Το πρώτο αντίφωνο
Μετά τη Μεγάλη Συναπτή μπαίνουμε, στο τμήμα εκείνο της θείας λειτουργίας που είναι τα αντίφωνα. Η λέξη αντίφωνο σημαίνει τον τρόπο ψαλμωδίας, που από τους πρώτους κιόλας χρόνους της εκκλησίας μέχρι σήμερα είναι αντιφωνικός. Υπάρχουν δηλαδή δύο χοροί και διαδοχικά ψάλλουν ψαλμούς από το ψαλτήρι της Παλιάς Διαθήκης, επαναλαμβάνοντας μετά από κάθε στίχο μια σύντομη και περιεκτική φράση, το λεγόμενο εφύμνιο. « Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου» και «Σώσον ημάς Υιέ Θεού». Αυτός ο τρόπος ψαλμωδίας, όπως φαίνεται, είναι πολύ αρχαίος στην εκκλησία και δείχνει την πνευματική ομορφιά της Ορθόδοξης λατρείας. Η αντιφωνική αυτή ψαλμωδία προσδίδει στη θεία λειτουργία μεγαλοπρέπεια και ένα θαυμάσιο και επιβλητικό άκουσμα. Όλος ο λαός του Θεού ψάλλει και υμνεί το θεό.
Τα αντίφωνα στην Θεία λειτουργία είναι τρία και έχουν σκοπό να μας προετοιμάσουν πνευματικά για το Μυστήριο της Θειας Ευχαριστίας. Πρέπει να πούμε ότι τα αντίφωνα παραλλάσσουν κατά τις Δεσποτικές τις Θεομητορικές εορτές και τις εορτές των Άγιων και οι στίχοι των ψαλμών που ψάλλονται έχουν σχέση με το περιεχόμενο της εορτής. Οι ψαλμικοί στίχοι προκηρύσσουν, αναγγέλλουν προφητικά την παρουσία του Θείου Λόγου στη γη. Σημαίνουν την πρώτη φάση του λυτρωτικού έργου του Χριστού, όταν ήταν παρών και ο κόσμος δεν τον γνώριζε. Σημαίνουν τον καιρό πριν τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Τότε ο κόσμος χρειαζόταν τους προφήτες. Ο Ιωάννης ως Προφήτης και Πρόδρομος προετοίμαζε τον δρόμο για τον Μεσσία και τον υποδείκνυε στον κόσμο. Τα αντίφωνα στην αρχή της Θείας Λειτουργίας κάνουν το έργο του Βαπτιστή. Ετοιμάζουν το δρόμο του Χριστού. Μας καλούν να τον υποδεχτούμε.
Το κάθε αντίφωνο αρχίζει με μια ιερατική ευχή. Του πρώτου αντιφώνου η ευχή είναι η εξής: «Κύριε ο Θεός ημών, ου το κράτος ανείκαστον και η δόξα ακατάληπτος, ου το έλεος αμέτρητον και η φιλανθρωπία άφατος. Αυτός Δέσποτα κατά την ευσπλαχνίαν σου, επίβλεψον εφ’ ημάς και επί τον άγιον οίκον τούτον και ποίησον μεθ’ ημών και των συνευχομένων ημίν πλούσια τα ελέη σου και τους οικτιρμούς σου». Δηλαδή « Κύριε Θεέ μας, τη δύναμη σου δεν είναι τρόπος να την φανταστούμε και τη δόξα σου δεν μπορούμε να την καταλάβουμε, η αγάπη σου είναι αμέτρητη και η φιλανθρωπία σου δε λέγεται. Ρίξε Δέσποτα, το βλέμμα σου επάνω μας και σε τούτον εδώ τον άγιο ναό και δείξε σε μας και σε αυτούς που προσεύχονται μαζί μας πλούσια την αγάπη σου και την συμπόνια σου». Στην αρχή της ευχής αναγνωρίζουμε και ομολογούμε το μεγαλείο και την δύναμη του θεού και στην συνέχεια επικαλούμαστε την ανέκφραστη φιλανθρωπία του και το αμέτρητο έλεός του. Η φιλανθρωπία και το έλεος του θεού είναι πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα, αμέτρητη και φυσικά δεν υπάρχουν ανθρώπινα λόγια να την περιγράψει κανείς, είναι ανέκφραστη.
