν. Αυτό όμως δεν αποτελεί απροχρώντα λόγο, ώστε να μη μπορούν να δεχθούν τη βαπτισματική χάρη. Είναι βασικό αξίωμα στη θεολογία ότι η θεία χάρη ενεργεί λυτρωτικά, εκεί όπου δεν υπάρχει η αμαρτία, η οποία είναι ο μόνος παράγων που αναστέλλει και ματαιώνει τη λυτρωτική της ενέργεια. Στα νήπια όμως το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας απουσιάζει. Συνεπώς η θεία χάρη μπορεί να επιδράσει ευεργετικά στην τρυφερή καρδιά τους, καταλύοντας από τη φύση τους το σώμα του προπατορικού αμαρτήματος. ’λλωστε την έλλειψη προσωπικής τοποθετήσεως των νηπίων έναντι της πίστεως και του λόγου τοϋ Θεού, αναλαμβάνει την υποχρέωση ν' αναπληρώσει εν καιρώ σ' αυτά ο ανάδοχος, βοηθούμενος από τους γονείς του παιδιού και την Εκκλησία.
Μερικοί ρωτούν γιατί με βάπτισαν, χωρίς κανένας να με ρωτήσει, αν ήθελα να βαπτισθώ και να γίνω χριστιανός; (αυτό είναι συνηθισμένο ερώτημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά). Το ερώτημα είναι σχήμα οξύμωρο. Πως μπορείς να ρωτηθείς, αφού δεν έχεις τη δυνατότητα να κατανοήσεις και να απαντήσεις; Το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για το καλό τους, για να τα προφυλάξουμε από έναν μέγιστο κίνδυνο. Το ίδιο άλλωστε δεν κάνουμε στα μικρά παιδιά, όταν τα εμβολιάζουμε; Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεση τους;
Τι είναι το βάπτισμα ανάγκης;
Είναι το βάπτισμα το οποίο τελείται εκτάκτως σε αβάπτιστα νήπια, τα οποία απειλεί ο θάνατος, και δεν υπάρχει η δυνατότητα να γίνει στην Εκκλησία από κανονικό ιερέα.
Το παιδί που κινδυνεύει μπορεί να το βαπτίσει λαϊκός, άντρας ή γυναίκα -πάντα ορθόδοξος- στο όνομα της αγίας Τριάδος και σε ζων ύδωρ (τρεχούμενο νερό). Αν δεν υπάρχει πρόχειρα νερό, μπορεί να το βαπτίσει και στον αέρα: «βαπτίζεται ο δούλος (ή η δούλη) του Θεού.., τάδε (θα λεχθεί το όνομα) εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Αμήν» (τρεις φορές).
Το βάπτισμα αυτό είναι κανονικό. Αν επιζήσει το νήπιο, δεν επαναλαμβάνεται το βάπτισμα. Το πηγαίνουν οι, γονείς του στο ναό, όπου ο ιερέας διαβάζει μονάχα τις ευχές, που δεν ήταν δυνατό να διαβασθούν κατά το βάπτισμα ανάγκης, χωρίς όμως να γίνει βάπτιση, με τριττή κατάδυση και ανάδυση.
Το βάπτισμα ανάγκης εντάσσεται γενικά στο σκεπτικό του νηπιοβαπτισμού. Κύριος σκοπός του είναι να μην πεθάνει το νήπιο αβάπτιστο, με συνέπεια να στερηθεί τη Βασιλεία του Θεού.
Τι γίνεται όμως ένα αβάπτιστο νήπιο που πεθαίνει αιφνίδια, μόνο ο Θεός γνωρίζει. Διότι υπάρχει μεν το προπατορικό αμάρτημα, δεν υπάρχουν όμως παράλληλα και προσωπικές αμαρτίες. Να βρίσκεται σε μια ουδέτερη κατάσταση μεταξύ Παραδείσου και κολάσεως (βλ. διάφορες εκδοχές : Χρ. Ανδρούτσου, Δογματικά, 1907, σελ. 328);
Είναι σωστό το δι' επιχύσεως ή ραντισμού βάπτισμα;
Στην αρχαία Εκκλησία το βάπτισμα αυτό ήταν επίσης βάπτισμα ανάγκης. Γινόταν σε ασθενείς που ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και δεν μπορούσαν να μετακινηθούν και να κατέβουν στην κολυμβήθρα να βαπτισθούν. Λεγόταν και βάπτισμα των «κλινικών» (αυτών που ήταν κλινήρεις).
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το βάπτισμα αυτό της ανάγκης που ήταν έκτακτο γεγονός στη ζωή της αρχαίας Εκκλησίας, το ανύψωσε σε κανονικό της θεσμό από τον 14ον αιώνα. Δε βαπτίζει σε κολυμβήθρα, αλλά ραντίζει την κεφαλή του βαπτιζόμενου με νερό. Το κάνει για πρακτικούς κυρίως λόγους. Τα επιχειρήματα όμως που προσάγει (η πιθανή κάκωση της υγείας των τρυφερών νηπίων, το γήρας ενδεχομένως των κληρικών, ψυχρές κλιματολογικές συνθήκες κ.α.) δεν είναι πειστικά, ιδίως μετά τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη της εποχής μας.
Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, ακολουθούσα την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας (αυτό μαρτυρούν τα σωζόμενα βαπτιστήρια, κτίσματα ιδιαίτερα με κολυμβήθρα, όπου γίνονταν οι βαπτίσεις), βαπτίζει τα νήπια. ’λλωστε η λέξη «βάπτισμα», σημαίνει εμβύθιση σε νερό. Την καινοτομία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποδοκιμάζει.
Πότε ένα βάπτισμα είναι κανονικό;
α. Όταν γίνεται από κανονικά χειροτονημένο Ιερέα στο έδαφος της Εκκλησίας. Τη δυνατότητα τελέσεως κανονικού βαπτίσματος έχουν χάσει οι αιρετικοί και οι σχισματικοί. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ανήκουν στο σώμα της Εκκλησίας. Μοιάζουν με τα κλαδιά που κόπηκαν από το δέντρο και ξεράθηκαν. Έτσι κι αυτοί δεν έχουν μέσα τους ζωή, την οποία φυσικά δεν μπορούν να μεταδώσουν σε άλλους. Είναι πνευματικά νεκροί.
β. Όταν γίνεται στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος. Ο όρος αυτός είναι απαράβατος για την κανονικότητα και εγκυρότητα του μυστηρίου. Το βάπτισμα «εις Χριστόν» («όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε») δεν αντικαθιστά το βάπτισμα στο όνομα της αγίας Τριάδος. Σημαίνει απλώς το βάπτισμα στην πίστη του Χριστού, στο λυτρωτικό έργο Του, με το οποίο σώζονται οι πιστοί.
γ. Όταν γίνεται κατά την τυπική ακολουθία της Εκκλησίας.
Το βάπτισμα οι Προτεστάντες το δέχονται, παρά την άλλη απέχθεια που τρέφουν προς τα εκκλησιαστικά μυστήρια (αποτελούν εξωτερικά στοιχεία της Εκκλησίας, ενώ αυτοί δέχονται μόνο την αόρατη Εκκλησία), μη τολμώντες να έλθουν σε κατάφωρη αντίθεση προς τη μαρτυρία της αγίας Γραφής.
um 20:19 0 Kommentare
ΠΗΓΗ:http://orthodoxi-pisti.blogspot.com/

Το Μυστήριο του Ιερού Χρίσματος

Χρίσμα - Σε τι αποσκοπεί το ιερό μυστήριο του χρίσματος;
 Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά Ανδρέα Θεοδώρου,
 εκδ. Αποστολικής Διακονίας http://www.apostoliki-diakonia.gr
Σφραγίζει με τα χαρίσματα και τις δωρεές του παναγίου Πνεύματος τη νέα πνευματική ζωή που γεννήθηκε δια του βαπτίσματος, βοηθώντας το βαπτισθέντα ν' αναχθεί σε βίο θεοφιλή και ενάρετο.
Το μυστήριο, που μαρτυρείται επαρκώς στην αγία Γραφή, γινόταν στην αρχή δια της επιθέσεως των χειρών των Αποστόλων στις κεφαλές των βαπτισθέντων για τη χορήγηση των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος (Πραξ. 8,17). Με το πέρασμα του όμως του χρόνου και καθόσον αύξανε σημαντικά ο αριθμός των πιστευόντων, δημιουργήθηκε κάποιο πρακτικό πρόβλημα∙ τα χέρια των Αποστόλων δεν επαρκούσαν πλέον για την τέλεση του ιερού μυστηρίου. Ήταν λίγοι. Έτσι πολύ νωρίς αντικαταστάθηκε η επίθεση των χειρών με την τέλεση του χρίσματος, κατά την οποία ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος χρίει σταυροειδώς το μέτωπο και τα άλλα μέλη τοϋ σώματος του βαπτισθέντος με άγιο μύρο (μίγμα ελαίου με άλλες σαράντα αρωματώδεις ουσίες, οι όποιες συμβολίζουν τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος), εκφωνουμένης σε κάθε χρίση της ευχής «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος αγίου. Αμήν».
Το χρίσμα δεν είναι συμπλήρωμα του ιερού μυστηρίου του απτίσματος. Είναι ιδιαίτερο αυτοτελές μυστήριο, το οποίο γίνεται εν συνεχεία προς το βάπτισμα. Εκεί είναι η φυσιολογική του τοποθέτηση.
Είναι σωστή η μετάθεση τελέσεως τον χρίσματος αρκετό χρόνο μετά το βάπτισμα;Τη μετάθεση αυτή κάνουν οι Ρωμαιοκαθολικοί. Το σκεπτικό τους είναι: αφού το ιερό μυστήριο έχει σκοπό να βοηθήσει το βαπτισθέντα στον προσωπικό του αγώνα και την προσπάθεια του να ζήσει βίο ενάρετο ανάλογο με την υψηλή κλήση του βαπτίσματος, το νήπιο, που έχει άωρη ακόμη προσωπικότητα και δεν έχει αναπτυγμένες τις πνευματικές και διανοητικές του δυνάμεις, πως είναι δυνατό να αναλάβει ένα τέτοιο μεγάλο και δύσκολο αγώνα; Γι' αυτό και μεταθέτουν την τέλεση του χρίσματος στο δωδέκατο έτος της ηλικίας του παιδιού και εν ανάγκη στο έβδομο.
Το σκεπτικό αυτό έχει φυσικά κάποια λογική βάση. Αλίμονο όμως αν τα δόγματα της πίστεως τα εξετάζουμε στη βάση μόνο της λογικής. Η αρχαία Εκκλησία, όταν τελούσε το χρίσμα συνειμμένως με το βάπτισμα, ασφαλώς γνώριζε τι έκανε. Η πρακτική της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, είναι μεταγενέστερος νεωτερισμός (ΙΓ' αιώνας).
Κατά τη λογική όμως αυτή έπρεπε να μετατίθεται και ο νηπιοβαπτισμός, πράγμα όμως που δεν κάνει η Παπική Εκκλησία. ’λλωστε είναι γνωστό, ότι η μόρφωση του χαρακτήρος και της προσωπικότητος του ανθρώπου αρχίζει ήδη από του λίκνου, αν μη και νωρίτερα. Γιατί, λοιπόν, να στερήσουμε τα νήπια από την ευεργετική επίδραση της χρισματικής χάριτος;
ΠΗΓΗ:http://orthodoxi-pisti.blogspot.com/