Η κάθε ιερατική ευχή καταλήγει σε μια εκφώνηση, σε μια πρόταση δηλαδή που ο λειτουργός ιερέας τη λέει εκφώνως, πιο δυνατά. Όλες οι εκφωνήσεις είναι μια δοξολογία προς την Αγία Τριάδα, όπως τώρα η εκφώνηση της πρώτης ευχής της θειας λειτουργίας. « Ότι πρέπει σοι πάσα δοξα, τιμή και προσκύνησις τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων». «Γιατί πρέπει πραγματικά δόξα και τιμή και προσκύνηση στον Πατέρα τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα τώρα και πάντοτε και στους ατελεύτητους αιώνες». Όπως φαίνεται οι ευχές ολόκληρες έχουν ένα νόημα, το οποίο δε πρέπει να χάνεται. Αποτελούν ανακεφαλαίωση των αιτημάτων του λαού που προηγούνται και το περιεχόμενό τους είναι προσευχή στον Θεό για το λαό του. Επομένως αφορούν άμεσα όλη τη σύναξη. Γι’ αυτό καλό είναι, όπως είπαμε την προηγούμενη Κυριακή, να λέγονται στη θέση τους, έτσι ώστε και η τάξη να τηρείται και η ουσία να μη χάνεται.
Στην εκφώνηση του ιερέα οι ψάλτες απαντούν με το Αμήν και αρχίζουν να ψάλλουν το πρώτο αντίφωνο. Παλιότερα τα αντίφωνα ήταν ολόκληροι ψαλμοί, τώρα όμως ψάλλονται μόνο τρεις ψαλμικοί στίχοι και σε κάθε στίχο ακολουθεί όπως είπαμε το εφύμνιο. Το πιο γνωστό εφύμνιο που ακούμε σε κάθε θεία λειτουργία είναι το «ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου Σώτερ σώσον ημάς». «κάνε Χριστέ μας που είσαι ο σωτήρας μας, κάνε να πετύχουμε τη σωτηρία μας με τις πρεσβείες της Θεοτόκου». Ζητούμε τη μεσιτεία της Θεοτόκου. Και η Παναγία μας που είναι η μητέρα του Χριστού αλλά και μητέρα όλων μας εύχεται και η ευχή της εισακούεται από τον Υιό και Θεό της για τη δική μας σωτηρία, την ένωση μας δηλαδή με τον Θεό, η οποία οφείλεται στην αρετή , τη χάρη και την ελεύθερη συγκατάθεση της Θεοτόκου να γίνει η μητέρα του Θεού. Δεν ξεχνάμε,αγαπητοί μου αδελφοί, τώρα που είμαστε στην αρχή της θείας λειτουργίας να καλέσουμε την υπεραγία Θεοτόκο να μας βοηθά και να πρεσβεύει στην προσευχή μας, έτσι ώστε να αξιωθούμε να τελέσουμε τη θεία λειτουργία, έργο που είναι μοναδικό προνόμιο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, γιατί ούτε οι άγγελοι δε μπορούν να τελέσουν τη θεία λειτουργία, και να αξιωθούμε ακόμη να κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων. Αμήν
Το δεύτερο Αντίφωνο
Η θεία Λειτουργία, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η πορεία του ανθρώπου για τη συνάντηση του Θεού και την κοινωνία μαζί του. Σ’ αυτή την πορεία έχουμε πάντοτε τη δυνατότητα να προχωρούμε όλο και περισσότερο στην ειρήνη και την αγάπη του Θεού. Κι όσο περισσότερο πλησιάζει κανείς το Θεό τόσο έντονα θέλει να προσεύχεται. Γι’ αυτό, στη θεία Λειτουργία επαναλαμβάνονται πολλές φορές τα ίδια αιτήματα που δεν είναι τυπικές επαναλήψεις αλλά ενίσχυση που χρειαζόμαστε ν’ ανέβουμε τα σκαλοπάτια της πνευματικής ζωής. Δε χορταίνουμε να λέμε τα ίδια λόγια στον Κύριο και Θεό μας. Έτσι υπάρχει πάντα η δυνατότητα να φτάσουμε πιο κοντά σ’ Αυτόν και τους Αγίους Του.
Με τη μικρή Συναπτή, που την ακούμε πολλές φορές στη θεία Λειτουργία, αρχίζει το δεύτερο Αντίφωνο. Ο Διάκονος όταν υπάρχει, η ο Ιερέας προτρέπει τους πιστούς και παρακαλούν όλοι μαζί τον Κύριο: «Έτι και, Έτι εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν», «Αντιλαβού σώσον ελέησον…» και «της Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης…». Ζητάει σε ενίσχυση των πιστών την πρεσβεία των Αγίων ανάμεσα στους οποίους πρώτη είναι η υπεραγία Θεοτόκος.
Μετά τη μικρή Συναπτή ο ιερέας απαγγέλλει την ευχή του δεύτερου Αντιφώνου.
«Κύριε ο Θεός ημών, σώσον τον λαό σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου. Το πλήρωμα της εκκλησίας σου φύλαξον . Αγίασον τους αγαπώντας την ευπρέπεια του οίκου σου. Συ αυτούς αντιδόξασον τη θεική σου δυνάμει και μη εγκαταλίπης ημάς τους ελπίζοντας επί σε».
«Κύριε Θεέ μας, σώσε το λαό σου και ευλόγησε τα παιδιά σου. Φύλαξε όλη την εκκλησία σου, αγίασε αυτούς που αγαπούν την ευπρέπεια του ναού σου. Εσύ σε ανταπόδοση δόξασέ τους με τη θεική σου δύναμη και μην εγκαταλείψεις εμάς που ελπίζουμε σε σένα».
Στην ευχή αυτή ο λειτουργός παρακαλεί το Θεό να σώσει και να ευλογήσει το λαό του που είναι η κληρονομιά Του, και που με το βάπτισμα του ο καθένας ανήκει στον ευλογημένο λαό του Θεού, στην οικογένεια του Ιησού Χριστού. Παρακαλεί ακόμη το Θεό να έχει όλους τους χριστιανούς κάτω από τη σκέπη και προστασία του. Ιδιαίτερα ζητάει τον αγιασμό και την πλούσια ανταπόδοση από το Θεό όσων αγαπούν την ευπρέπεια του ιερού ναού. Στο τέλος η ευχή καταλήγει: να μην εγκαταλείψει ποτέ ο Θεός όσους στηρίζουν την ελπίδα τους σ’ Εκείνον.
Μετά την ευχή οι ψάλτες επιβεβαιώνουν το λόγο του ιερέα με το «Αμήν» και αρχίζουν να ψάλλουν το δεύτερο Αντίφωνο. Το δεύτερο Αντίφωνο, άλλο είναι τις Κυριακές, άλλο τις Δεσποτικές και τις Θεομητορικές εορτές κι άλλο τις εορτές των Αγίων. Το εφύμνιο που ακούμε κάθε Κυριακή είναι «Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών, ψάλλοντας Σοι Αλληλούια», Σώσε μας Υιέ Θεού, που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψάλλουμε, Αλληλούια. Το ίδιο σχεδόν ακούμε και στις εορτές των Αγίων «Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο εν Αγίοις θαυμαστός, ψάλλοντας Σοι Αλληλούια». Σώσε μας, Υιέ Θεού που σε θαυμάζουμε στους βίους και τα έργα των Αγίων, εμάς που σου ψάλλουμε ,Αλληλούια. Το Αλληλούια βέβαια είναι λέξη εβραϊκή που θα πει « Αινείτε τον Κύριο».
Στο τέλος του Αντιφώνου ψάλλεται η μικρή δοξολογία στην Αγία Τριάδα «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι» και ο ύμνος του αυτοκράτορα Ιουστινιανού «Ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού…».Ο αυτοκράτορας συνέθεσε αυτό τον ύμνο για να ψάλλεται στην Αγιά Σοφιά», το μεγάλο ναό που έκτισε και τον αφιέρωσε στη Σοφία του Θεού, τον Ιησού Χριστό. «Σώσε μας Χριστέ ο Θεός μας, εσύ που είσαι αθάνατος και καταδέχτηκες για τη σωτηρία μας να σαρκωθείς από την Αγία Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία και να γίνεις άνθρωπος, χωρίς να πάψεις να είσαι Θεός, που σαν άνθρωπος σταυρώθηκες και νίκησες το θάνατο, εσύ που είσαι ο ένας της Αγίας Τριάδος και δοξάζεσαι μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα».