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ
Θεολογική Προσέγγιση καί Λειτουργική Πράξη
Προλογικό
Οἱ σκέψεις πού ἀκολουθοῦν δέν φιλοδοξοῦν καί δέν ἀξιώνουν νά καλύψουν, πλήρως τό θέμα. Αὐτό δέν εἶναι δυνατό. Ὁ ἀνθρώπινος λόγος δέν μπορεῖ, καί δέν φθάνει, νά ἀποδώση τήν θεϊκή πληρότητα τοῦ συνεχοῦς θαύματος. Οἱ σκέψεις αὐτές ἀποτελοῦν ἁπλῶς μιά σκιαγράφηση τῆς ὀρθοδόξου πατερικῆς διδασκαλίας καί παραδόσεως περί τοῦ μυστηρίου καί ἐπιδιώκουν, προσεγγίζοντας τήν λειτουργική μας ἐμπειρία καί εὐαισθησία, νά δώσουν ἀφορμές γιά περαιτέρω προβληματισμό, ἀφοῦ τό ζητούμενο εἶναι ἡ θεωρία τῆς ἐκκλησιατικῆς λατρείας.
Ἡ λειτουργική μας ἔκφραση καί κατάσταση σήμερα, φαίνεται νά πάσχη ἀπό μιά βαθειά κρίση. Ὄχι ἡ λατρεία καθ' ἑαυτή, - διότι ἡ ὀρθόδοξη λατρεία, στό βάθος της, παρέμεινε αὐτό πού ἦταν πάντα - ἀλλά ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο κατανοοῦμε τήν λατρεία καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ κόσμος τήν χρησιμοποιεῖ ἔχει, ὁμολογουμένως, ἀλλάξει βαθειά. Μεταξύ τοῦ σκοποῦ τῆς λατρείας καί τῆς κατανοησής της ὑπάρχει σήμερα μιά διαφορά, ἕνα χάσμα.
Τό οὐσιαστικό εἶναι νά ὑπάρξη ἕνας γόνιμος ἐσωτερικός προσωπικός προβληματισμός, ἐάν, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, γνωρίσουμε καί συνειδητοποιήσουμε τί συμβαίνει στήν Ἐκκλησία τήν ὥρα τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ποιά πραγματικότητα φανερώνεται καί δίδεται σέ μᾶς ἀπό αὐτό τό μυστήριο τῶν μυστηρίων; Γιατί, μόνον ὅταν τίθεται αὐτό τό ἐρώτημα, μποροῦμε νά κατανοήσουμε, ὅτι ἐκεῖνο πού ζωντανεύει τά σιωπηλά κείμενα εἶναι ἡ ἐσωτερική μνήμη τῆς Ἐκκλησίας.
Κρίναμε σκόπιμο νά χωρίσουμε τήν εἰσήγησή μας σέ ἐπί μέρους θεματικές ἑνότητες, στίς ὁποῖες, κατά τήν ταπεινή μας ἄποψη, ἐμφαίνεται, γενικά ἡ προβληματική τοῦ σήμερα, καί οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν:
1) Τήν σχέση Ἐκκλησίας καί Θείας Εὐχαριστίας.
2) Τήν ἐσχατολογική κατεύθυνση τῆς Θείας Λειτουργίας.
3) Τήν σχέση Δόγματος καί Θείας Εὐχαριστίας.
4) Τά τελούμενα κατά τήν Θεία Λατρεία, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στό ζήτημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν καί τοῦ κηρύγματος.
1. Ἐκκλησία καί Εὐχαριστία.
Σέ κάθε Θεία Λειτουργία δέν ἔχουμε μιά ἐξωτερική ἀναπαράσταση ἤ μιά ἐπανάληψη, γιατί ἡ σταυρική θυσία ἅπαξ ἐτελέσθη, καί γι' αὐτό δέν ἐπαναλαμβάνεται, ἀλλά ἔχουμε συνέχεια καί μετοχή στήν μία καί μοναδική θυσία τοῦ Χριστοῦ . Δέν εἶναι μιά νέα θυσία, ἀλλά πάντα ἡ ἴδια, αὐτή πού ὁ Χριστός μᾶς ἔδωσε καί μέσα στήν ὁποία μᾶς ἔχει περιλάβει. Αὐτή ἡ πραγματικότητα ἐκφράζεται στήν εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου: "Σύ εἶ ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος, καί προσδεχόμενος καί διαδιδόμενος....". Προσφέρουμε, λοιπόν, τήν Θεία Εὐχαριστία, ὄχι γιατί ὁ Θεός τήν χρειάζεται, ἀλλά γιατί ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ οὐσία καί ἡ προϋπόθεση τῆς ἰδικῆς μας ὑπάρξεως ἐν Αὐτῷ. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος τρόπος οὐσιαστικῆς ἀνακαινίσεως τοῦ κόσμου. Διότι μόνο ἡ εὐχαριστιακή κοινότητα, ἡ ὁποία μεταμορφώνεται στήν Θεία Εὐχαριστία, εἶναι δυνατόν καί νά μεταμορφώση ἀληθινά τόν κόσμο.
Ἡ κοινωνία, μέσα στήν ὁποία ἀποκαθίσταται ἡ θεανθρώπινη ἕνωση καί ἀναπλάσσεται ἡ πεσοῦσα ἀνθρώπινη φύση, τελεῖται στό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Μέ τό ἀφετηριακό καί μέγιστο χάρισμα τοῦ Βαπτίσματος εἰσέρχεται ὁ ἄνθρωπος στήν πραγματικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Ὅσοι ἑνώνονται μέ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία, ἐπανέρχονται στήν θεανθρώπινη κοινωνία, ἐπανευρίσκουν τήν χαμένη στόν Παράδεισο οἰκογένειά τους, ἀντικρύζουν τόν Θεό Πατέρα τους καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἀδελφούς τους, μετέχουν στήν ἀναπνοή τοῦ σώματος πού εἶναι ἡ προσευχή τῆς Ἐκκλησίας, συντονίζονται μέ τήν προσευχή τῶν ἁγίων, προσεύχονται μέ τίς προσευχές τῶν ἁγίων, ἀγωνίζονται νά καταστείλουν τήν ἀνταρσία τῆς ἁμαρτωλῆς του φύσης μέ τούς κανόνες καί τούς ὅρους τῆς ἄσκησης τῶν ἁγίων, συντονισμένοι χρονικά καί τροπικά μέ τό σύνολο ἐκκλησιαστικό σῶμα, τρέφονται ἀπό τό ποτήριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τήν τροφή τῶν μαρτύρων καί ὁμολογητῶν, τό δώρημα τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος του Χριστοῦ, τόν ἄρτο καί τόν οἶνο πού ἑνώνει γῆ καί οὐρανό.
Ὅμως ἡ μετοχή τῆς ζωοποιοῦ ἐνέργειας τοῦ ἁγίου Πνεύματος δέν εἶναι ἐφ' ἅπαξ ἐγγυημένη διά τοῦ Βαπτίσματος. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, κοινωνός τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μέ τήν διανοητική ἀποδοχή "ἀρχῶν" καί " ἀξιωμάτων" ἀλλά μέ τήν καθολική αὐτοπροσφορά του στήν ἀντιπροσφερόμενη Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μόνο μέ τόν ἀγώνα γιά τήν τελείωση μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά μετέχη τῆς ἀφθαρτοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό σέ κάθε Θεία Λειτουργία οἱ εἰρηνεύοντες μεταξύ τους, μέ ἀγάπη, πιστοί ἐπικαλοῦνται τόν Θεό, γιά νά μορφώση σέ αὐτούς, δια τῶν Τιμίων Δώρων, τόν Χριστό διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. "Σπουδάζετε οὖν πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν καί εἰς δόξαν. Ὅταν γάρ πυκνῶς ἐπί τό αὐτό γίνεσθε, καθαιροῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ Σατανᾶ καί λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ ὑμῶν τῆς πίστεως" .
Στήν Θεία Εὐχαριστία, τήν "συγκεφαλαίωση τῆς ὅλης Θείας Οἰκονομίας", πραγματοποιεῖται ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί συγχρόνως ἀποκαλύπτεται ἡ φύση καί ὁ χαρακτήρας τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μυστηρίου θεανθρωπίνης κοινωνίας. Ἡ Θεία Λειτουργία συνιστᾶ καί ἐκφράζει αὐτό τοῦτο τό εἶναι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐφ' ὅσον αὐτό τοῦτο τό εἶναι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λειτουργικό καί αὐτή ἡ ζωή της εἶναι εὐχαριστιακή. "Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσι . Ὁ κόσμος προσφέρεται στόν Θεό καί καθίσται τοῦ Θεοῦ. "Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν Σοί προσφέρομεν..." . " Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν". Ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος πού προσφέρουμε στόν Θεό συνοψίζουν καί περιλαμβάνουν ὅλη τήν ζωή μας καί ὅλο τόν κόσμο μας. Ἀλλά καί ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐν μετανοίᾳ μετέχει τῆς Εὐχαριστίας καθίσταται καθολικός ἄνθρωπος, δηλαδή ἄνθρωπος πού ὑπερβαίνει τήν διάσπαση καί τήν μερικότητα διά τῆς μετοχῆς του στήν καθολική Ἀλήθεια καί Ζωή. Τώρα μποροῦμε νά κατανοήσουμε "γιατί δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία πού ὑπάρχει γιά τήν Θεία Λειτουργία. Εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία μέ ὅλη τήν σημασία τῆς λέξεως, καθιστᾶ τήν Ἐκκλησία αὐτό πού πραγματικά εἶναι" . Νά γιατί χωρίς τήν Θεία Εὐχαριστία δέν θά ὑπῆρχε Ἐκκλησία. Νά γιατί αὐτό τό ὁποῖο πρέπει νά μᾶς προβληματίση εἶναι τό γεγονός, ὅτι σήμερα ἡ λατρεία δέν κατανοεῖται πλέον ὡς κατ' ἐξοχήν λειτουργία, ἔκφραση καί ἐκπλήρωση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀντίθετα, ἡ Ἐκκλησία ἐκλαμβάνεται ἁπλά ὡς τελετουργός τῆς λατρείας.
1.2. Ἡ ἐξατομίκευση-Ὑπάρχει δημόσια ἤ ἰδιωτική λατρεία;
Ἕνα ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ἀντιλήψεως, τό ὁποῖο ὁδηγεῖ σέ μιά σειρά ἀπό ἀλλαγές μέ ἀρνητικές συνέπειες γιά τήν λειτουργική ἐξέλιξη καί τήν πνευματικότητα, εἶναι τό φαινόμενο τῆς ἐξατομίκευσης τῆς Θείας Λειτουργίας, τό γεγονός δηλαδή, ὅτι ἡ ἐμπειρία τῆς λατρείας ἔχει παύσει νά εἶναι μιά ἀπό κοινοῦ λειτουργική πράξη. Εἶναι τουλάχιστον στή συνείδηση ἀρκετῶν, μιά συνάθροιση ἀτόμων πού ἔρχονται στήν Ἐκκλησία, παρίστανται στήν λατρεία μέ σκοπό νά ἱκανοποιήσουν μεμονωμένα τίς ἀτομικές τους θρησκευτικές ἀνάγκες καί ὄχι γιά νά συστήσουν καί νά ἀποτελέσουν τήν Ἐκκλησία.
Σκοπός τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ σωτηρία διά τῆς τελειώσεως μέσα ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς μας. Τό ἱστορικό γεγονός τῆς ἐνανθρώπισης τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει καταρχήν τόν ἄρχονο τρόπο τῆς θείας ζωῆς πού εἶναι ἡ ἀγάπη (Α´ Ἰωαν. 4. 8), ἡ ἀγάπη ὄχι σάν ἠθική ἰδιότητα (ἰδιότητα συμπεριφορᾶς), ἀλλά ὡς ὀντολογική πραγματικότητα πού θά πῆ: ὑπαρκτική ἀλήθεια, ἀλήθεια ἑνότητας, κοινωνίας καί σχέσης. Προσλαβμάνουμε τόν κόσμο, ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, ὡς Λόγο ἔνσαρκο τοῦ Θεοῦ· ἀποδεχόμαστε τή ζωή, τήν "ἐν σαρκί" ζωή τοῦ κόσμου τούτου, ὄχι ὡς αὐτονομημένη ἀτομική ἐπιβίωση, ἀλλά ὡς μυστήριο ἑνότητος σαρκός καί Θεότητος. Κοινωνοῦμε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί μετέχουμε στήν ζωή τῆς Τριάδος, τήν ὄντως ζωή. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁ ἱερουργός τῆς εὐχαριστιακῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου. Ἡ ζωή τῆς Εὐχαριστίας μπορεῖ νά προσλάβη ἀκόμη καί τόν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, νά ἐγκεντρίση τό θάνατο στή ζωή. Αὐτή ἡ πρόσληψη καί ὁ ἐγκεντρισμός τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου στήν ζωή τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό εἶναι ὁ καινούργιος τρόπος ὑπάρξεως πού ἐνσαρκώνει ἡ Ἐκκλησία, εἶναι τό ὑπαρκτό γεγονός τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὅπως φανερώνεται κάθε φορά στήν εὐχαριστιακή σύναξη.
Τό πρόβλημα τῆς δυτικῆς θεολογίας, ἄν δηλαδή ἡ σωτηρία ἐπιτυγχάνεται με τήν πίστη μόνο ἤ μέ ἀξιόμισθα ἔργα, εἶναι ἄγνωστο στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ὁ ἰσχυρισμός δέ τῶν Προτεσταντῶν, ὅτι κάθε ἕνας πιστός ἔχει μέ τόν Θεό ἰδιωτικές σχέσεις καί δέν ἔχει, κατά συνέπεια, ἀνάγκη ἄλλων πρός ἐπίτευξη ὀρθῆς σχέσεως μέ τόν Χριστό, εἶναι ἀπό καθαρά εὐαγγελική ἄποψη ἀβάσιμος. Ἡ ἐκδοχή αὐτή περί σωτηρίας εἶναι προϊόν μιᾶς εὐδαιμονιστικῆς καί ἰδιοτελοῦς νοοτροπίας, εἶναι τό ἄγχος τοῦ ἀνθρώπου τῆς αὐγουστίνειας καί προτεσταντικῆς αὐτοσυνειδησίας.
Θά πρέπει νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν ἰδέα, ὅτι ὑπάρχουν δύο λατρεῖες στήν Ἐκκλησία, μιά δημόσια καί μιά ἰδιωτική. Ἡ ἀρχαία ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας περί Εὐχαριστίας ἀντιμετωπίζει τό μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας ὄχι σάν ἀντικείμενο ἤ σάν κείμενο, σάν πράγμα καί σάν μέσο ἐκδηλώσεως τῆς εὐσέβειάς μας ἤ ἐξυπηρετήσεως, ἀλλ' ὡς κοινή καθολική ἐκδήλωση τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ὡς κοινωνία τῆς ἀγάπης. Ἄς θυμηθοῦμε ἐδῶ, γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές, τόν Ἀσπασμό τῆς εἰρήνης, πρίν τήν Ἀναφορά, καί τήν σημασία τοῦ γεγονότος τῆς ἑορτῆς, τό ὁποῖο (γεγονός) διασώζεται στόν χῶρο τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητος.
Ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία εἶναι, σύμφωνα μέ τήν ὁμόφωνη παράδοση, τό κέντρο ὁλόκληρης τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, καταλογογραφήθηκε ὡς ἕνα ἀπό τά μυστήρια, γιά νά καταντήση νά τελῆται πολλές φορές, ὅπως καί τά ἄλλα μυστήρια, ὡς ἰδιωτική ἀκολουθία πού ἀποσκοπεῖ στόν ἐξαγιασμό μεμονομένων χριστιανῶν καί ὄχι στήν οἰκοδομή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καλύτερη ἀπόδειξη αὐτοῦ εἶναι ἡ ὁλοκληρωτική παραγνώριση τῆς Θείας Κοινωνίας ὡς μιᾶς πράξεως γιά ὅλους. Ἐκεῖ πού ἡ Πρώτη Ἐκκλησία εἶδε τήν πραγματική της ἐκπλήρωση ὡς κοινωνία σέ ἕνα σῶμα, - "ἡμᾶς δέ πάντας τούς ἐκ τοῦ ἑνός ἄρτου καί τοῦ ποτηρίου μετέχοντας......", ἐρχόμαστε ἐμεῖς νά τίς θεωρήσουμε ὡς πράξεις πού ἀφήνονται ἀποκλειστικά στήν ἀτομική ἐπιθυμία ἑκάστου, τήν εὐσέβεια καί τήν προετοιμασία.
Εἶναι χαρακτηριστικό, ἐάν ἐρωτήσουμε τούς Χριστιανούς μας, γιατί πηγαίνουν τήν Κυριακή στήν Ἐκκλησία, πολλές φορές οἱ ἀπαντήσεις δέν ἔχουν καμιά σχέση μέ τήν ἀλήθεια. Δηλαδή, πρέπει νά ἔρχεσαι, σοῦ λένε, τήν Κυριακή στήν Ἐκκλησία, διότι εἶναι καθῆκον πρός τόν Θεό. Αὐτή δέν εἶναι Ὀρθοδοξία. Εἶναι ἡ ἀτομική σχέση μέ τόν Θεό.
Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά ἀναφέρουμε καί τό θέμα τῆς προσελεύσεως ἤ μή στήν Θεία Κοινωνία. Ἡ συνεχής Κοινωνία εἶναι τό ἰδεῶδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Δέν πρόκειται κάθολου γιά ὑποχρέωση. Δέν μποροῦμε, δέν ἔχουμε δικαίωμα νά τό πράξουμε, νά πιέσουμε κανέναν νά κάνη μιά πράξη ἀγάπης καί λατρείας. Πρόκειται γιά μιά ἀντικειμενική καί ξεκάθαρη διαπίστωση: ὅποιος δέν κοινωνεῖ τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του στήν κατάσταση τῶν ξένων, πού εἶναι ἔξω ἀπό τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. "Μηδείς πλανάσθω. Ἐάν μή τις ᾗ ἐντός τοῦ θυσιαστηρίου, ὑστερεῖται τοῦ ἄρτου τοῦ Θεοῦ.....ὁ οὖν μή ἐρχόμενος ἐπί τό αὐτό, οὗτος ἤδη περηφανεῖ καί ἑαυτόν διέκρινεν". Οἱ Ἱεροί Κανόνες εἶναι σαφέστατα κανονιστικοί γι' αὐτούς πού δέν κοινωνοῦν, γιατί μιά τέτοια στάση φανερώνει τήν μή συμμετοχή στήν Ἐκκλησία. Γι' αὐτό ὁμιλοῦν περί ἀποβολῆς καί ἀφορισμοῦ. Διάφοροι λόγοι, μά πάνω ἀπ' ὅλα ἡ χαμένη ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία, συνετέλεσαν στό νά λησμονηθῆ ἡ ἀλήθεια αὐτή. Εὐτυχῶς ἡ Ἐκκλησία ἄρχισε νά ζῆ, καί πάλι τήν παράδοσή της. Γεννιέται τό κίνημα τῶν Κολλυβάδων, γνωρίζουμε ἀγῶνες ἁγίων καί ἀσκητῶν γιά τήν ἐπανεκτίμηση τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως καί διδασκαλίας. Ἤδη στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου ἐκδίδει ἀνώνυμα τό βιβλίο περί τῆς συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως, τό ὁποῖο ἀρχικά καταδικάσθηκε ἀπό τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ καί Προκόπιο, ὡς παράνομο καί σκανδαλοποιό, ἀθωώθηκε συνοδικά ἀπό τόν Πατριάρχη Νεόφυτο, ὡς ψυχοφελές καί σωτήριο, καί ἔδωσε ἀφορμή στόν Πατριάρχη ἅγιο Γρηγόριο τόν Ε´ νά συντάξη, κατά τό ἔτος 1819, Πατριαρχικό γράμμα πρός τούς Μοναχούς τοῦ ἁγίου Ὄρους, καί νά ἀποφανθῇ ὅτι "χρέος ἔχουσιν οἱ εὐσεβεῖς ἐν ἑκάστῃ μυσταγωγίᾳ νά προσέρχωνται καί νά μεταλαμβανώσιν, ἀρκεῖ νά εἶναι ἀνέγκλητοι παρά τοῦ πνευματικοῦ των" .
Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι τό γεγονός τῆς τακτικῆς ἤ μή προσελεύσεως τῶν πιστῶν στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καθώς καί τῆς καταλλήλου προετοιμασίας, εἶναι ἕνα πού σοβαρό ζήτημα τό ὁποῖο καθημερινά ἀντιμετωπίζουμε καί γιά τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά ἐργασθοῦμε σκληρά. Εἶναι ἐπίσης πολύ σημαντικό, ὅσον ἀφορᾶ στό θέμα τῆς συμμετοχῆς στήν Θεία Κοινωνία, νά ἔχουμε κατά νοῦ καί μιά ἄλλη προοπτική: ποιά εἶναι γιά τόν συγκεκριμένο ἄνθρωπο ἡ καλύτερη προετοιμασία; Πῶς θά ἐμφυτεύσουμε μιά ὑγιῆ διάθεση γιά τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία; Πῶς θά βοηθήσουμε τόν ἄνθρωπο νά διατηρήση τήν ἐπιθυμία νά γνωρίση τόν Χριστό;
2. Εὐχαριστία καί Ἐσχατολογία.
Ἡ λατρεία μας μέ τό νά εἶναι φανέρωση τοῦ Θεοῦ γίνεται φανέρωση τοῦ κόσμου. Εἶναι πάντοτε κοσμική, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι προσλαμβάνει ὁλόκληρη τήν κτίση ἐν Χριστῷ, εἶναι ἱστορική καί προσλαμβάνει ἐν Χριστῷ τόν χρόνο εἶναι ἐσχατολογική καί μᾶς κάνει μετόχους τῆς ἐρχόμενης Βασιλείας. Ἀνατρέπει κάθε ἔννοια χωροχρονικῆς ἀκολουθίας. Δέν προσδιορίζεται ἀπό τόν χρόνο ἀλλά προσδιορίζει τόν χρόνο. Τό μυστήριο τῆς Συνάξεως εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ καί ὡς ἔργο τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνειτόν χρόνο καί ἀνήκει στήν αἰωνιότητα. Ἤδη ἡ τέλεση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου πρό τοῦ Σταυρικοῦ Θανάτου ἀντιστρέφει τόν ἱστορικό χρόνο καί καταργεῖ τήν χρονική ἀκολουθία . Γι' αὐτό ἡ Θεία Λειτουργία δέν πρέπει νά θεωρεῖται ἁπλῶς καί μόνο ὡς μιά αἰσθητική ἐμπειρία ἤ μιά θεραπευτική ἄσκηση. Ἡ μοναδική λειτουργικότητά της εἶναι νά ἀποκαλύπτη τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. "Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος....". Αὐτό εἶναι πού μνημονεύουμε συνέχεια. Ἡ ἀνάμνηση τῆς Βασιλείας εἶναι ἡ πηγή ὅλων τῶν ἄλλων μέσα στήν Ἐκκλησία.Αὐτή, ὅμως, ἡ βιβλική καί ἀρχέγονη χριστιανική πνευματικότητα, βασισμένη στήν λειτουργική καί ἐσχατολογική κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας, ἄρχισε, ἀπό τόν 3ο αἰώνα, σταδιακά, νά ὑποχωρῆ, ἤ στήν καλύτερη περίπτωση νά συνυπάρχη μέ μιά ἄλλη πνευματικότητα . Ἡ Ἐκκλησία παύει νά ἀποτελῆ εἰκόνα τῶν Ἐσχάτων καί γίνεται εἰκόνα τῶν ἀρχικῶν πραγμάτων.
Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παύει νά εἶναι τό κεντρικό περιεχόμενο καί ἡ ἐσωτερική ὤθηση τῆς χριστιανικῆς πίστης. Κατανοεῖται μόνο ὡς μελλοντική Βασιλεία, γιά τό τέλος καί μετά τό τέλος. Αὐτός ὁ σταδιακός περιορισμός τῆς χριστιανικῆς ἐσχατολογίας εἶχε σοβαρώτατες ἐπιπτώσεις στήν διαμόρφωση τῆς λειτουργικῆς συνειδήσεως, ὅλης τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί στήν εὐσέβεια τῶν πιστῶν.
Ποιός ἐνθυμεῖται σήμερα, ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος εἰσέρχεται στόν Ναό, ὅτι τό γεγονός αὐτό εἶναι ἕνα μέγα λειτουργικό γεγονός, διότι εἰκονίζει τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, τόσο στήν Πρώτη ὅσο καί στήν Δευτέρα Παρουσία Του. "Τήν μέν οὖν πρώτην εἰς τήν Ἀγίαν Ἐκκλησίαν τοῦ Ἀρχιερέως κατά τήν ἱεράν σύναξιν, τῆς πρώτης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ διά σαρκός εἰς τόν κόσμον τοῦτον παρουσίας τύπον καί είκόνα φέρειν....Μεθ' ἥν παρουσίαν ἡ εἰς οὐρανούς αὐτοῦ καί τόν ὑπερουράνιον θρόνον ἀνάβασίς τε καί ἀποκατάστασις συμβολικῶς τυποῦται διά τῆς ἐν τῷ ἱερατείῳ τοῦ Ἀρχιερέως εἰσόδου καί τῆς εἰς τόν θρόνον τόν ἱερατικόν ἀναβάσεως.... Τάς δέ θείας τῶν πανιέρων βίβλων ἀναγνώσεις, τάς θείας καί μακαρίας τοῦ παναγίου Θεοῦ βουλήσεις τε καί βουλάς ὑπεμφαίνειν...Τήν δέ πνευματικήν τῶν θείων ᾀσμάτων τερπνότητα τήν ἐμφαντικήν...τῶν θείων ἀγαθῶν ἡδονήν...".
3. Δόγμα καί Θεία Λειτουργία
Ἡ πληρότητα τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκεται στήν λατρεία. Ἡ χριστιανική λατρεία, ὡς ζῶσα ἐμπειρία καί βίωση τῆς πίστεως ἀφ' ἑνός ἐκφράζει τήν βιβλική καί πατερική διδασκαλία καί ἀφ' ἑτέρου τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ φράση τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου "ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ εὐχαριστίᾳ καί ἡ εὐχαριστία... βεβαιοῖ τήν γνώμην" ἐπιβεβαιώνει ὅτι, ἡ ὀρθόδοξη λατρεία εἶναι αὐτή καθ' ἑαυτή δογματική καί μαρτυρεῖ περί τῆς ταυτότητος τῆς ἐκκλησιαστικῆς λειτουργίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως. Τοῦτο ἀποτελεῖ τό πλέον χαρακτηριστικό καί ἔξοχο σημεῖο τῆς Παραδόσεως. Αὐτό δέ θά τό διαπιστώσουμε περισσότερο, ὅταν ἐξετάσουμε καί ἱστορικά τήν ἀντίδραση τῆς λατρείας (οὐσιαστικά τῶν Πατέρων μέσα ἀπό τήν λατρεία) ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν.
Θά μᾶς ἐπιτραπῆ ἐδῶ νά ἀναφέρουμε ἕνα συγκεκριμένο παράδειγμα, τό ὁποῖο ἀφορᾶ στήν σύγχρονη λειτουργική πράξη καί ἀντίληψη σέ σχέση μέ τήν δογματική διδασκαλία. Εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο τό θέμα αὐτό καί ἀξίζει τῆς προσοχῆς τοῦ ἀναγνώστου.
Ἡ ἀρχική εὐχαριστιακή ἀναφορά, τό "Ἄξιον καί δίκαιον", πού διαβάζουμε στήν Θεία Λειτουργία, ἦταν προσευχή πρός τόν Θεό Πατέρα. Ἡ εὐχαριστήριος εὐχή ἤ εὐχή τῆς ἀναφορᾶς τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος, Ἐπισκόπου Ρώμης, ἀναφέρεται καί στήν μεταξύ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος σχέση. Στήν Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εἶναι σαφές, ὅτι μόνο ὁ Θεός Πατήρ δέχεται τήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς. Στήν Θεία Λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὅπως ἐπισημαίνουν οἱ Λειτουργιολόγοι, μετά τόν Δ´ αἰώνα, ὑπῆρξε κάποια ἀλλαγή καί στήν Ἀναφορά προστέθηκε ἡ φράση "Σύ καί ὁ Μονογενής Σου Υἱός καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον". Ἀναφέρεται δηλαδή ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα.
Γι' αὐτό καί θεωρεῖται μέγιστο λάθος αὐτό πού κάνουν πολλοί ἱερεῖς, νά στρέφωνται πρός τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στό "Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ". Εἶναι δογματικό λάθος. Ἴσως ἀναρωτηθῆ κανείς: "Τί σημασία ἔχει; Δέν εἶναι θέμα θεότητος, διότι στήν περίπτωση αὐτή ἡ διάκριση τῶν Προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος δέν πρέπει νά ἔχη καμμία σημασία". Ἡ διάκριση τῶν Προσώπων εἶναι πολύ σημαντική καί οὐσιαστική γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη καί θεολογία. Δέν εἶναι τυχαῖοι οἱ ἀγῶνες τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων γιά νά διατηρήσουν αὐτή τήν διάκριση. Ὅπως δέν εἶναι καί τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι οἱ αἱρετικοί, γνωρίζοντας, ὅτι αὐτή ἡ διδασκαλία ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό καί ἔξοχο σημεῖο τῆς πίστεως, προσπάθησαν νά διαταράξουν ἀπό τήν ἀρχή αὐτήν τήν διάκριση ἀλλοιώνοντας τήν μορφή καί τό περιεχόμενο τῆς εὐχαριστηρίου ἤ τῆς εὐχῆς τῆς Ἀναφορᾶς καί τῶν λειτουργικῶν τύπων. Ὅ,τι κάνει λοιπόν ὁ Υἱός στήν Λειτουργία δέν εἶναι τό ἴδιο μ' αὐτό πού κάνει ὁ Πατήρ, οὔτε τό ἴδιο μ' αὐτό πού κάνει τό Πνεῦμα. Τό κάθε Πρόσωπο κάνει διαφορετικό ἔργο σέ ὅλο τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας καί τό ἔργο αὐτό μεταφέρεται στήν Θεία Εὐχαριστία. Ὁ Υἱός ἐκτελεῖ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός τῇ συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀναφέρει πλέον στόν Πατέρα ὅλη τήν Οἰκονομία. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ προσαγωγή, ἡ προσφορά καί ἀναφορά στόν Πατέρα. Γι' αὐτό στήν Θεία Εὐχαριστία, καί μάλιστα τήν στιγμή τῆς Ἀναφορᾶς, δέν προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία μόνη της. Προσεύχεται ὁ Χριστός. Γι' αὐτό στήν Θεία Εὐχαριστία δέν ὑπάρχει διάλογος μεταξύ Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας, ἀλλά μεταξύ Θεοῦ Πατρός καί Χριστοῦ-Ἐκκλησίας.