Το τροπάριο αυτό είναι ένα δεύτερο σύμβολο της πίστεως, επαναλαμβάνει τα έξι σχετικά άρθρα του Συμβόλου της πίστεως που αναφέρονται στο πρόσωπο του Χριστού. Εδώ φαίνεται καλύτερα και τονίζεται περισσότερο ο χριστοκεντρικός χαρακτήρας των Αντιφώνων.
Ο χριστολογικός αυτός ύμνος κρίθηκε απαραίτητο να ψάλλεται στην αρχή της θείας Λειτουργίας τότε που υπήρχαν και οι κατηχούμενοι. Αυτοί μετά το Ευαγγέλιο και το κήρυγμα έπρεπε να εξέλθουν από το ναό. Επειδή λοιπόν οι κατηχούμενοι δε θα ακούσουν το Σύμβολο της Πίστεως γιατί δε θα είναι παρόντες, ψάλλεται ο χριστολογικός αυτός ύμνος για να διδαχθούν την πίστη της Εκκλησίας γύρω από το πρόσωπο του Χριστού και να την ομολογήσουν αργότερα στο βάπτισμά τους.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο Χριστός είναι παρών στη θεία Λειτουργία. Κι όσο προχωρεί η θεία Λειτουργία τόσο γίνεται αισθητή η παρουσία του Ιησού Χριστού, στο όνομα του οποίου γίνεται η σύναξη των πιστών. Και είναι αλήθεια πως τον Ιησού Χριστό δεν τον βρίσκουμε και δεν τον συναντάμε πουθενά αλλού παρά εδώ στη λειτουργική μας σύναξη. Ο ίδιος το λέει στο Ευαγγέλιο «ου εισί δύο η τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα εκεί ειμί εν μέσω αυτών». Αμήν
Το τρίτο Αντίφωνο
Το τρίτο στην σειρά των αντιφώνων της Θείας Λειτουργίας είναι το πλέον δύσκολο να γίνει κατανοητό στην συνήθη λειτουργική πράξη της εκκλησίας μας.
Κι αυτό γιατί ενώ ανήκει με σαφώς καθορισμένο τρόπο στην σειρά των αντιφώνων και περιλαμβάνει αναλόγως της ημέρας και της εορτής τρεις -όπως και τα προηγούμενα αντίφωνα- στίχους από το ψαλτήριο, συχνά σε λειτουργίες εκτός μεγάλων εορτών η αρχιερατικών, οι στίχοι αυτοί η παραλείπονται εντελώς και αμέσως μετά την δεύτερη μικρή συναπτή ακολουθεί το άκουσμα του καθορισμένου απολυτίκιου (αναστάσιμου τις συνήθεις Κυριακές και των αγίων η της εορτής τις υπόλοιπες μέρες) και γίνεται η Λιτανεία της Εισόδου του Ευαγγελίου η απαγγέλλεται μόνον ένας στίχος. Αυτό όταν ασφαλώς συμβαίνει προκαλεί μία επιπλέον απομάκρυνση από την βασική υπηρεσία των αντιφώνων στην Θεία Λειτουργία που είναι η σύνδεση της περιόδου της αναμονής των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης με την περίοδο της Ενανθρώπισης. Η Θεία Ευχαριστία ως Λειτουργία των Πιστών δεν μπορεί παρά να προυποθέτει την οργανική της σχέση με την Λειτουργία του Λόγου η οποία έχει ως κέντρο τα αναγνώσματα και χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει. Και ασφαλώς τα αντίφωνα με την στιχολογία του Ψαλτηρίου που περιλαμβάνουν τονίζουν την υπαρκτική σχέση των αναγνωσμάτων της Παλαιάς Διαθήκης με τα Αναγνώσματα της Καινής. Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός πως με το εφύμνιο του τρίτου αντιφώνου, δηλαδή με το απολυτίκιο έχουμε την κατά τους παλαιότερους χρόνους επίσημη έναρξη της κυρίως Θείας Λειτουργίας η οποία άρχιζε με την εν Λιτανεία είσοδο του Ευαγγελίου στον Ναό. Ας προσέξουμε όμως αδελφοί μου εν συντομία και ας τονίσουμε ελάχιστα το κατά δύναμιν ερμηνευτικά σχετικά με την ευχή του τρίτου αντιφώνου.
Πριν από το τρίτο αντίφωνο ο ιερέας διαβάζει την παρακάτω ευχή:
Ο τας κοινάς ταύτας και συμφώνους ημίν χαρισάμενος προσευχάς, ο και δυσί και τρισί συμφωνούσιν επί τω ονόματί σου τας αιτήσεις παρέχειν επαγγειλάμενος, αυτός και νυν των δούλων σου τα αιτήματα προς το συμφέρον πλήρωσον, χορηγών ημίν εν τω παρόντι αιώνι την επίγνωσιν της σης αληθείας και εν τω μέλλοντι ζωήν αιώνιον χαριζόμενος.
Δηλαδή :
Εσύ, που χάρισες σ ἐμᾶς αυτές τις ομόγνωμες και σύμφωνες προσευχές, που υποσχέθηκες να εκπληρώνης όσα μονιασμένοι δυό και τρεις μαζί ζητάνε στ ὄνομά σου· εσύ και τώρα κάμε να είναι για καλό ο,τι ζητάνε οι δούλοι σου, δίνοντάς μας σε τούτο τον κόσμο να καταλάβουμε την αλήθειά σου, και στον άλλο χαρίζοντάς μας την αιώνια ζωή.
Πολλά και σημαντικά πράγματα φανερώνουν γύρω απο την πίστη μας αγαπητοί μου αδελφοί. Αξίζει να τα δούμε λίγο καλύτερα.
Εσύ, που χάρισες σ ἐμᾶς αυτές τις ομόγνωμες και σύμφωνες προσευχές…
Ο Ιησούς δεν ιδρύει αδελφοί μου την εκκλησία ως έναν ανθρώπινο οργανισμό η ένα σωματείο. Δωρίζει στον κόσμο την ένσαρκη παρουσία του που είναι η εκκλησία. Δηλαδή η ζωή ελευθέρων προσώπων εν Χριστώ, ως μέλη του σώματός του τα οποία κοινωνούν και μετέχουν της Θείας παρουσίας Του. Η Θεία Λειτουργία είναι η κατεξοχήν κοινή προσευχή. Είμαστε εδώ στην εκκλησία μαζεμένοι και συμπροσευχόμαστε. Απευθύνουμε μέσω των συλλειτουργούντων με μας ιερέων και των ψαλτών κοινά αιτήματα προς τον Θεό, κοινή ευχαριστία. Εδώ στην εκκλησία Του, ως μέλη του ίδιου του του σώματος που η Θεία Φιλανθρωπία Του μας χάρισε συναθροιζόμαστε και με μία φωνή, με κοινή πίστη, με κοινή ομολογία, γνώμη, ομοφώνως προσευχόμαστε. Η θεία Λειτουργία, είναι η κατεξοχήν έκφραση της ενότητας όχι μόνο των ανθρώπων μεταξύ τους αλλά των πάντων με κέντρο τον Χριστό «ου γαρ εισι δύο η τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτώ» ( Ματθ . 18, 20) Η κοινή συνάθροιση, η εκκλησιαστική σύναξη η Θεία Λειτουργία είναι δώρο του Θεού και σ’ αυτήν συμμετέχουν ομονοούντες και ομόγνωμοι πιστοί. Είναι το μυστήριο του ορθοδόξου λείμματος υπέρ του σύμπαντος κόσμου. Δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την προυπόθεση του ομόγνωμου του εκκλησιαστικού σώματος, της ενότητάς του.