Κατά τόν ΙΒ' αἰώνα ἔγινε μιά μεγάλη θεολογική διαμάχη, μιά προσπάθεια ἐπικρατήσεως "καινοτομίας δόγματος", γιά τό ποιός προσφέρει καί ποιός ἀποδέχεται τήν Θεία Εὐχαριστία, καί στήν ὁποία κυρίαρχο ρόλο διεδραμάτισε ὁ Νικόλαος Μεθώνης. Τό ἐρώτημα εἶναι πολύ σοβαρό, διότι κάθε ἀντίληψη, ὅτι ὁ Θεός Πατήρ μπορεῖ νά ἐνεργήση, κατά κάποιο τρόπο, χωρίς τήν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά σήμαινε διαίρεση μεταξύ τῶν Προσώπων τῆς Τριαδικῆς Θεότητος. Εἶναι βασικό Πατερικό ἀξίωμα, ὅτι τά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος δέν χωρίζουν ποτέ. Καί στήν Οἰκονομία καί στήν Ἐνσάρκωση εἶναι μαζί, ἀλλά δέν σαρκοῦνται ὅλα. Ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη λεπτομέρεια: ὁ Υἱός δέχεται τήν Θεία Εὐχαριστία, μαζί μέ τόν Θεό Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά σέ διάκριση ἀπό τόν Θεό Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία εἶναι προϋπόθεση τῆς ὑποστάσεως.
Δέν εἶναι λοιπόν ἄλλος ὁ προσφέρων καί ἄλλος ὁ προσφερόμενος "ἀλλ' αὐτός καί εἷς κατά τήν ὑπόστασιν Χριστός, προσφέρων μέν λέγεται ὡς ἱερεύς καθεστώς κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ,... προσφερόμενος δέ ὡς οὐκ ἄλλό τι προσφέρων παρ' ἑαυτόν, ἀλλ' ἤ τό οἰκεῖον σῶμα τε καί αἷμα... καί πάλιν ὁ αὐτός διαδιδόμενος λέγεται, καί ταῦτα μέν κατά τό ἀνθρώπινον, εἰ καί πάντα θεότερον πως, προσδεχόμενος δέ ὡς κατά τήν θεότητα ἡνωμένος ἀεί τῷ Πατρί καί τῷ Πνεύματι καί τούτοις ἀχωρίστως συννοούμενος καί συνδοξαζόμενος τά τε ἄλλα καί τό προσδέχεσθαι τήν προσαγωγήν". "Ταῦτα δέ καί τά δῶρα τά προσφερόμενα, ἡ σάρξ καί τό αἷμα, ἅ πάλιν αὐτός ἐστιν ὁ προσφέρων, καί δι' αὐτῶν προσφερόμενος".
Θά πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά ἐνθυμηθοῦμε τό ἀκόλουθο γεγονός. Οἱ Ἀρειανοί καί μάλιστα οἱ Εὐνομιανοί, ἔθεσαν τό ζήτημα στούς Ὀρθοδόξους ἄν ὁ Υἱός εἶναι δηλωτικός τῆς οὐσίας ἤ τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ: Ἐάν οἱ Ὀρθόδοξοι ἔλεγαν, ὅτι εἶναι δηλωτικός τῆς οὐσίας, τότε δέν θά μποροῦσαν νά Τόν διακρίνουν ἀπό τόν Πατέρα. Ἐάν ἔλεγαν, ὅτι εἶναι ὄνομα ἐνεργείας, τότε κινδύνευαν νά δεχθοῦν, ὅτι πρόκειται γιά κτίσμα. Μπροστά στήν πίεση αὐτή ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στόν Τρίτο Θεολογικό του Λόγο, τονίζει μέ ἔμφαση, ὅτι ὁ Υἱός δέν εἶναι οὔτε οὐσίας οὔτε ἐνεργείας ὄνομα, ἀλλά ὄνομα σχέσεως.
Ἐπαναλαμβάνουμε, ὅτι ἴσως κάποιος πεῖ: "Ὅλα εἶναι μπερδεμένα. Δέν εἶναι ἀνάγκη νά κάνουμε τίς διακρίσεις αὐτές. Σέ τί τέλος πάντων θά χρησιμεύσουν". Τήν ἀπάντηση τήν δίδει ἡ Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ προσεκτική στόν χειρισμό τῆς διακρίσεως τῶν Προσώπων. Ἡ θεολογία τῆς πίστεως καί τῆς Εὐχαριστίας εἶναι πραγματική Θεολογία μόνον καί ἐφ' ὅσον εἶναι Τριαδική Θεολογία. "Ἐν Τριάδι ἡ Θεολογία τελεία ἐστι". Ἐμεῖς ἔχουμε δημιουργήσει μιά εὐσέβεια λειτουργική ἐρήμην τῆς διακρίσεως τῶν Προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος. Αὐτό εἶναι τόσο ἐπικίνδυνο, ὥστε ὑπάρχει περίπτωση νά ὁδηγήση σέ μιά ἀχρήστευση καί φθορά τῆς Τριαδικῆς Θεολογίας. Καί ἡ φθορά αὐτή, πού στήν οὐσία της εἶναι ἐγκατάλειψη τῆς "τελειωτάτης θεογνωσίας", ὁδηγεῖ στήν ἀνυπαρξία, τό ἀπατηλό, τό ψευδές. Αὐτό τό ὁποῖο πρέπει πολύ σοβαρά νά μᾶς προβληματίση εἶναι, ὅτι ἡ Τριαδική Θεολογία γίνεται πλέον ἕνα δόγμα, τό ὁποῖο δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τόν τρόπο τόν ὁποῖο ζοῦμε. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι σήμερα ζοῦμε, ὑπολανθανόντως, σ' ἕνα κλῖμα, τό ὁποῖο καλλιεργεῖ ὄχι ὑπαρξιακά καί σωτηριολογικά, ἀλλά εὐσεβιστικά καί ἠθικά τήν ἔννοια τῆς λατρείας καί τοῦ δόγματος.
Θά πρέπει νά ἀναρωτηθοῦμε, ἐπίσης, μήπως, στήν πίστη μας, τήν πρώτη καί κεντρική θέση κατέχει ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τίς ἁμαρτίες του. Τό ζήτημα εἶναι σπουδαῖο, διότι ἡ πίστη δέν εἶναι δυνατόν νά ἀρχίζη μέ τήν ἁμαρτία. Ἡ ἀρχή δέν εἶναι ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἀρχή καί τό θεμέλιο τῶν πάντων εἶναι τό μυστήριο τῆς Τριαδικῆς ζωῆς.
4. Περί τῶν τελουμένων, τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν καί τοῦ θείου κηρύγματος.
Γνωρίζουμε, ὅτι ἡ χριστιανική λατρεία ἔχει μιά μακρά καί περίπλοκη ἀνάπτυξη καί ὅτι ἡ σημερινή ἑνότητα τοῦ Τυπικοῦ στήν Ὀρθοδοξία εἶναι συγκριτικά τελευταῖο ἐπίτευγμα. Ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέν εἶχε διατηρήσει τήν πλήρη λειτουργική ὁμοιομορφία ὡς οὐσιώδη ἑνότητά της. Ὅμως, παρά τήν ὑπάρχουσα, ἀνέκαθεν, ἐλευθερία στήν διά τῆς φυσικῆς ἐξελίξεως διαμόρφωση γεγονότων ἤ λεπτομερειῶν τῆς λατρείας, διαπιστώνουμε, ὅτι α) ἡ Ἐκκλησία κατοχυρώνει τήν θεία λατρεία καί διά κανόνων, καί β) ἡ τελική διαμόρφωση τῆς λατρείας καθορίζεται πάντοτε ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. "Οἱ Πρεσβύτεροι καί οἱ Διάκονοι ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐπισκόπου μηδέν ἐπιτελείτωσαν. Αὐτός γάρ ἐστιν ὁ πεπιστευμένος τόν λαόν Κυρίου καί τόν ὑπέρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος".
Θά σταθοῦμε, χαρακτηριστικά σέ ἕνα ἀντιλεγόμενο σημεῖο τῆς λειτουργικῆς μας πράξης, γιά νά διαπιστώσουμε καλύτερα, πῶς διαμορφώνονται τά πράγματα στήν λατρεία μας μέσα ἀπό τήν ἱστορία καί τήν αὐθεντικότητα τῆς πνευματικότητος. Πρόκειται περί τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στήν Θεία Λειτουργία. Ἐάν αὐτές ἀπαγγέλονται μυστικῶς ἤ ἐκφώνως. Καθ' ὅτι ἕως καί σήμερα ὅλες οἱ εὐχές τῶν Μυστηρίων ἀναγινώσκονται εἰς ἐπήκοον, τό πρόβλημα ἑστιάζεται στήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας.
Ἡ παρεμβολή, νεστοριανῆς προελεύσεως, πράξεως, ἡ ὁποία ἤθελε μυστική τήν ἀπαγγελία τῶν εὐχῶν ὑπό τοῦ ἱερέως, ἡ ἐπίδραση τῆς μυστικῆς θεολογίας καί τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τούς μεταγενέστερους χρόνους, ἡ μή ἐπαρκής κατάρτιση καί ἐκπαίδευση τοῦ κλήρου, ἄλλοι τεχνικοί λόγοι, ὡδήγησαν τήν λατρεία στήν ἐπιβολή μιᾶς ἀντιπαραδοσιακῆς πράξεως, πού ἐκφράζεται μέ τήν καθ' ἑαυτόν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν.
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ διάταξη 6 τῆς 137ης Νεαρᾶς τοῦ Ἰουστινιανοῦ: "Κελεύομεν πάντας ἐπισκόπους τε καί πρεσβυτέρους μή κατά τό σεσιωπημένον, ἀλλά μετά φωνῆς τῷ πιστοτάτῳ λαῷ ἐξακουομένης τήν θείαν προσκομιδήν καί τήν ἐν τῷ ἁγίῳ Βαπτίσματι προσευχήν ποιεῖσθαι πρός τό κἀντεῦθεν τάς τῶν ἀκουοτάτων ψυχάς εἰς πλείονα κατάνυξιν καί τήν πρός τόν Δεσπότην Θεόν διανίστασθαι δοξολογίαν. Οὕτω γάρ ὁ θεῖος ἀπόστολος διδάσκει λέγων... ἐπεί ἐάν εὐλογήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τόν τόπον τοῦ ἰδιώτου πώς ἐρεῖ τό Ἀμήν τῷ Θεῷ ἐπί τῇ σῇ εὐχαριστίᾳ. Στήν ἴδια Νεαρά ἀναφέρεται, ὅτι ὁ ὑποψήφιος γιά τό ἀρχιερατικό ἀξίωμα πρέπει νά ὑποβάλλεται, ἐκ τῶν προτέρων, σέ κάποια ἐξέταση ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀπαγγελία τῆς εὐχῆς τῆς θείας προσκομιδῆς καί αὐτῆς τοῦ βαπτίσματος. "...Θεσπίζομεν, ὁσάκις χρεία γένηται Ἐπίσκοπον χειροτονηθῆναι... ἀπαιτεῖσθαι πρότερον τόν μέλλοντα χειροτονηθῆναι... ἀπαγγέλειν τοῦτον τήν θείαν προσκομιδήν τήν ἐπί τῇ ἁγίᾳ κοινωνίᾳ γινομένην...".
Ἴσως ρωτήση κάποιος· τί ἐννοεῖ, ὅταν λέγει "θεία Προσκομιδή"; Σέ πολλές μαρτυρίες φαίνεται, ὅτι ὁ ὅρος Προσκομιδή ἐσήμαινε γενικά τήν Θεία Λειτουργία καί κυρίως τήν εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς. Αὐτό προκύπτει ἀπό τήν μελέτη τῶν πηγῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καί πολλῶν ἀπό τά ἀρχαιότερα σωζόμενα χειρόγραφα Εὐχολόγια τοῦ βυζαντινοῦ λειτουργικοῦ τύπου. Ὁ Ἰωάννης Μόσχος λέγει, ὅτι διά τοῦ ὅρου Προσκομιδή δηλώνεται τό τμῆμα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀπό τοῦ "Ἄξιον καί Δίκαιον" μέχρι τῆς κλάσεως τοῦ καθαγιασμένου Ἄρτου καί τῆς Κοινωνίας. Ὁ ἴδιος δέ συνεχίζει καί λέγει: "Ἐπειδή... οἱ Πρεσβύτεροι ἐκφωνοῦν "μεγάλως" (τίς εὐχές), τά παιδιά γνωρίζουν καί μαθαίνουν τήν εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς, ἐπειδή ἀκριβῶς αὐτή συνεχῶς ἐκφωνεῖται...". Νά μιά πράξη, ἡ ὁποία θά μποροῦσε νά μᾶς βοηθήση, πρός τό παρόν τουλάχιστον, στήν ἀντιμετώπιση τοῦ γλωσσικοῦ προβλήματος. Τό ὑπό τοῦ Ἰωάννου Μόσχου μαρτυρούμενο παρουσιάζεται γενικευμένο, ὅπως φαίνεται στίς λειτουργικές δέλτους καί σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες τῆς Συρίας καί Ἀλεξανδρείας. Ὁ ἅγιος Ἰουστίνος, ὁ φιλόσοφος καί μάρτυς, στήν 1η Ἀπολογία μαρτυρεῖ, ὅτι οἱ εὐχές ἐλέγοντο μεγαλοφώνως. Ὁ Ἰωάννης Πρωτοψάλτης (7ος αἰών) γράφει, ὅτι ἡ ἀναφορά ἀπηγγέλλετο μεγαλοφώνως ἀκόμα καί στήν Δυτική Ἐκκλησία καί ἐψάλλετο. Σέ 42 λειτουργικούς τύπους τῆς Ἀνατολικῆς Συρίας, πού δημοσιεύθηκαν, ὑπάρχει, πρό τῶν εὐχῶν, ἡ ἔνδειξη "ὁ ἱερεύς ὑψῶν τήν φωνήν" ἤ "ὁ ἱερεύς κλινόμενος". Εἶναι δέ χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Πάπας Πῖος ὁ Ι´ καθιέρωσε τήν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν μεγαλοφώνως, δηλαδή υἱοθέτησε τήν λειτουργική πράξη τῆς Ἀνατολῆς.
Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί οἱ ἐπί τῶν κωδίκων καί λειτουργικῶν δέλτων ἐνδείξεις, μᾶς πείθουν γιά τήν εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση - ἐπαγγελία τῶν εὐχῶν. Ἡ δέ σύγχρονη ἔρευνα ἐπί τοῦ πεδίου τῆς Λειτουργικῆς Θεολογίας, ἰδιαίτερα ὑπό τῶν Παναγιώτου Τρεμπέλα καί Ἰωάννου Φουντούλη, μᾶς ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα, πώς τό σύνολο τῶν εὐχῶν, ἐκτός ἐκείνων πού ἀναφέρονται ἀποκλειστικά στόν λειτουργό ἱερέα, ἀπαγγέλονται εἰς ἐπήκοον, κατά τύπον εὐκρινοῦς ἀναγνώσεως. Κατ' αὐτόν τόν τρόπο, ὁ λαός τοῦ Θεοῦ μετέχει ἐνεργέστερα τῶν τελουμένων στόν Ναό, γεγονός τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό αἴτημα τῆς Ὀρθοδόξου Λειτουργικῆς Θεολογίας, μά καί τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν μετοχή μέ γνώση, ἀγάπη καί πίστη.
Στήν Ἑλλάδα τό πρόβλημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν ἀρχίζει νά δημιουργεῖται ἐντονώτερα περί τά μέσα τοῦ αἰῶνος. Τό 1951 οἱ κάτοικοι τῆς Αἴγινας διαμαρτύρονται ἔντονα γιά τήν, κατόπιν ἐγκυκλίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπαγόρευση τῆς ἐκφώνου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν. Τό 1955 ὁ Μητροπολίτης Κορινθίας καταγγέλλει τήν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος, τήν τέλεση τῆς λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰακώβου καί τῆς ἑσπερινῆς Προηγιασμένης. Στό ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καί ὁ καθηγητής Ἀμίλκας Ἀλιβιζᾶτος, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περί σκανδαλισμοῦ καί περί σχίσματος. Ἀντίθετος μέ τό πνεῦμα αὐτό εἶναι ὁ Μητροπολίτης Κερκύρας Μεθόδιος, ὁ ὁποῖος σέ ἐμπεριστατωμένο ὑπόμνημά του πρός τήν Ἱερά Σύνοδο προτείνει τήν ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος μέ βάση τήν παράδοση καί τίς πηγές.
Τελικά, ἡ Ἱερά Σύνοδος, δι' Ἐγκυκλίου αὐτῆς. διατάσσει αὐστηρῶς τήν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν μυστικῶς καί ὄχι εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος καί τήν ἐμμελῆ ἀνάγνωση τοῦ ἀποστολικοῦ καί εὐαγγελικοῦ κειμένου, ὑπό τόν ὅρο νά μήν συντελῆ αὐτή σέ βλάβη τῆς ἐννοίας τοῦ κειμένου. Ἡ θέση αὐτή, μέχρι σήμερα, τουλάχιστον τυπικά, δέν ἔχει ἀλλάξει.
Ἐκεῖνο τό ὁποῖο πρέπει νά μᾶς προβληματίση εἶναι σέ τί θά συντελέση ἡ διαιώνιση τῆς σημερινῆς πράξεως:
στήν τήρηση τῆς τάξεως, πού μέχρι τώρα εἴχαμε συνηθίση, (ἡ ἐμμονή στήν συνήθεια ἤ τήν ἀρχαιότητα, χωρίς τήν ἀλήθεια, δέν χρησιμεύει).
στό νά κατατρώγονται οἱ εὐχές,
στό νά ψελλίζωνται ἐπί τροχάδην,
στό νά ἀναγινώσκονται πρωθύστερα,
στό νά κατακερματίζονται καί νά ἀκρωτηριάζεται ἡ ἀναφορά;
Ἔτσι πώς ἔχουν διαμορφωθῆ τά πράγματα σήμερα τό ἐρώτημα περί τῆς μυστικῆς ἤ τῆς εἰς ἐπήκοον ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εἶναι ψευτοδίλημμα. Αὐτό τό ὁποῖο εἶναι πολύ οὐσιαστικό εἶναι νά ἀναγινώσκονται οἱ εὐχές στήν θέση τους. Ἀπό κεῖ καί πέρα θά προκύψουν μόνα τους κάποια πράγματα. Κανένας δέν ἔχει τό δικαίωμα νά διαβάζη τίς εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας ὅποτε θέλει, ὁποιαδήποτε λειτουργική στιγμή, καί νά διαμορφώνη μέ τόν τρόπο αὐτό μιά ἀλλότρια λειτουργική ἔκφραση καί πράξη, πού κάθε ἄλλο παρά ὀρθόδοξη εἶναι. Πρόκειται γιά φαινόμενο ἀσέβειας, αὐθαιρεσίας, ἐκκλησιολογικῆς ἐκτροπῆς καί ἀνατροπῆς, μή ἀποκαταστάσεως τῆς πληρότητας καί ὁλοκληρώσεως τῆς ἀληθείας.
Συμπερασματικά, στό θέμα τῆς λειτουργικῆς μας πράξεως, θά λέγαμε, ὅτι εἶναι οὐσιαστικό νά γνωρίσουμε πρῶτα αὐτό πού κάνουμε καί τό "γιατί τό πράττουμε" καί ἐάν κάποιες διαθέσεις γιά τήν λειτουργική ὁμοιομορφία, λειτουργικές ἀλλαγές καί προσθῆκες, θά μποροῦσαν νά ἐγγυηθοῦν μία πρόοδο, πού θά ὠφελοῦσε τήν αὔξηση καί προκοπή τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, καί ὄχι μιά εὐκαιριακή μεταμόρφωση.
4. 1. Τό κήρυγμα
Πολλές φορές παρεμβάλλεται, κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας τῶν κληρικῶν, στό Κοινωνικό δηλαδή, τό θεῖο κήρυγμα, τό ὁποῖο ἀνέκαθεν ἐτελεσιουργεῖτο μετά τά ἱερά ἀναγνώσματα καί μάλιστα τἠν ἀνάγνωση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι κάτι πού καί ὁ γράφων τό πράττει. Φοβούμεθα, ὅμως, ὅτι ἡ τακτική αὐτή διασπᾶ τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σέ δύο τάξεις: στήν τάξη τῶν κοινωνούντων κληρικῶν καί στήν τάξη τῶν ἀκροωμένων λαϊκῶν. Εἶναι φανερό, παρά τά ὅποια πρακτικά προβλήματα, τά ὁποῖα μᾶς ἀναγκάζουν νά μεταθέτουμε τήν ὥρα τοῦ κηρύγματος, ἡ εἰκόνα αὐτή δέν ἐνισχύει τήν ἔννοια τῆς Κοινωνίας καί τοῦ ἑνός Σώματος μεταξύ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πράξη δέ αὐτή μᾶς ἀποκαλύπτει καί ἕνα ἄλλο πρόβλημα. Τό πρόβλημα αὐτό εἶναι, ὅτι οἱ πιστοί μας ἔπαυσαν νά θεωροῦν ὡς τό κέντρο τῆς λατρείας τήν θεία Εὐχαριστία καί τήν συμμετοχή τους σ' αὐτή. "Οἰκονομοῦντες", λοιπόν, κατ' αὐτόν τόν τρόπο τά πράγματα, μεταθέτοντες τό κήρυγμα σέ ἕνα σημεῖο πού διευκολύνει, κατά τήν ἄποψή μας, τά πράγματα, θά πρέπει νά προβληματιστοῦμε, κατά πρῶτον, ἐάν βοηθᾶμε τούς πιστούς νά βιώσουν τήν κεντρική σημασία τῆς Θείας Εὐχαριστίας στήν προσωπική τους ζωή καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί, κατά δεύτερον, ἐάν τό κήρυγμά μας τούς διδάσκει πῶς νά λατρεύουν τόν Θεό μέσα στήν Ἐκκλησία. Γίνεται κατανοητό, ὅτι καί αὐτό τό θέμα εἶναι σοβαρώτατο. Πρέπει νά κατανοήσουμε, ὅτι δέν πρόκειται ἁπλῶς περί "ἐξυπηρετήσεως" μιᾶς πρακτικῆς ἀνάγκης, ἀλλά περί αὐτῆς τῆς οὐσίας τῆς θείας λατρείας, περί τῆς ἐκφράσεως τῆς πραγματικότητας αὐτῆς ὑπό τῶν πιστῶν. Πάντως εἶναι προτιμότερο, χωρίς νά ἀποκλείσουμε κάποιες ἐξαιρετικές περιπτώσεις, νά ὑποστοῦμε τά μειονεκτήματα τῆς ὀρθῆς πράξεως, τῆς ἐπιστροφῆς δηλαδή τοῦ κηρύγματος ἀμέσως μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, παρά νά ἐπωφεληθοῦμε ἀπό τά ἀμφίβολα πλεονεκτήματα τῆς μεταθέσεώς του κατά τήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ.
Ἀντί Ἐπιλόγου
Παρά τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα ἡ ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία μπορεῖ, γιατί ὑπάρχει ἡ Χάρη τοῦ Πνεύματος, νά ξαναζωντανεύη, νά ἐνεργοποιεῖται καί διατηρῆται κάθε στιγμή κατά τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας. Ὁμολογοῦμε ἀκόμη καί σήμερα, παρά τήν ἀστοχία καί ἀτέλειά μας, τήν δυνατότητα τῆς κοινωνίας μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τῆς εἰσόδου μας μέσα στήν λάμψη, στήν ἀλήθεια καί στήν χαρά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως. "Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλά βομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦμεν". Ὀφείλουμε δυναμικά νά ἐπανεύρουμε καί νά ἀνακαλύψουμε τό νόημα τῆς Εὐχαριστίας, τῆς μεγαλύτερης καί πιό ἀληθινῆς δυνάμεώς μας, νά ἀποκτήσουμε συνείδηση τῆς ἐσχατολογικῆς πληρότητάς της, νά τήν γνωρίσουμε καί πάλι ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἡ κάθε ἡμέρα μας εἶναι γεμάτη μέ τό πλήρωμα τῆς ζωῆς καί ὅλος ὁ χρόνος τοῦ παρόντος βίου γίνεται "ἐνιαυτός Κυρίου δε κτός" .
Κατά τήν διάρκεια τῆς ἱερατικῆς μας πορείας, σταυρικῆς καί μαρτυρικῆς ὅσο ποτέ ἄλλοτε, ἄς μήν λησμονοῦμε, ὅτι τό ἅγιο Πνεῦμα, πού κατευθύνει τό "λειτουργικό μέλλον" τῆς Ἐκκλησίας, θά ἔχη καί πάλι τόν τελευταῖο λόγο.
-----------------------------------------------
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἡ λειτουργική ἀναγέννηση καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκδόσεις Σηματωρός, Λάρνακα, 1989, σελ. 44, 110.
2 Ὅπ. π.., σελ. 45-46
3 Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ. π., σελ. 44, 110.
4 George Florovsky,Ways of Russian Theology, p. 516.
5 "Τό τήν θυσίαν ταύτην μή εἰκόνα καί τύπον εἶναι θυσίας, ἀλλά θυσίαν ἀληθινήν, τό μή ἄρτον εἶναι τό τεθυμένον, ἀλλ' αὐτό τό τοῦ Χριστοῦ Σῶμα, καί πρός τούτοις, τό μίαν εἶναι τήν τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ θυσίαν, καί ἅπαξ γεγενημένην", Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, λβ, P.G. 1150, 440 -441.
6 Θεία Λειτουργία.
7 Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ.π., σελ. 26.
8 Βλ. Ἰωάννου (Ζηζιούλα), Μητροπολίτου Περγάμου, Εὐχαριστιακή θεωρησις τοῦ κόσμου καί ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, Χριστιανικόν Συμπόσιον, Ἀθῆναι 1967.
9 Ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἀνθρώπου στἠν θεανθρώπινη κοινωνία και ἡ μετοχή στήν αἰώνια ζωή τοῦ Θεοῦ τελεῖται στήν Ἐκκλησία μέ τά ἅγια Μυστήρια, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τίς πηγές τῆς θεανθρώπινης ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό, ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ ἱερός Νικόλαος Καβάσιλας " ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις σημαίνεται" Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, λη´ (P.G. 150, 452).
10 "Μή τοίνυν θαρρῶμεν ὅτι γεγόναμεν ἅπαξ τοῦ σώματος", Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολήν, ὁμιλία γ, κεφ. δ. P.G. 60, 23..
11 Θεία Λειτουργία.
12 Ἁγίου Ἰγνατίου, Ἐφ. 13.
13 Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Ἀντιρρητικός πρῶτος, P.G. 90, 480 Δ.
14 Χερουβικός ὕμνος Θείας Λειτουργίας Προηγιασμένων Δώρων.
15 Θεία Λειτουργία.
16 Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ. π., σελ. 47 κ.ἐ., 80-81. Πρβλ. Χρήστου Θ. Κρικώνη, Τό Μυστήριον τῆς Ἐκλησίας, Πατερικαί ἀπόψεις, Περιοδικόν ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ, τόμος 18, τεῦχος Α., Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 28: "Ἡ Λειτουργία ὄχι μόνον ὡς τελετουργκή πρᾶξις, ἀλλά ὡς κίνησις τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν Θεόν καί τῆς τελειοποιήσεως τῆς ἑνότητός της ἐντός τοῦ Θεοῦ περιέχεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἡ Ἐκκλησία περιέχεται ἐντός τῆς Λειτουργίας" Πρβλ., ἐπίσης, Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, P.G. 91, κεφ. Η καί ΚΓ.
17 Robert Taft, Liturgy and Eucharist, p. 416. Πρβλ., τοῦ ἰδίου The Liturgy of the Great Church.
18 Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό δέν πρέπει νά νοεῖται ὡς ἰδιωτική ὑπόθεση αὐτοῦ ὄχι μόνο ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός, ἀλλά ἐπιπλέον διότι ἡ Ἀνάσταση προϋποθέτει τήν τελική καί ὁμαδική ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας τῶν δικαίων ἤ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία " πάντων πρώτη ἐκτίσθη... καί διά ταύτην ὁ κόσμος κατηρτίσθη ", βλ. Α´ Θεσ. 4, 13 -18 καί Ποιμήν, Ὅρασις Β, 4.
19 Ἰωάννου Φουντούλη, Λειτουργικά θέματα, τεῦχος Δ´ Θεσσαλονίκη 1979, σελ 46.
20 Θεία Λειτουργία.
21 Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ.π., σελ. 80-81.
22 Ὁ ἐκκλησιολογικός χαρακτήρας τῶν μυστηρίων φανερώνει, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετέχει σέ αὐτά δέν ἑνώνεται μόνο μέ τόν Χριστό, ἀλλά καί μέ τά λοιπά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Θεία Λειτουργία, ὁ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν ἐμπειρία, πώς δέν στέκεται μπροστά στόν Θεό ὡς ἄτομο, φλέγομενο ἀπό τήν ἀγωνία γιά τήν ἰδική του μόνο δικαίωση, ἀλλά ὡς πρόσωπο, σέ διαπροσωπική ἀγαπητική κοινωνία μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. "Πάντες γάρ ἧμεν ἐν Χριστῷ καί τό κοινόν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς αὐτόν ἀναβιοῖ πρόσωπον", Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην 1, 14 P.G. 73, 161 C. "Μετάληψις δέ λέγεται. Δι' αὐτῆς γάρ τῆς Ἰησοῦ θεότητος μεταλαμβάνομεν. Κοινωνία δέ λέγεταί τε καί ἔστιν ἀληθῶς, διά τό κοινωνεῖν ἡμᾶς δι' αὐτῆς τῷ Χριστῷ καί μετέχειν αὐτοῦ τῆς σαρκός τε καί τῆς θεότητος. Κοινωνεῖν δέ, καί ἑνοῦσθαι ἀλλήλοις δι' αὐτῆς. Ἐπεί γάρ ἐξ ἑνός ἄρτου μεταλαμβάνομεν, οἱ πάντες ἕν σῶμα Χριστοῦ, καί ἕνα αἷμα, καί ἀλλήλων μέλη γινόμεθα, σύσσωμοι Χριστοῦ χρηματίζοντες", Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως IV 13, P.G. 94, 1153 BC.