Που υποσχέθηκες να εκπληρώνης όσα μονιασμένοι δυό και τρεις μαζί ζητάνε στ όνομά σου…
Η ευχή εδώ υπενθυμίζει πως πίστη στην εκκλησιαστική μας γλώσσα σημαίνει όχι άλογη διανοητική βεβαιότητα, μα ζώσα ελπίδα και εμπιστοσύνη που αντλεί την διάρκειά της από τον ίδιο τον παρόντα στην λειτουργία, εδώ, μαζί μας Χριστό, ο οποίος μας τόνισε, πως αν ζητήσουμε κάτι όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό ομονοούντες οι πιστοί αυτό θα μας δοθεί.
Πάλιν λέγω υμίν, ότι εάν δύο υμών συμφωνήσωσιν, επί της γης περί παντός πράγματος ου εάν αιτήσωνται, γενήσεται αυτοίς παρά του Πατρός μου του εν Ουρανοίς · μας κατηγορηματικά μας διαβεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου. ( Ματθ . 18, 19)
Και εδώ όπως και νωρίτερα το ζητούμενο για την ενότητα των πιστών προβάλλει επιτακτικό.
Εσύ και τώρα κάμε να είναι για καλό ο,τι ζητάνε οι δούλοι σου…
Συχνά αδελφοί μου ξεχνάμε πως στην Κυριακή Προσευχή, που λέγεται έτσι γιατί μας την παρέδωσε ο ίδιος ο Κύριος λέμε γεννηθήτω το θέλημά σου. Συχνά όμως αδυνατούμε να δεχθούμε πως το θέλημα του θεού μπορεί και να μην ταυτίζεται με το δικό μας. Συχνά ο εγωισμός τυφλώνει και το δικό μας καλό – όχι πραγματικά καλό αλλά όπως εμείς το ορίζουμε- είναι του άλλου το κακό. Δώρο Θεού λοιπόν και αίτημα της ευχής του τρίτου αντιφώνου αποτελεί το να ζητούμε το πραγματικά καλό για μας και τους άλλους.
Δίνοντάς μας σε τούτο τον κόσμο να καταλάβουμε την αλήθειά σου, και στον άλλο χαρίζοντάς μας την αιώνια ζωή…
Το κύριο αίτημά μας έρχεται στο τέλος της λειτουργικής ευχής. Εκεί παρακαλούμε τον Χριστό να μας βοηθήσει να Τον αναγνωρίσουμε ως Δημιουργό μας, και Σωτήρα και Κύριο και Θεό μας και ως την μόνη Αλήθεια. Γνωρίζουμε πως η γνώση της μόνης αλήθειας, η ζωή εν Χριστώ ελευθερώνει και γιαυτό την ζητούμε. Η Αλήθεια δεν είναι αδελφοί μου, ούτε λόγος, ούτε νόημα, ούτε θεωρία αλλά πρόσωπο που δίνει ζωή και νικάει τον Θάνατο. Είναι ο ίδιος ο Πατέρας ως δημιουργός, ο ίδιος ο Ιησούς ως υπήκοος έως θανάτου στο Πατρικό θέλημα και το ίδιο το Πνεύμα ως Παράκλητος και φορέας αληθείας. Καταλαβαίνουμε τον Ευαγγελικό Λόγο, τον ενανθρωπήσαντα Θεό, όχι απλώς αποδεχόμενοι τον Χριστό ως Αλήθεια με το μυαλό μας μόνο, αλλά και ζώντας σύμφωνα με το θέλημά Του ώστε να αξιωθούμε και της Αιώνιας και Ατελεύτητης Βασιλείας Του.
Αμήν
Η Μικρή ΕίσοδοςΌλοι μας γνωρίζουμε πως μία από τις ιερότερες στιγμές της Θείας Λειτουργίας είναι η εν πομπή με προπορευόμενη μία λαμπάδα έξοδος του Ιερού Ευαγγελίου από την αριστερή Πύλη του Ιερού με σκοπό την επανατοποθέτησή του δια μέσου της κεντρικής Ωραίας Πύλης στο Ιερό Θυσιαστήριο, στην Αγία Τράπεζα. Αυτή η τόσο σημαντική στιγμή που σήμερα γίνεται αντιληπτή από εμάς ως έξοδος αποκαλείται από την εκκλησία μας Είσοδος και παίρνει τον χαρακτηρισμό «Μικρή» για να διακριθεί από την άλλη Λειτανία, την «Μεγάλη Είσοδο» που γίνεται αργότερα και εισάγει από τον χώρο της Ιεράς Προθέσεως στον χώρο του Ιερού τα Τίμια Δώρα, τον Οίνο και τον Άρτο προκειμένου να μεταβληθούν εκεί σε Σώμα και Αίμα Χριστού το οποίο και θα κοινωνήσουμε.
Για να γίνει κατανοητή η πράξη αυτή, της μεταφοράς του Αγίου Ευαγγελίου, ως Είσοδος αρκεί να θυμηθούμε πως στην αρχαία εκκλησία και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των διωγμών το Άγιο Ευαγγέλιο δεν φυλασσόταν στον ναό όπου και κινδύνευε να βρεθεί από τους διώκτες των Χριστιανών αλλά μεταφερόταν από αλλού. Αυτό εξακολούθησε να συμβαίνει και κατά τους βυζαντινούς χρόνους καθώς ιερείς, Λαός και Ευαγγέλιο έμπαιναν μαζί για πρώτη φορά στον Ναό για να τελέσουν την Θεία Λειτουργία. Τα αντίφωνα τα οποία σήμερα ψάλλονται μέσα τότε ανήκαν στα προπαρασκευαστικά της Θείας Λειτουργίας και ψάλλονταν εκτός του Ναού. Η «Μικρή Είσοδος» ήταν λοιπόν πραγματικά μία είσοδος στον ναό και σήμαινε την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, η οποία όπως και σήμερα ήταν χωρισμένη σε δύο τμήματα, την Λειτουργία του Λόγου η των κατηχουμένων όπως αλλιώς ονομάζεται και έχει ως κέντρο της την ανάγνωση του Ευαγγελίου και την Λειτουργία των Πιστών η οποία είχε ως κέντρο της την Ευχαριστία και την Θεία Κοινωνία.
Η Είσοδος αυτή του Ευαγγελίου δηλώνει κατά τον Άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα το τέλος της Προφητικής περιόδου σχετικά με τον Ερχομό του Χριστού στον κόσμο, στην οποία είναι αφιερωμένα τα αντίφωνα, και την έναρξη της Περιόδου της Καινής Διαθήκης με την Σάρκωση του Λόγου του Θεού και την αρχή του δημόσιου έργου Του. Εικονίζει την παρουσία του Χριστού στον κόσμο που έγινε με προπορευόμενο, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, που είναι «ο λύχνος ο καιόμενος και φαίνων» (Ιωάν. 5, 35) και ως τέτοιος συμβολίζεται από την προπορευόμενη αναμένη λαμπάδα αναγγέλοντάς μας πως «ήγγικεν η Βασιλεία των Ουρανών». Το Ευαγγέλιο εισέρχεται πανηγυρικά στον κόσμο και φανερώνει τον Ιησού σαρκωμένο και κηρύσσοντα την καλή είδηση της δυνατότητας σωτηρίας μας αλλά και Αναστάντα οικοδεσπότη που μας εισάγει στην Βασιλεία Του. Με την Είσοδο του Ευαγγελίου δηλώνεται η είσοδος του Χριστού στην επίγεια Θεία Λειτουργία που αρχίζουμε να τελούμε και ανοίγονται οι πύλες του ουρανού για να κατέβουν οι άγιοι και οι Άγγελοι που την τελούν εκεί διαρκώς για να συλλειτουργήσουν μαζί μας. Είναι η είσοδος του Χριστού εν όλη του την δόξα αγαπητοί μου αδελφοί , από Αγγέλους δορυφορούμενου, στον χώρο του ναού που μεταβάλλεται έτσι σε ουρανό και καθιστά και μας που συμμετέχουμε στην Θεία Λειτουργία ουρανοπολίτες και μετόχους ήδη από αυτήν την ζωή της αιωνίου Βασιλείας Του. Ο Χριστός είναι κοντά μας κατά την υπόσχεσή Του. ου γαρ εισι δύο η τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών (Ματθ. 18, 20). Είναι συνεπώς πέραν των ιστορικών λόγων που αναφέραμε νωρίτερα και για τον λόγο αυτό πραγματική Είσοδος η Είσοδος του Ευαγγελίου. Γιατί μας παραλαμβάνει από αυτόν τον κόσμο με τον ερχομό Του κοντά μας ο Αναστάς Κύριος και μας εισάγει στην χώρα των ζώντων. Από εκείνο το ουράνιο θυσιαστήριο μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας επιστρέφουμε πάλι στον παρόντα κόσμο ως μάρτυρες προς όλους που για κάθε λόγο δεν ήσαν παρόντες σε αυτήν, μάρτυρες αψευδείς όλων αυτών που προγευτήκαμε «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν».