23 Παναγιώτου Σιμιγιάτου, Πρωτοπρεσβυτέρου, " Ἡ συνεχής θεία Κοινωνία κατά τήν ἁγίαν Γραφήν καί τούς ἱερούς κανόνας τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας, Περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΛΣΤ (1961), σελ. 388-399.
24 Π. Εὐδοκίμωφ, Ἡ προσευχή τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα, σελ. 65 -66.
25 Ἁγίου Ἰγνατίου, Ἐφ. 5.
26 9ος Ἀποστολικός Κανόνας, 2ος Ἀντιοχείας, 1ος Σαρδικῆς 8οός τῆς ἐν Τρούλλῳ Συνόδου. "Κοινωνεῖν καθ' ἑκάστην ἡμέραν καί μεταλαμβάνειν τοῦ ἁγίου σώματος καί αἵματος τοῦ Χριστοῦ....., Μεγάλου Βασιλείου, Ἐπιστολή 93 πρός Καισαρίαν Πατρικίαν P.G. 32, 484.
27 Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τόμ. Α´, σελ. 269 -274.
28 Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τόμ. Β´, σελ. 122-125.
29 Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Καθολική γιατί ἐκτείνεται ὄχι μόνο "πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης, ἀλλά καί πανταχοῦ τῶν χρόνων ", Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τόν 144ον Ψαλμόν, P.G. 55, 469 -470.
30 Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, Ἔσσεξ, Ἀγγλία 1992, σελ. 360. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μετέχει στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί γίνεται κατά Χάριν Θεός, δέν καθίσταται μόνο αἰώνιος καί ἀτελεύτητος, ἀλλά καί ἄναρχος καί ἀΐδιος. Εἶναι θαυμάσιο ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: "Γέγονε και ἄναρχος και ἀτελεύτητος, τήν χρονικήν μηκέτι φέρων ἐν ἑαυτῷ κινουμένην ζωήν, τήν ἀρχήν καί τέλος ἔχουσαν, καί πολλοῖς δονουμένην παθήμασι, μόνην δέ τόν Θεόν του ἐνοικήσαντος Λόγου καί ἀΐδιον καί μηδενί θανάτῳ περατουμένην", Περί ἀποριῶν P.G. 91, 1144 Ψ. Βλ. ἐπίσης, Μεγάλου Βασιλείου, Κατά Εὐνομίου, 1, 21 P.G. 29, 560 Β. Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑπτά Ἀνέκδοτοι Λόγοι, ἐκδ. Β. Ψευτογκᾶ, Θεσαλονίκη 1976, σελ. 114-115.
31 Θεία Λειτουργία.
32 Ἡ πνευματική αὐτή ἐμπειρία τῆς Πρώτης Ἐκκλησίας ἀντικατοπτρίζεται μέ ἐνάργεια στήν λειτουργική δομή τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ παλαιές λειτουργικές ἐκφράσεις, οἱ παλαιοί λειτουργικοί τύποι, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπανάληψη τῶν εὐχαριστιακῶν λόγων τοῦ Κυρίου καί στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή (Α´ Κορ. 11 23-26, Ἐβρ. 10, 1) , ἡ Ἀποκάλυψιςτοῦ Ἰωάννου, ἡ ὁποία στή βάση της εἶναι εὐχαριστιακό κείμενο, ἡ Κυριακή προσευχή, ἡ Θεολογία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, ἡ εἰκόνα τῆς Εὐχαριστίας, ὡς "συνάξεως ἐπί τό αὐτό", καί ἡ εἰσοδευτική της διάσταση, ἡπεποίθηση, τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, πώς τά γεγόνοτα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν "σκιά" τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καί ἡ παροῦσα ἐκκλησιαστική πραγματικότητα, "εἰκόνα" τῆς "ἀλήθειας", πού ἔμελλε νά φανερωθῆ στά Ἔσχατα, τονίζουν ὀντολογικά ὅτι ἠ Θεία Εὐχαριστία δέν συνδέεται ἁπλῶς μέ τήν Μέλλουσα Βασιλεία. Ἀντλεῖ ἀπό αὐτήν τό εἶναι της καί τήν ἀλήθειά της. "Ἡ τῶν ἁγίων καί σεπτῶν μυστηρίων εἴσοδος ἀρχή καί προοιμιόν ἐστι....τῆς γενησομένης ἐν οὐρανοῖς καινῆς διδασκαλίας περί τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ τῆς εἰς ἡμᾶς....Οὐ γάρ μή πίω φησί.......ὁ Θεός καί Λόγος, ἀπ' ἄρτι ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου, ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτό πίνων μεθ' ὑμῶν καινόν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός ἐμοῦ ", Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ P.G. 137. Βλ., ἐπίσης Μυσταγωγία P.G. 91, 688 κ. ἑξ. Ἀπό τόν Ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας καί ἑξῆς βλέπουμε τήν μεταφορά τῆς ἐσχατολογικῆς εἰκόνας τῆς συνάξεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπί τό αὐτό, γύρω ἀπό τόν Χριστό καί τούς Ἀποστόλους, μέ τόν Ἐπίσκοπο, "εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ", καί τούς Πρεσβυτέρους, τύπους τῶν Ἀποστόλων. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται αὐθεντικά στήν περί τόν Ἐπίσκοπο εὐχαριστιακή σύναξη τῆς κοινότητας, ἡ ὁποία δέν ἀναζητεῖ τήν μυστηριακή λύτρωση ἀπό τά δεινά τοῦ κόσμου, οὔτε τήν προσωπική τελείωση καί ἀτομική σωτηρία, ἀλλά ἀποτελεῖ τήν προληπτική φανέρωση τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
33 Κάτω ἀπό τίς ἔντονες πιέσεις τοῦ χριστιανικοῦ γνωστικισμοῦ καί κυρίως τοῦ πλατωνισμοῦ.
34 Αὐτή ἐμφανίζεται κατά κύριο λόγο στά πλαίσια τῆς Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀλλά καί τῆς Ἀντιόχειας. Παραδόξως ἡ Θεολογία μας δέν φαίνεται νά ἔχη ἀποδώσει τήν σημασία πού ἔπρεπε στήν ἐσχατολογική διάσταση τῆς Εὐχαριστίας. Κύριο ἐνδιαφέρον της φαίνεται νά ἀποτελεῖ ἡ σχέση τῆς Εὐχαριστίας ὄχι τόσο μέ τά Ἔσχατα, ὅσο μέ τό παρελθόν, μέ τόν Μυστικό Δεῖπνο καί τόν Γολγοθᾶ. Ἴσως πρόκειται γιά μιά ἀκόμη σοβαρή ἐπίδραση τῆς "Βαβυλώνειας αἰχμαλωσίας"της, ὅπως θά ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι τό ἐρώτημα, τό ὁποῖο, ἐπί αἰῶνες, ἀπασχόλησε Ρωμαιοκαθολικούς καί Προτεστάντες στήν Δύση εἶναι ἄν ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ἐπανάληψη ἤ ὄχι τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ, καί ὄχι ἄν εἶναι εἰκόνα τῶν Ἐσχάτων. Στήν προβληματική αὐτή ἐνεπλάκη καί ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία, κυρίως ἀπό τόν 17ο αἰώνα καί μετά, μέ ἀποτέλεσμα νά παραθεωρηθῆ ἡ σχέση τῆς Εὐχαριστίας μέ τά Ἔσχατα, μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρβλ. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, Εὐχαριστία καί Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, Περιοδικό Σύναξη, τεῦχος 49, Ἀθήνα 1994, σελ. 7-18.
35 Βλ. Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία ΙΙΙ 3, 13.
36 Ἕνα χαρακτηριστικό ἀποτέλεσμα τῆς προηγούμενης θεωρήσεως τῶν πραγμάτων εἶναι ὁ ὑπέρμετρος συμβολισμός τῶν διαφόρων στοιχείων τῆς Θείας Λειτουργίας. Μήπως λοιπόν πρέπει νά ὑποβάλουμε τίς ἀντιρρήσεις μας ὄχι ἐναντίον τοῦ ἀδιαφιλονίκητου συμβολισμοῦ τῆς λειτουργίας μας, ἀλλά ἐναντίον ἐκείνης τῆς κατανόησης καί ἀντίληψης τοῦ συμβόλου, ὅπου καταντᾶ συνώνυμο μέ κάτι μή πραγματικό, μή παρόν, καί ἐναντίον τῆς ἑρμηνείας τοῦ συμβολισμοῦ ὡς τοῦ ἀντίθετου τοῦ ρεαλισμοῦ;
37 Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία 8.
38 Ε. Θεοδώρου, Ἡ καταπολέμησις τῶν κακοδοξιῶν ὡς παράγων λειτουργικῶν ἐξελίξεων. Τοῦ ἰδίου, Μαθήματα Λειτουργικῆς, τεῦχος 1, Ἀθῆναι 1975, σελ. 328-381.
39 P. G. 7,1028Α.
40 George Florovsky, The Elements of Liturgy, P. Edwall, E. Hayman, Maxwell, Ways of Worship, London 1951, p. 53.
41 Βλ. Ε. Θεοδώρου, Ἡ καταπολέμησις... J. A. Jungmann, Die Stellung Christi in liturgischen Gebet (2), Münster 1962, p. 154.
42 "Ἄξιον καί δίκαιόν ἐστιν σέ τόν ἀγέννητον Πατέρα τοῦ μονογενοῦς Ἰησοῦ Χριστοῦ αἰνεῖν, ὑμνεῖν, δοξολογεῖν. Αἰνοῦμεν σέ, ἀγέννητε Θεέ...", (Εὐχολόγιο Σεραπίωνος).
"1. Ἀληθῶς γάρ ἄξιόν ἐστιν καί δίκαιον, ὅσιόν τε καί πρέπον καί
2. ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς ἐπωφελές ὁ ὤν Δέσποτα Κύριε Θεέ
3. Πάτερ Παντοκράτορ σέ αἰνεῖν, σέ ὑμνεῖν, σοί εὐχαριστεῖν...".
Βλ. Παντελεήμονος Ροδοπούλου, Μητροπολίτου Τυρολόης καί Σερεντίου, Μελέται, ἐκδ. Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 446-447. F. E. Brightman, Liturgies Eastern and Western, τόμ. 1, Oxford 1896, p. 125.
43 Παντελεήμονος Ροδοπούλου, ὅπ. π., σελ. 567.
44 Νικολάου Μεθώνης, Ἀντίρρησις πρός τά γραφέντα παρά Σωτηρίχου, Ἐκκλησιαστική Βιβλιοθήκη, Λειψία 1866, σελ. 321. Βλ. σχετικά Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Φούσκα, Ὁ Νικόλαος Μεθώνης καί ἡ διδασκαλία αὐτοῦ περί Θείας Εὐχαριστίας, Ἀθῆναι 1992.
45 Νικολάου Μεθώνης, Ἀντίρρησις πρός τά γραφέντα παρά Σωτηρίχου, σελ. 302
46 Νικολάου Μεθώνης, Τά λείποντα, Ἐκκλησιαστική Βιβλιοθήκη, Λειψία 1866, σελ. 52-53.
47 Βλ. Β.Ε.Π., τόμ. 59.
48 Μεγάλου Ἀθανασίου, P.G. 26, 49Α.
49 Διδύμου τοῦ Τυφλοῦ, Περί τῆς Ἁγίας Τριάδος Α, P.G. 39,389.
50 Ψυχολογική ἐμπειρία τοῦ ἀτόμου.
51 Ὁρισμένη συμπεριφορά τοῦ ἀτόμου.
52 Ἡ Θεία Λειτουργία ἕνα μόνο εἶδος ἠθικῆς ὁρολογίας χρησιμοποιεῖ: "τόν ἁγιασμόν τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων", ὥστε σέ κοινωνία μετά "τῆς Παναγίας καί πάντων τῶν ἁγίων" νά παραθέτουμε "ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ". Μόνον αὐτή ἡ εὐσέβεια ἐκφράζει τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Βλ. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου (Ζηζιούλα), Ἡ κτίση ὡς εὐχαριστία, σελ. 32.
53 Ἀποστολικοί Κανόνες 60, 85. M. Noirot, Liturgique (Droit), Dictionnaire de Droit Canonique, Paris 1957, VI, p. 536. Ἱερωνύμου Κοτσώνη, Σημειώσεις Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1961, τόμ. 2ος, σελ. 3.
54 Ἀποστολικαί Διαταγαί, Ἀποστολικός Κανών 39. Β.Ε.Π., τόμος 2ος, σελ. 175.
55 Κεφάλαιο 60, ἔκδοση Λειψίας, Teuben 1881, σελ. 412.
56 R. Scoll, Corpus Iuris Civilis, Berlin 1899, p. 694-699.
57 Περί τοῦ θέματος, βλ. Παύλου Κουμαριανοῦ, Πρόθεση, Προσκομιδή, Προσφορά, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ Περιοδικοῦ Θεολογία, τόμος Ο', Ἀθῆναι 1999, τεῦχος Β-Γ', σελ. 483-512.
58 Λειμωνάριον Ἰωάννου Μόσχου, Διήγησις 25, σελ. 48-50, Διήγησις 96, σελ. 184-186, Διήγησις 108, σελ. 210-212, Διήγησις 150, σελ. 294-296, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμος 2ος, ἐκδ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Θεσσαλονίκη 1987. Βλ. Εὐαγγέλου Θεοδώρου, Μαθήματα Λειτουργικῆς, Ἀθῆναι 1979, σελ. 269.
59 Βλ. Μεγάλου Βασιλείου, Β.Ε.Π. 53, σελ. 362. Μigne P.G. 82, 1429 D.
60 Κρυπτοφέρρης Γβ1, φ. 71, Ἐθνική βιβλιοθήκη 662, φ. 96ν . Βλ. Μ. Αrranz, L' Eucologio Constantinopolitano agli inizi del secolo XI, ROMA 1996, p. 219.
61 P.G. 87,2869.
62 P.G. 87,3081.
63 Κεφ. 65,67.
64 Atti della Pontificia Accademia Romana di Archeologia Serie III Monumenti, Vol. I, 199.
65 Ἱστορικόν Ἀρχεῖον Ἱερᾶς Συνόδου, Λειτουργικά Θέματα.
66 Ἀριθ. Ἐγκυκλίου 898 - Ἰούνιος 1956.
67 Ἀρχιεπισκόπου Τσέρνιγκωφ Φιλαρέτου, A Historical Survey of the Hymnographers on the Greek Church, Chernigov 1864, π. 5. Βλ. Ἰωάννου Φουντούλη, Λειτουργικά Θέματα, τόμος Ζ´, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 41. Περί τοῦ θέματος ἦταν οὐσιαστική καί ἐνδιαφέρουσα ἡ εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Θήρας κ. Παντελεήμονος, στήν συνεδρία τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, (Ὀκτώβριος 1996).
68 Θεία Λειτουργία.
69 Λουκ. 4, 19.
π. Α.Χ
ΠΗΓΗ:http://orthodoxi-pisti.blogspot.com/

Η λέξη Γκάζι

Ποια η σχέση ανάμεσα στο γκάζι, τη γκαζόζα και το χάος;
Προστέθηκε από damianos.
Γκάζι Αγγλικά: accelerator , Γερμανικά : gas, Iταλικά: acceleratore
(Σε όλες τις γλώσσες τoυ πλανήτη η λ. gas προσδιορίζει μόνο το αδέσμευτο αέριο)
Η λέξη γκάζι παράγεται από την αρχαία ελληνική λέξη Χάος. Παράξενο; Όχι και τόσο, αρκεί να ακολουθήσετε τα απλά μαθήματα μυθολογίας:
Κατά τον Ησίοδο1, το χάος ορίζεται η πρωτογενής αρχή, όχι όμως ως αφηρημένη έννοια αλλά ως σκοτεινός χώρος γεμάτος νέφη. Αντίθετα, η ορφική κοσμογονία παραδέχεται το χάος ως δεύτερη αρχή του κόσμου μετά το Χρόνο. Ο Πλάτων2 αναφέρει ότι από το Χάος γεννήθηκε ο Έρωτας (φτυστός ο πατέρας του, αυτός ο Έρωτας).
Καλά όλα αυτά, θα έλεγε κάποιος. Αλλά, τι σχέση έχουν με το γκάζι;
Μέχρι το 1640 απολύτως καμία. Τη χρονιά εκείνη, ένας ιδιοφυής Φλαμανδός «χημικός», ο Βαν Χέλμοντ (Johann Batista Helmont, 1577- 1644) πέτυχε την παρασκευή καύσιμου μείγματος αερίων (μονοξείδιο και διοξείδιο του άνθρακα CO, CO2, το αδέσμευτο αέριο, gas sylvestre). Μόνο που, ακόμα, δεν ήξερε πως να το ονομάσει. Δανείστηκε, λοιπόν, την ελληνική λέξη χάος, για να δηλώσει την άμορφη και απροσδιόριστη μάζα του αερίου (gas), γιατί κάπως έτσι φανταζόταν ότι ήταν και το χάος (χάος >caos > gaos > gas)3. Στη συνέχεια παρήχθησαν όλες οι λέξεις που αναφέρονται στο αέριο > γκαζ, γκαζιέρα, γκαζάκι, γκαζάδικο αλλά και τα αεριούχα ποτά όπως η γκαζόζα.
Τώρα, πώς από το αέριο (gas) οδηγηθήκαμε στο γκάζι του αυτοκινήτου (γκαζώνω, γκαζωμένος, η γκαζιά, τα γκάζια); Γι αυτό ευθύνονται τα γκαζοζέν (gazogene) αυτοκίνητα που είχαμε στη χώρα μας, κατά τη γερμανική κατοχή (έκαιγαν gas, λόγω έλλειψης πετρελαίου). Έτσι, δίνω gas στη μηχανή ισοδυναμούσε με το δίνω καύσιμο στη μηχανή για να επιταχυνθεί.
(1) Ησίοδος, θεογονία,116.
(2) Πλάτων, Συμπόσιο 178. Αναφορά της λ. χάος ως νεφελώδες αέριο γίνεται και στους : Αριστοφάνη (Όρνιθες, 192, 1218), Βιργίλιο (Ecloghe,VI,31), Οβίδιο (Metamorfosi), αλλά και στο κατα Λουκάν Ευαγγέλιον ( 16, 26).
(3) J. B. Van Helmont, Ortus medicinae, Amsterdam 1652. Στις σελίδες 59, 86 αναλαμβάνει την πατρότητα του όρου και παραδέχεται τη σχέση με τη λ. χάος
Το κείμενο στα λατινικά : halitum illum, gas vocavi, non longe a chaos veterum secretum
Γιώργος Σωτ. Δαμιανός
ΠΗΓΗ:.http://www.24grammata.com/?p=179

Αντιπυρική προστασία

Πυροσβεστική: Χρήσιμες συμβουλές,
 με αφορμή την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου
1η Μαΐου- 31η Οκτωβρίου
Η Πυροσβεστικη Υπηρεσία Ν.Χίου με αφορμή την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου από την 1η Μαΐου, θα ήθελε να εφιστήσει την προσοχή όλων των πολιτών, σε θέματα που αφορούν στην προστασία του δασικού μας πλούτου από τις πυρκαγιές. Οι δασικές πυρκαγιές που εκδηλώνονται κάθε χρόνο στο νησί μας οφείλονται κατά ένα μεγάλο ποσοστό στην ανθρώπινη δράση ή αμέλεια. Με δεδομένο ότι οι πυρκαγιές ως φυσικό φαινόμενο θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν και στο μέλλον, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να τις περιορίσουμε, λαμβάνοντας όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα πρόληψης. Μερικές χρήσιμες συμβουλές που μπορούμε όλοι εύκολα να ακολουθήσουμε, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες, για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι:
Για να μην προκαλέσουμε πυρκαγιά από αμέλεια:
* Δεν πετάμε ποτέ αναμμένα τσιγάρα όταν βρισκόμαστε στο δάσος ή στην ύπαιθρο. Το τσιγάρο αποτελεί την πρώτη αιτία πρόκλησης πυρκαγιάς από αμέλεια.
* Δεν καίμε σκουπίδια ή ξερά χόρτα και κλαδιά στην ύπαιθρο.
* Αποφεύγουμε τις υπαίθριες εργασίες που ενδέχεται να προκαλέσουν πυρκαγιά (οξυγονοκολλήσεις, χρήση τροχού ή άλλου εργαλείου που προκαλεί σπινθήρες).
* Δεν ανάβουμε υπαίθριες ψησταριές κατά τους θερινούς μήνες εντός των δασών ή σε χώρους που υπάρχουν ξερά χόρτα.
* Δεν αφήνουμε σκουπίδια στο δάσος. Υπάρχει κίνδυνος ανάφλεξης.
* Εάν είστε κυνηγός ή εκδρομέας, σεβαστείτε τις απαγορευτικές πινακίδες πρόσβασης στα δάση, σε περιόδους υψηλού κινδύνου.
* Ποτέ μη σταθμεύετε το όχημά σας σε σημεία που υπάρχουν ξηρά χόρτα. Ο καταλύτης των αυτοκινήτων διατηρείται υπερθερμασμένος για αρκετό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος έναρξης πυρκαγιάς.
* Έχετε υπόψη σας ότι οι σπινθήρες που προκαλούνται από την εξάτμιση όλων των τύπων των οχημάτων μπορούν να προξενήσουν πυρκαγιά.
Σε περίπτωση που αντιληφθείτε μια πυρκαγιά:
* Τηλεφωνήστε ΑΜΕΣΩΣ στον αριθμό κλήσης 199 και δώστε σαφείς πληροφορίες για την τοποθεσία και το ακριβές σημείο που βρίσκεστε, καθώς και πληροφορίες για τη συγκεκριμένη θέση που βλέπετε την πυρκαγιά.
* Περιγράψτε το είδος της βλάστησης που καίγεται.
* Προσδιορίστε την κατεύθυνση της πυρκαγιάς.
* Η κλήση στον αριθμό αυτό είναι χωρίς χρέωση τόσο από σταθερό όσο και από κινητό τηλέφωνο. Επίσης, στα καρτοτηλέφωνα δεν απαιτείται η εισαγωγή τηλεκάρτας. Σε περίπτωση που το κινητό τηλέφωνο σας δείχνει την ένδειξη «κλήσεις έκτακτης ανάγκης» ή «εκτός δικτύου» τηλεφωνήστε στο 112, το οποίο είναι επίσης αριθμός έκτακτης ανάγκης για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χρήση του είναι επίσης δωρεάν, από όλα τα σταθερά και κινητά τηλέφωνα.
Η νομοθεσία που διέπει τη χρήση φωτιάς
κατά τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου είναι:
Α. Σύμφωνα με την 9/2000 και 9Α/2005 Πυροσβεστική διάταξη απαγορεύεται:
1. Να ανάβεται και να διατηρείται για οποιοδήποτε σκοπό φωτιά στην ύπαιθρο χωρίς γραπτή άδεια από την Πυροσβεστική Υπηρεσία.
2. Να ανάβεται και να διατηρείται για οποιοδήποτε σκοπό φωτιά εντός κατοικιών, ξενοδοχείων, εργαστηρίων, καλυβιών, ποιμνιοστασίων, σκηνών, αυλών ή περιφραγμένων ακάλυπτων χώρων, που βρίσκονται εντός δασών και δασικών εκτάσεων και μέχρις απόσταση 300 μέτρων αν δεν λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 4 της 9 και 9Α Πυρ/κής Διάταξης.
3. Να τοποθετούνται, φυλάσσονται ή εγκαταλείπονται εύφλεκτες ύλες ή άχρηστα είδη ή απορρίμματα εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως 300 μέτρων από αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 της 9 Π.Δ.
4. Η δημιουργία χώρων απόρριψης και η καύση απορριμμάτων εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως 500 μέτρων από αυτές. Το άρθρο 7 της 9 και 9Α Π.Δ. ορίζει τα ισχύοντα για τους χώρους απορριμμάτων.
5. Η εντός δασών και δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως 100 μέτρων από αυτές καύση ανθρακοκαμίνων, όπως και η εγκατάσταση εργαστηρίου ή τεχνικού συγκροτήματος που λειτουργεί με καύσιμη ύλη χωρίς τις άδειες και πιστοποιητικά που αναφέρονται στο άρθρο 8 της 9 και 9Α Πυρ/κής Διάταξης.
6. Το κάπνισμα μελισσών χωρίς τα προβλεπόμενα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 9 της 9 Π.Δ.
7. Η καύση αγρών ή αγροτικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων χωρίς τις απαραίτητες άδειες και μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 10 της 9 Π.Δ.
Με την επιφύλαξη διατάξεων που προβλέπουν αυστηρότερες ποινές, οι παραβάτες του παρόντος κανονισμού διώκονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα.
Β. Σύμφωνα με την 4/1987 Π.Δ. οι ιδιοκτήτες ή με οποιοδήποτε τρόπο εκμεταλλευτές οικοπέδων και λοιπών ακάλυπτων χώρων που βρίσκονται μέσα σε κατοικημένες περιοχές ή κοντά σ΄ αυτές και μέχρι απόστασης εκατό (100) μέτρων, υποχρεούνται στην αποψίλωση αυτών από τα ξηρά χόρτα και στην απομάκρυνση τυχόν άλλων εύφλεκτων υλικών που βρίσκονται μέσα σ΄ αυτά, προς αποτροπή του κινδύνου πρόκλησης πυρκαγιάς. Την ίδια υποχρέωση έχουν το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Νομικά Πρόσωπα, Οργανισμοί κ.λ.π., εφόσον είναι κάτοχοι τέτοιων χώρων.
Γ. Σύμφωνα με την 7/1996 Π.Δ. απαγορεύεται η εκτέλεση θερμών εργασιών χωρίς την έγγραφη άδεια της Πυρ/κής Υπηρεσίας. Σαν θερμές εργασίες εννοούνται η ηλεκτροσυγκόλληση, η κοπή, η χρήση φλόγας ή οποιουδήποτε εξοπλισμού που μπορεί να προκαλέσει θερμότητα, φλόγα ή σπινθήρα και οποιαδήποτε άλλη εργασία παραγωγής θερμότητας εκτός και αν εκτελείται με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρείται η θερμοκρασία των εργαλείων κάτω από τους 100 βαθμούς κελσίου.
Oι παραβάτες των προηγούμενων δύο διατάξεων διώκονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 433 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον με άλλη διάταξη δεν προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή.
Δ. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 265 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση ή σε έκταση που έχει κυρηχθεί αναδασωτέα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 έτη και με χρηματική ποινή. Δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής και η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Αν η πράξη είχε ως επακόλουθο να εξαπλωθεί η πυρκαγιά σε μεγάλη έκταση επιβάλλεται κάθειρξη. Αν η πράξη τελέστηκε από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία ή η έκταση που κάηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών .
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΧΙΟΥ
ΠΗΓΗ:http://www.chiosnews.com/cn3042010248340.asp

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Ο Απόστολος Ιάκωβος (30 Απριλίου)

Άγιος Ιάκωβος ο Απόστολος αδελφός Ιωάννου του Θεολόγου
Ὡς ἀμνὸς Ἰάκωβος ἀχθεὶς ἐσφάγη,
Τῆς εὐσεβείας μηρυκίζων τοὺς λόγους.
Κτεῖνε, μάχαιρα φόνου, Ἰάκωβον ἑνὶ τριακοστῇ.
Βιογραφία
Ο Απόστολος Ιάκωβος ήταν υιός του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης και πρεσβύτερος αδελφός του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Καταγόταν κι αυτός από την Βησθαϊδά της Γαλιλαίας. Ασχολούνταν με την αλιεία μαζί με τον Ιωάννη, έχοντας και οι δύο μαζί τους και τον πατέρα τους, καθώς και πολλούς εργάτες. Είχαν δικό τους πλοίο και συνεργάτης τους ήταν και ο Απόστολος Πέτρος. Παρ' όλα αυτά όταν άκουσαν το κήρυγμα του Ιησού «ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ» ( Μαρκ. 1, 20).
Ο Ιάκωβος μαζί με τον Ιωάννη επέδειξαν μεγάλο ζήλο ως Μαθητές του Κυρίου. Γι' αυτό και εκλήθησαν υιοί βροντής και έγιναν μάρτυρες πολλών μεγάλων γεγονότων, που δεν τα εβίωσαν οι άλλοι Απόστολοι. Έγιναν αποκλειστικοί μάρτυρες της Μεταμορφώσεως του Κυρίου. Είδαν την θαυμαστή ανάσταση της θυγατέρας του αρχισυνάγωγου Ιάρειου και είχαν την ευλογία να προσκληθούν από τον Ιησού κοντά Του κατά τις ώρες της προσευχής και της αγωνίας Του στο κήπο της Γεσθημανή. Η οικειότητα αυτή οδήγησε προφανώς τον Ιάκωβο με τον αδελφό του Ιωάννη να ζητήσουν μέσω της μητέρας τους από τον Κύριο πρωτοκαθεδρία στην εγκόσμια βασιλεία Του, παρανοώντας την αποστολή του Μεσσία. Οι δύο Μαθητές εζητούσαν από τον Χριστό δόξα με ανθρώπινα κριτήρια, έχοντας κατά νου ότι η Βασιλεία Του είναι αισθητή. Ο Χριστός όμως, διορθώνοντας την εσφαλμένη δοξασία τους, υποδεικνύει την πραγματική και αιώνια δόξα, η οποία διέρχεται μέσα από το «ποτήριον», που είναι τα Πάθη και ο Σταυρός. Γι' αυτό τους λέγει: «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεὶν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι;».
Μετά την Πεντηκοστή ο Απόστολος Ιάκωβος εκήρυξε το Ευαγγέλιο στην ευρύτερη περιοχή της Παλαιστίνης. Μεγάλο πλήθος ανθρώπων μεταστρεφόταν στη νέα πίστη και άλλαζε τρόπο ζωής χάρη στο έργο του Ιακώβου. Αυτό εθορύβησε ιδιαίτερα τους άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι, το έτος 44 μ.Χ. τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν, ως αμνό, με διαταγή του Ηρώδου του Αγρίππα.
Ἀπολυτίκιον  Ἦχος πλ. δ’.
Ἀπόστολε ἅγιε Ἰάκωβε, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ
ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Γόνος ἅγιος, βροντῆς ὑπάρχων,
κατεβρόντησας, τὴ οἰκουμένη, τὴν τοῦ Σωτῆρος Ἰάκωβε κένωσιν,
καὶ τὸ ποτήριον τούτου ἐξέπιες, μαρτυρικῶς ἐναθλήσας Ἀπόστολε,
ὅθεν πάντοτε, ἐξαίτει τοὶς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον  Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Φωνῆς θεϊκῆς, ἀκούσας προσκαλούσης σε,
ἀγάπην πατρός, παρεῖδες καὶ προσέδραμες,
τῷ Χριστῷ Ἰάκωβε, μετά καί τοῦ συγγόνου σου ἔνδοξε,
 μεθ᾽ οὗ καὶ ἠξιώθης ἰδεῖν, Κυρίου τήν θείαν Μεταμόρφωσιν.
Ὁ Οἶκος
Ὡς ἁλιεὺς λογικῶν ἰχθύων, τῷ δικτύῳ Τρισμάκαρ τῶν σεπτῶν εὐχῶν βυθοῦ πταισμάτων ἀνάγαγε τὴν ταπεινήν μου ψυχήν, τὴν πάλαι ὑφ' ἡδονῶν θηρευθεῖσαν τῶν τοῦ βίου ἵνα ἀκλινῶς διελθὼν τὸν ὑπόλοιπον χρόνον μου, ὑμνήσω τὸ ὄνομά σου, καὶ δοξάσω τὸν βίον τὸν ἄμεμπτον, ὃν ἐκτελέσας ἐπὶ τῆς γῆς, ἠξιώθης ἐπ' ὄρους θεάσασθαι,
Κυρίου τὴν θείαν Μεταμόρφωσιν.
Κάθισμα  Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Χριστῷ μαθητευθείς, καὶ πιὼν τὸ ἐκείνου,
ποτήριον σοφέ, ὥσπερ ἔφη σοι μάκαρ,
 μαχαίρᾳ Ἰάκωβε, ἀπεκτάνθης Ἀπόστολε·
ὅθεν ἅπασα, ἡ Ἐκκλησία χορεύει, ἑορτάζουσα,
 τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἐν ᾗ εὐφημοῦμέν σε.
Μεγαλυνάριον
Ἡ τῶν ἀπορρήτων θεία βροντή, ὁ ἐν Θαβωρίῳ, ἐπακούσας φωνῆς Πατρός,
 καὶ βροντοφωνήσας, ἡμῖν τὴν σωτηρίαν, Ἰάκωβος ὁ μύστης, Χριστοῦ ὑμνείσθω μοι.
Ανάλυση ονόματος*
ΙΑΚΩΒΟΣ: (εβραϊκή λέξη) = ο νικητής.
ΠΗΓΗ:http://www.saint.gr/5856/saint.aspx

Η IP σου είναι

Sign by Danasoft - Get Your Free Sign

ΕΙΣΑΙ ΑΠΟ......

Βάλε προορισμό και δες την διαδρομή που διάλεξες

News

TV Online

Skype