Η Θεία Λειτουργία αδελφοί μου είναι κατεξοχήν μυστήριο στο σύνολό της και όχι μόνον ως προς το στο σκέλος της που αφορά στην μεταβολή των Τιμίων Δώρων. Είναι θεανθρώπινο έργο και τελείται πάντοτε υπό το φως του Ευαγγελίου, υπό το φως του Χριστού. Δεν είναι μία μαγική πράξη που συμβαίνει στιγμιαία κατά την Επίκληση. Προϋποθέτει όλο το σωτηριώδες έργο του Χριστού όπως αυτό αποκαλύπτεται στο Ευαγγέλιό Του, από την Ενσάρκωση έως και την Ένδοξη Δεύτερη Παρουσία Του στη γη. Αυτή όμως η αποκάλυψη της Βασιλείας του Θεού στο Ευαγγέλιο δεν γίνεται οπουδήποτε αλλού παρά μόνον στον χώρο της Εκκλησίας και ιδιαίτερα σε αυτό το πρώτο μέρος της Θείας Λειτουργίας όπου κυρίως Αυτό ιερουργείται. Στην εκκλησία το Ευαγγέλιο δεν είναι μόνο ένα αντικείμενο ιερής μελέτης αλλά κυρίως προσκύνησης. Είναι ο Λόγος, η Σοφία του Θεού που με την συνοδεία των αγίων Αγγέλων θα γίνει Σάρκα για να μας προσφερθεί εις ζωήν αιώνιον την ώρα της Θείας Κοινωνίας. Στο κέντρο του ναού ο ιερέας επεύχεται «ποίησον συν τη εισόδω ημών είσοδον αγίων αγγέλων γενέσθαι”. Είναι αυτή αδελφοί μου η ευχή της Εισόδου διαβεβαίωση πως με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο και την πραγματικότητα της εκκλησίας και των μυστηρίων της άνοιξε ο δρόμος για την σωτηρία μας. Ο δρόμος από τον οποίο ο Θεός κατέβηκε στην γη για να ανέβει ο άνθρωπος στον ουρανό. Σε αυτή την άγια πραγματικότητα, μπροστά στην Θεική παρουσία που έρχεται στον κόσμο με το Ευαγγέλιο ο άνθρωπος καλείται να είναι ενσυνείδητα και ελεύθερα παρών έχοντας σε λειτουργία όλες του τις αισθήσεις για να μπορέσει να αντιληφθεί και να ζήσει μετέχοντας το μεγαλείο των τελουμένων. Αυτό είναι και το νόημα της επαγγελίας «Σοφία ορθοί» που μας απευθύνεται. Όλοι μαζί, κλήρος και λαός, Άγγελοι και Άγιοι μπαίνουμε στον χώρο του Επουράνιου Θυσιαστηρίου. Το γεγονός αυτό αναγγέλει ο ιερέας λέγοντας «Ευλογημένη η είσοδος των αγίων Σου Κύριε». Με φόβο Θεού και προσκυνούντες ζούμε όλοι οι πιστοί αυτήν την ιερότατη στιγμή. Προσκυνούμε αδελφοί μου και προσπέφτουμε μπροστά στον Δημιουργό μας συμμετέχοντας τώρα στην επίγεια Λειτουργία Του ελπίζοντας και εργαζόμενοι ζώντας κατά το θέλημά Του να αξιωθούμε να συμμετέχουμε και στην αιωνίως τελούμενη επουράνια.
Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης
Κ. Μ.



0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου