Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Ο ΄Αγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (26 Σεπτεμβρίου -ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ και 8 Μαΐου- ΣΥΝΑΞΙΣ ΘΕΙΑΣ ΚΟΝΕΩΣ)

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής καταγόταν από κάποιο φτωχό χωριό της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Βηθσαϊδά. Ήταν γιος του ψαρά Ζεβεδαίου και της Σαλώμης που ήταν συγγενής της Παναγίας Μητέρας του Χριστού. Πολύ νωρίς έγινε μαθητής του Ιωάννου Προδρόμου ενώ παράλληλα εργαζόταν και στην τέχνη του ψαρά κοντά στον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο.
Κάποια μέρα λοιπόν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάδιζε αργά στις όχθες του Ιορδάνου διδάσκοντας τον λαό την μετάνοια και βαπτίζοντας στον Ιορδάνη. Μαζί του ήσαν και δύο από τους μαθητές του, ο αδελφός του Πέτρου, και ο Ιωάννης. Καθώς ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος τον Ιησούν Χριστόν παράξενα ακούγονται τα λόγια του: «Ίδε ο αμνός του Θεού».
Η καρδιά των δύο μαθητών σκιρτά στο άκουσμα των λόγων αυτών. Μήπως είναι ο Μεσσίας που περιμένουν;...
Μόλις τον βλέπουν ν' απομακρύνεται τον ακολουθούν με κάποια προσμονή και ελπίδα. Ο Ιησούς γνωρίζοντας τον πόθο τους να τον πλησιάσουν στρέφεται και τους ρωτά:
-Τι ζητείται;
-Ραββί, που μένεις; του απαντούν.
-Έρχεσθε και ίδετε. Ελάτε να διαπιστώσετε μόνοι σας. Ήλθαν λοιπόν και έμειναν κοντά του όλο εκείνο το ευτυχισμένο απόγευμα...
Ύστερα από λίγες μέρες καθώς τακτοποιούσαν και ετοίμαζαν τα δίχτυα ο Ιωάννης με τον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο, βλέπει και πάλι τον Ιησούν να τον πλησιάζη. Η καρδιά του και πάλι σκυρτά στο αντίκρυσμα του θεϊκού εκείνου προσώπου και περιμένει ν' ακούση κάτι πολύ σημαντικό από το στόμα του Διδασκάλου.
Πράγματι, ο λόγος του τους καλεί να τον ακολουθήσουν και οι δύο αδελφοί στον ιερό και ύψιστον έργον του. Και αυτοί, χωρίς να υπολογίσουν τα καΐκια και τα δίχτυα, περιουσία και τον πατέρα που θα άφηναν μόνο του στην εργασία, τα εγκαταλείπουν όλα και τον ακολουθούν.
Από τη μέρα εκείνη ο σύνδεσμος του Ιωάννου με τον Ιησούν γίνεται βαθύς, άρρηκτος, ισόβιος. Εκείνος ο αγαπημένος διδάσκαλος και αυτός ο αγαπημένος, ο κατ' εξοχήν αγαπημένος μαθητής του. Τον ακολουθεί καθ' όλη τη διάρκεια της δημοσίας ζωής του επί τρία χρόνια. Όταν ο Κύριος ανέβηκε στο όρος Θαβώρ για να μεταμορθωθή, ανέβηκε μαζί και αυτός ο αγαπημένος μαθητής μαζί με τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και είδε εκεί την Μεταμόρφωσι του Θεού Λόγου και την φωνή του Θεού Πατρός που έλεγε: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα αυτού ακούετε».
Επίσης κατά τον Μυστικόν Δείπνον εκάθισε κοντά στον αγαπημένο του Διδάσκαλο και όταν έμαθαν οι μαθηταί ότι κάποιος απ' αυτούς θα τον προδώση, αυτός έπεσε πάνω στο στήθος του Ιησού και τον ερώτησε:
- Κύριε, ποιος είναι αυτός που θα σε προδώση;
Όταν πάλι έπιασαν τον Χριστόν οι Ιουδαίοι αυτός τον ακολούθησε και μπήκε στην αυλή του Αρχιερέως σαν γνωστός του και κοντά σ' αυτόν μπήκε και ο Πέτρος.
Όταν τέλος εσταυρώθη ο Κύριος αυτός ήτο παρών κοντά στον Σταυρό εκείνες τις στιγμές, ενώ όλοι τον είχαν εγκαταλείψει, ο Διδάσκαλος αναθέτει στον αγαπημένο του μαθητή την μητέρα του απευθυνόμενος στοργικά της λέει: «Γύναι, ιδού ο υιός σου», γυρίζοντας κατόπιν προς τον Ιωάννην του λέγει: «Ιδού η μήτηρ σου». Τι άλλο μπορεί να υπάρξη πιο μεγάλη ευτυχία από τον λόγον αυτόν;
Από την ώρα εκείνη λοιπόν, επήρε, όπως ήταν άξιο και πρέπον, στο σπίτι του την Μητέρα και Παρθένον, αυτός που ήταν κατά το σώμα και την ψυχήν Παρθένος. Και όταν ανεστήθη ο Κύριος, αυτός αφού πρόλαβε τον Κορυφαίον Πέτρον και αφού έσκυψε πρώτος στον τάφο, είδε τα εντάφια και τον Χριστόν που ποθούσε. Δέχεται απ' Αυτόν το ζωογόνον φύσημα και προβάλλεται της Οικουμένης όλης Απόστολος. Αυτός είδε τον Κύριον όταν ανελήφθη.
Αυτός έπειτα εδέχθη την επιφοίτησιν του Παρακλήτου εν είδει πυρίνων γλωσσών μαζί με τους άλλους συμμαθητάς κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Αυτός τέλος και μέχρι την Κοίμησιν της Θεοτόκου έμεινε στα Ιεροσόλυμα, υπηρετώντας αυτήν σ' όλες τις ανάγκες.
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
Ύστερα από την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. από τον Τίτον, έπεσε ο κλήρος ο Ιωάννης να έλθη στην Μικρά Ασία, που ήταν γεμάτη από είδωλα και ολόκληρη ήταν αφημένη στην ειδωλολατρική πλάνη.
Για το πράγμα αυτό λυπήθηκε ο Απόστολος και επειδή σαν άνθρωπος τον έπιασε αγωνία και δεν ήλπισε καθόλου στην ανίκητη δύναμη του Θεού, έπεσε κατά παραχώρησιν Θεού σε πειρασμό, ώστε να συγχωρεθη με τον πειρασμό το ανθρώπινο σφάλμα του. Διότι οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες στην αρετή πρέπει να φυλάγουν την ακρίβεια και στα μικρότερα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορον την τρικυμία και το ναυάγιο που επρόκειτο να υποστούν και ότι μόνον ο Ιωάννης επρόκειτο να πειρασθή στην θάλασσα για σαράντα ημέρες.
Αφού λοιπόν έγινε η τρικυμία, όπως το προείπε ο Απόστολος, τα κύματα της θαλάσσης έβγαλαν τον Πρόχορον στην Σελεύκειαν. Εκεί κατασυκοφαντήθηκε ότι είναι μάγος και ότι πήρε χρήματα από το πλοίο που ναυάγησε και τα ξοδεύει. Από την Σελεύκεια επήγε σ' έναν τόπο της Ασίας που λέγεται Μαρμαρεώτης σε διάστημα σαράντα ημερών.
Όταν πήγε ευρήκε τον δάσκαλο του Ιωάννη που τον είχε βγάλει εκεί η θάλασσα. Δόξασαν λοιπόν και οι δύο τον Θεόν που τους εγλύτωσε και τον ευχαρίστησαν.
ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟ
Έπειτα πήγαν και οι δύο στην Έφεσο, όπου συνάντησαν μια γυναίκα με το όνομα Ρωμάνα, που ήταν ξακουστή για την κακία της ως την Ρώμη. Αυτή λοιπόν αφού πήρε τον μέγαν Ιωάννην και τον μαθητήν του Πρόχορον τούς ανάγκασε να δουλεύουν σ' ένα δικό της λουτρό. Επειδή δε ο Ιωάννης, καθώς ήταν άπειρος από τέτοια δουλειά συνέβαινε να κάνει μερικά σφάλματα σε μερικές εργασίες, τούς μεταχειριζόταν εκείνη η κακή γυναίκα με τόση μεγάλη ωμότητα και απανθρωπιά, σαν να τους είχε εξαγορασμένους δούλους. Τον Ιωάννη τον είχε υπηρέτη για να χύνη νερό σ' όσους έκαναν λουτρό.
Μέσα σ' εκείνο το λουτρό κατοικούσε και ένας άγριος Δαίμονας που συνήθιζε τρεις φορές κάθε χρόνο να πνίγη ένα νέον ή μια νέα. Επήρε δε την άδεια και άρχισε να κάνη τέτοιον φόνον ο διάβολος, διότι όταν θεμελιωνόταν εκείνο το λουτρό έπεισε ο σιχαμερός εκείνους που έκτιζαν να χώσουν μέσα στα θεμέλια ένα νέον και μια νέα, με σκοπό τάχα να αντιλαλή και να βγάζη μεγάλον ήχον το λουτρό. Απ' αυτό λοιπόν αφού πήρε αφορμή ο ανθρωποκτόνος διάβολος, έπνιγε εκεί συχνά τους ανθρώπους.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΟΜΝΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΟΥ. - ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΑΥΤΩΝ
Ύστερα από τρεις μήνες λοιπόν, αφ' ότου πήγαν στο λουτρό ο Ιωάννης και ο Πρόχορος, καθώς έμπαινε στο λουτρό για να λουσθή κάποιος Δόμνος, παιδί του Διοσκορίδου του συζύγου της Ρωμάνας, πνίγηκε από τον Δαίμονα. Θρηνούσε λοιπόν η Ρωμάνα απαρηγόρητα για τον θάνατο του Δόμνου.
Ο πατέρας του Διοσκουρίδης όταν έμαθε την ξαφνική είδησι τού θανάτου του επέθανε από την υπερβολική λύπη. Παρακαλούσε λοιπόν η Ρωμάνα την ψευτοθεά Άρτεμιν για να αναστήση τον Δόμνον και έκοβε τις σάρκες της. Όμως μάταια τα έκανε όλα αυτά.
Ο Ιωάννης λοιπόν ρώτησε τον Πρόχορο για ποια αιτία θρηνεί η Ρωμάνα. Εκείνη όταν τους είδε να συνομιλούν έπιασε και άρχισε να τον συκοφαντή ότι είναι μάγος και τέλος να τον φοβερίζη ότι πρόκειται να τον θανατώση, εάν δεν μεταχειρισθή κάθε μέσον για να αναστήση τον Δόμνον.
Αφού λοιπόν αναγκάσθηκε έτσι ο Απόστολος έκανε προσευχήν. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως ανεστήθη ο Δόμνος. Αυτό το θαύμα όταν είδε η Ρωμάνα έμεινε εκστατική και άρχισε να αποκαλή τον Ιωάννην Θεόν και υιόν Θεού.
Ύστερα αφού εξωμολογήθηκε ειλικρινά τις αμαρτίες της και αφού ζήτησε συγχώρησι για τις κακοπάθειες που προξένησε στον Απόστολο και τον μαθητή του, επέστρεψε στον Χριστό και βαπτίσθηκε. Ύστερα δε από τον Δόμνον ο Ιωάννης ανέστησε και τον πατέρα του τον Διοσκουρίδη και τον εβάπτισε. Επίσης εβάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του και όλους τους άλλους που έτρεξαν εκεί. Έδιωξε δε και τον πονηρό Δαίμονα που κατοικούσε μέσα στο λουτρό.
ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ
Επειδή οι Εφέσιοι ετελούσαν μεγάλη γιορτή στην ψευτοθεά Άρτεμιν, γι' αυτό ο Απόστολος επήγε κατά τον καιρό της γιορτής και ανέβηκε επάνω σ' εκείνο το μέρος, όπου στεκόταν το είδωλον της Αρτέμιδος. Οι όχλοι όμως βλέποντας τον θύμωσαν πολύ και άρχισαν να τον λιθοβολούν. Όμως οι πέτρες δεν χτύπησαν καθόλου τον Άγιον, αλλά το είδωλον μέχρι που το συνέτριψαν.
Εκείνοι όμως οι ανόητοι δεν θέλησαν να έλθουν σε συναίσθησιν, αλλά βλέποντας τον Απόστολον να τους μιλάη για πίστι, πάλι τον λιθοβολούσαν. Οι πέτρες όμως παράδοξα επέστρεφαν και κτυπούσαν τους ίδιους και τους επλήγωναν. Τότε ο θείος Απόστολος έκανε προσευχή στον Θεό και αμέσως έγινε σεισμός και μεγάλος βρασμός της γής και χάθηκαν απ' αυτόν διακόσιοι άνθρωποι. Βλέποντας αυτό οι υπόλοιποι άνθρωποι μόλις και μετά βίας απαλλάχθηκαν από την μέθη και τον σκοτισμό της πλάνης και παρακαλούσαν θερμά τον Απόστολο να ελεηθούν και οι ίδιοι και να αναστηθούν όσοι πέθαναν. Πάλι λοιπόν, αφού προσευχήθηκε ο Απόστολος, αμέσως όλοι αναστήθηκαν. Και επειδή έγινε πάλι βρασμός της γής, γι' αυτό έπεσαν όλοι στα πόδια του Αποστόλου και, αφού πίστεψαν στον Χριστό, βαπτίσθηκαν.
Έπειτα πήγε ο θείος Απόστολος σ' ένα τόπον που ωνομαζόταν Τύχη και εκεί θεράπευσε ένα παράλυτο που ήταν κατάκοιτος δώδεκα ολόκληρα χρόνια.
Επειδή λοιπόν έκανε ο Απόστολος και άλλα πολλά θαύματα και η φήμη τους έτρεχε παντού, βλέποντας αυτά εκείνος ο Δαίμονας, που έμενε και κατοικούσε στον ναόν της Αρτέμιδος, και γνωρίζοντας ότι και ο ίδιος θα διωχθή απ' εκεί απ' τον Ιωάννη μεταμορφώθηκε σε στρατιώτη, κρατώντας στα χέρια χαρτιά και κλαίγοντας ότι δήθεν έφυγαν απ' τα χέρια του δυο μάγοι άριστοι και εξαιρετικοί που του δόθηκαν από την εξουσία να τους φυλάγη. Εξ' αιτίας αυτού τον έβαλαν σε μεγάλον κίνδυνο με τη φυγή τους. Έδειχνε δε στους ανθρώπους εκεί και ένα δέμα φλωριά και υποσχόταν να το δώση σ' αυτούς εάν βρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.
Ακούγοντας λοιπόν αυτά πολλοί κινήθηκαν εναντίον του σπιτιού του Διοσκουρίδου φοβερίζοντας ότι θα το κατακαύσουν μαζί μ' αυτόν, αν δεν παραδώση στα χέρια τους, τους μάγους. Ο ευλαβής όμως και ευγνώμων Διοσκουρίδης προτιμούσε καλύτερα να καή παρά να παραδώση τους Αποστόλους, που του φανήκαν ευεργέτες του. Ο δε μέγας Ιωάννης προγνωρίζοντας με την προορατικήν χάριν του Αγίου Πνεύματος, ότι αν παραδοθή σ' αυτούς πρόκειται πάλι να κάνη θαύματα και απ' αυτό να επιστρέψη πολλούς στην ζωή της ευσεβείας παρέδωκε τον εαυτό του ο ίδιος μαζί με τον Πρόχορον στους απίστους.
Αφού λοιπόν σύρθηκαν από τους απίστους οι Απόστολοι του Κυρίου, όταν πήγαν στον ναό της Αρτέμιδος, προσευχήθηκαν στον Θεό να γκρεμισθή ο ναός, αλλά κανένας άνθρωπος να μη πάθη κακό. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως έγινε αυτό. Τότε ο μέγας Απόστολος διατάζει τον Δαίμονα που κατοικούσε εκεί με αυτά τα λόγια:
* - Σε σένα ομιλώ τον ακάθαρτο Δαίμονα.
* - Τι θέλεις; Αποκρίθηκε η φωνή.
* - Θέλω να ομολογήσης φανερά πόσα χρόνια κατοικείς εδώ και αν είσαι συ που ξεσήκωσες τόσον λαόν εναντίον μας, ξανάπε ο Απόστολος.
Πιεζόμενος ο Δαίμονας από την θέλησιν του Αγίου αποκρίθηκε.
* - Διακόσια σαράντα εννιά χρόνια κατοικώ σ' αυτόν τον ναό. Πράγματι, εγώ είμαι αυτός που εκίνησα όλους αυτούς εναντίον σας.
* - Σου παραγγέλω εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου να μη κατοικήσης πια σ' αυτόν τον τόπον, είπε πάλι ο Απόστολος.
Αμέσως λοιπόν έφυγε ο Δαίμονας από την πόλι της Εφέσου. Οι Έλληνες δε βλέποντας αυτά εφοβήθηκαν και οι περισσότεροι απ' αυτούς τρόμαξαν. Απ' το γεγονός αυτό πίστεψαν πολλοί στον Κύριο Ιησού και βαπτίσθηκαν στο Όνομά Του.
ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ.
Επειδή λοιπόν έκανε και άλλα πολλά θαύματα ο Ιωάννης, και γύρισε πολύ πλήθος Ελλήνων στην πίστι του Χριστού και έπειτα επειδή η φήμη τους έφθασε στ' αυτιά του τότε βασιλέως Δομιτιανού που εβασίλευε κατά το 82, ο Δομιτιανός έστειλε και έφερε μπροστά του τον μέγαν Ιωάννην μαζί με τον Πρόχορον.
Αφού λοιπόν τους έκανε ερωτήσεις και είδε την σταθερότητα που έδειξαν για την πίστι τους τούς υπέβαλε σε βασανιστήρια. Τους έβαλε να πιούν δηλητήριο και αφού δεν έπαθαν τίποτε τους έριξε σ' ένα πιθάρι μεγάλο με βραστό λάδι. Αφού και απ' εκεί βγήκαν χωρίς να πάθουν το παραμικρό με διαταγή του Δομιτιανού εξορίζονται στην νήσο Πάτμο. Ο Κύριος όμως είχε προλάβει και εφανέρωσε με όραμα στον Ιωάννη για την υπόθεσι αυτή. Δηλαδή ότι πρόκειται να πάθη πολλούς πειρασμούς και ότι θα εξορισθή σ' ένα νησί που έχει μάλιστα πολύ μεγάλη ανάγκη της δικής του παρουσίας.
Πλέοντας λοιπόν στην θάλασσα ο Απόστολος μαζί με τους σωματοφύλακες του βασιλέως ανέστησε ένα στρατιώτη που πέθανε στον δρόμο. Αλλά και την τρικυμία που έγινε ύστερα απ' αυτά στην θάλασσα την μετέβαλε σε γαλήνη. Κατά παράκλησιν του στρατιώτη θεράπευσε και ένα από τους σωματοφύλακες που έπασχε από δυσεντερία και κινδύνευε να πεθάνη ύστερα από λίγο. Βλέποντας λοιπόν αυτά οι σωματοφύλακες επίστεψαν όλοι στον Χριστό και βαπτίσθηκαν.
Αφού λοιπόν έφθασε ο Ιωάννης στην Πάτμο, ελευθέρωσε τον Απολλωνίδη, το παιδί του Μύρωνος από το μαντικό πνεύμα που κατοικούσε σ' αυτόν και το εξώρισε μακρυά απ' το νησί. Απ' το θαύμα αυτό επίστευσαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν όλοι οι άνθρωποι που ευρίσκοντο στο σπίτι του Μύρωνος. Το ίδιο και ο Απολλωνίδης που ελευθερώθηκε και η θυγατέρα του Χρυσίππη με τους ανθρώπους της. Ύστερα δε βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Ανθύπατος, δηλαδή ο άρχοντας της χώρας της Πάτμου.
ΚΥΝΩΨ Ο ΜΑΓΟΣ
Ευρίσκετο στην Πάτμο κάποιος μάγος που ωνομαζόταν Κύνωψ, που κατοικούσε σ' έρημο τόπο από αρκετά χρόνια μαζί με τα ακάθαρτα Δαιμόνια. Αυτόν τον μάγον όλοι όσοι κατοικούσαν στο νησί τον θεωρούσαν σαν θεό, για τις φαντασίες και ενέργειες των Δαιμόνων που εγίνοντο απ' αυτόν. Οι δε ιερείς του ψεύτικου θεού Απόλλωνος καθώς είδαν τον Ιωάννη που εδίδασκε με πολλή παρρησία την πίστη στον Χριστό, έτρεξαν στον Κύνωπα και τον παρακάλεσαν γονατιστοί να κινηθή κατά του Ιωάννου, επειδή αυτός ερήμωσε σχεδόν τον ναόν του Απόλλωνος και απεμάκρυνε όλους από τον σεβασμό και την λατρεία των θεών.
Ο Κύνωψ λοιπόν όταν άκουσε αυτά υπερηφανεύθη και έκρινε ανάξιο της υπολήψεως του το να πάη μόνος στη χώρα. Αφ' ενός μεν διότι για διάστημα πολλών χρόνων βρισκόταν στην έρημο κλεισμένος. Αφ' ετέρου δε επειδή αυτοί που βρίσκονταν στην χώρα της Πάτμου αυτοί πήγαιναν σ' αυτόν και όχι αυτός προς εκείνους. Γι' αυτό υποσχέθηκε στους ιερείς ότι αυτός θα στείλη έναν πονηρόν Άγγελον στο σπίτι του Μύρωνος που πίστεψε, για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου που έμενε εκεί και να την παραδώση σε καταδίκη αιώνια.
Έστειλε λοιπόν ο Κύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών Δαιμόνων προς τον Ιωάννη, όπως υποσχέθηκε. Ο Δαίμονας δε αφού πήγε στο σπίτι του Μύρωνος, στάθηκε στο μέρος εκείνο όπου ήτο ο Ιωάννης.
Μόλις όμως τον γνώρισε ο θείος Απόστολος του λέγει:"
- Σου παραγγέλω στο όνομα του Ιησού Χριστού να μη βγης από τον τόπο που στέκεσαι έως ότου μου φανερώσης για ποια αιτία ήλθες σε μένα.
Και αμέσως με τον λόγο του Αποστόλου στάθηκε το Δαιμόνιον δεμένο και απήντησε ως εξής πιεζόμενο από την θεία δύναμι:
- Οι ιερείς το Απόλλωνος ήλθαν στον Κύνωπα και είπαν πολλά  εναντίον σου και τον παρακάλεσαν να έλθη εδώ στην χώρα και να σε θανατώση. Ο Κύνωψ όμως δεν καταδέχθηκε λέγοντας. Είναι πολλά χρόνια που δεν βγήκα από τον τόπο αυτό και τώρα για ένα άνθρωπο μικρόν και ασήμαντο να αφήσω την αγαπητή μου ερημιά και ζωή; Γυρίστε όμως πίσω και αύριο θα στείλω  Άγγελον πονηρόν για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου και να την φέρη σ' εμένα για να την παραδώσω σε κρίσιν.
Και ο Ιωάννης του είπε:
* - Εστάλης ποτέ από τον Κύνωπα για να πάρης ψυχή ανθρώπου και την πήγες σ' αυτόν;
* - Με έστειλε και θανάτωσα μεν άνθρωπον, αλλά ψυχήν ανθρώπου ποτέ δεν παρέδωσα σε κόλασιν, αποκρίθηκε ο Δαίμονας.
* - Για ποιόν λόγο υπακούετε στον Κύνωπα; Ρώτησε ο Ιωάννης.
* - Όλη η δύναμη του Σατανά κατοικεί μέσα σ' αυτόν. Και έχει συμφωνίαν αυτός μεν να είναι πάντα μαζί μας εμείς δε πάντα μαζί του. Και ο Κύνωψ ακούει εμάς τους Δαίμονες, εμείς δε οι Δαίμονες ακούμε τον Κύνωπα.
* - Άκουσε, πνεύμα πονηρό. Σε διατάζει ο Ιωάννης, ο Απόστολος του Υιού του Θεού, άλλη φορά να μην ενοχλήσης άνθρωπον, ούτε να γυρίσης στον τόπο σου. Αλλά να φύγης έξω απ' αυτό το νησί και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί.
Και αμέσως το πνεύμα έφυγε μακρυά απ' το νησί.
Βλέποντας λοιπόν ο Κύνωψ ότι δεν επέστρεψε σ' αυτόν το πρώτο Δαιμόνιον έστειλε και δεύτερο. Αλλά επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, έστειλε ακόμη και άλλα δύο Δαιμόνια από τα αρχοντικά, για να μπη το ένα στο σπίτι όπου έμενε ο Ιωάννης και το άλλο να σταθή έξω και να ιδή αυτά που γίνονται και να γυρίση να τα φανερώση στον Κύνωπα. Επειδή λοιπόν πήγε το ένα Δαιμόνιο και διώχθηκε έξω απ' το νησί όπως διώχθηκαν και τα δύο πρώτα, εκείνο το Δαιμόνιο που στεκόταν έξω γύρισε και φανέρωσε στον Κύνωπα αυτά που έγιναν. Ωργίσθηκε λοιπόν ο Κύνωψ και πήρε μαζί του όλα τα πλήθη των Δαιμόνων και πήγε στην Χώρα. Ηχολόγησε όλη η Χώρα και ταράχθηκε μόλις είδε τον Κύνωπα και όλοι τον προσκυνούσαν. Πρόφθασε δε τον Ιωάννη ο Κύνωψ, την ώρα που δίδασκε τον λαόν, και κυριεύθηκε από θυμόν πολύν και είπε στον λαό.
* - Άνθρωποι ανόητοι και τυφλοί, ακούστε. Αν είναι δίκαιος ο Ιωάννης και όσα λέγει αν είναι αλήθεια θα θεραπεύση και σας και μένα. Αν μπορέση να κάνη εκείνο που θα πω σ' αυτόν τότε και εγώ πιστεύω σ' όλα όσα λέγει.
Αφού κράτησε λοιπόν ο Κύνωψ ένα νέον που ήτο εκεί του λέγει:
* - Νέε, ζη ο πατέρας σου;
* - Ναυάγησε και πνίγηκε στον βυθό της θαλάσσης, απεκρίθηκε ο νέος.
Τότε λέγει ο Κύνωψ στον Ιωάννη:
* - Να, δείξε πράγματι αν είναι αληθινά τα λόγια σου, και αφού ανεβάσης από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου αυτού φέρε τον μπροστά σ' όλους μας ζωντανό και υγιή.
* - Δεν με έστειλε ο Χριστός για να ανασταίνω νεκρούς, αλλά για να διδάσκω πλανεμένους ανθρώπους.
Είπε λοιπόν ο Κύνωψ προς όλον τον λαόν.
* - Τώρα λοιπόν να καταλάβετε και να πεισθήτε ότι αυτός είναι πλάνος και σας ξεγελά με μαγικές τέχνες. Κρατήστε τον λοιπόν μέχρι που να φέρω εγώ από την θάλασσα τον πατέρα του νέου και να τον παρουσιάσω ζωντανό.
Αφού κρατήθηκε ο Ιωάννης, άπλωσε τα χέρια του ο Κύνωψ και τα κτύπησε. Έγινε λοιπόν στην παραλία μεγάλος κρότος, ώστε όλοι φοβήθηκαν. Τότε ο Κύνωψ εξαφανίσθηκε από τα μάτια όλων των ανθρώπων. Αμέσως δε φώναξαν δυνατά και είπαν: «Μεγάλος είσαι Κύνωψ και εκτός από σένα δεν υπάρχει άλλος». Ξαφνικά λοιπόν βγήκε από την θάλασσα ο Κύνωψ έχοντας μαζί του ένα Δαίμονα που φαινόταν να μοιάζη στο πρόσωπο του πνιγμένου πατέρα του νέου, και όλοι εθαύμασαν.
Έπειτα λέγει προς τον νέον:
* - Αυτός είναι ο πατέρας σου;
* - Ναι, κύριε, απήντησε ο νέος.
Και έτσι όλοι προσκύνησαν τον Κύνωπα και ήθελαν να θανατώσουν τον Ιωάννη. Ο Κύνωψ όμως δεν άφησε να τον θανατώσουν λέγοντας: «Όταν δήτε μεγαλύτερα θαύματα απ' αυτά τότε να τιμωρηθή όπως του αξίζει».
Αφού κάλεσε λοιπόν πάλι άλλον άνθρωπον του είπε:
* - Είχες υιόν;
* - Ναι, κύριε, είχα και κάποιος τον εφθόνησε και τον θανάτωσε, απεκρίθη εκείνος.
* - Θα αναστηθή ο υιός σου, του είπε ο Κύνωψ.
Και αμέσως κάλεσε με το άνομα και τον φονιά και τον φονευθέντα. Πράγματι και οι δυο μαζί παρουσιάσθηκαν μπροστά. Είπε λοιπόν ο Κύριος στον άνθρωπο:
* - Αυτός είναι ο υιός σου; Και αυτός είναι εκείνος που τον εφόνευσε;
* - Ναι, Κύριε, απεκρίθη ο άνθρωπος.
Τότε καυχώμενος ο Κύνωψ είπε στον Ιωάννη.
* - Τι θαυμάζεις, Ιωάννη;
* - Εγώ δεν θαυμάζω καθόλου γι' αυτά.
* - Όταν δης μεγαλύτερα θαύματα απ' αυτά τότε θα θαυμάσης, είπε ο Κύνωψ.
* - Τα θαύματά σου γρήγορα θα διαλυθούν, απήντησε ο Ιωάννης.
Όταν άκουσε αυτόν τον λόγο ο όχλος αμέσως ώρμησε και άρχισε να κτυπά άγρια τον Ιωάννη και ολίγον έλειψε να τον αφήση νεκρόν. Επειδή δε ενόμισε ο Κύνωψ ότι πέθανε ο Ιωάννης είπε προς τον λαόν. Αφήστε τον άταφον για να τον φάγουν τα όρνια. Μόλις πληροφορήθηκαν λοιπόν όλοι ότι πέθανε ο Ιωάννης, έφυγαν απ' εκεί με χαρά και επαίνους για τον Κύνωπα.
ΕΞΑΦΑΝΙΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΝΩΠΟΣ.
Ύστερα απ' αυτά, όταν άκουσε ο Κύνωψ ότι ο Ιωάννης ζη και διδάσκει τον λαό σ' ένα τόπο που ονομάζεται Λίθου Βολή, κάλεσε τον Δαίμονα εκείνον που χρησιμοποίησε για τις νεκρομαντείες. Αφού πήγε λοιπόν στον Ιωάννη του είπε:
* - Εγώ επειδή ήθελα να σου προξενήσω περισσότερη ντροπή και καταδίκη γι' αυτό ως τώρα σε άφησα να ζης. Αλλά έλα τώρα να πάμε στον γιαλό κι εκεί θα δης την δύναμί μου και θα ντροπιασθής.
Τον ακολουθούσαν δε και οι τρεις Δαίμονες εκείνοι που νομίσθηκαν ότι αναστήθηκαν εκ νεκρών.
Αφού λοιπόν κτύπησε τα χέρια του κι έκανε κρότον, έγινε άφαντος από τα μάτια των ανθρώπων αφού βυθίστηκε ξαφνικά στον βυθόν της θαλάσσης. Οι όχλοι πάλι φώναζαν: «Είσαι μεγάλος, Κύνωψ, και δεν υπάρχει άλλος όπως συ». Ο Ιωάννης λοιπόν διέταξε τους Δαίμονες, που εστέκοντο μαζί με τον Κύνωπα σε σχήμα ανθρώπων, να μην κινηθούν απ' την θέσι τους. Και αμέσως προσευχήθηκε στον Θεό να μην φανή πλέον ζωντανός ο Κύνωψ.
Όταν λοιπόν βυθίστηκε ο Κύνωψ έγινε μεγάλος θόρυβος στη θάλασσα. Το νερό δε της θαλάσσης στράφηκε στο μέρος που βυθίστηκε ο Κύνωψ και δεν μπόρεσε πλέον ο άθλιος να βγή από την θάλασσα. Οι Δαίμονες δε που ήσαν με το σχήμα των ανθρώπων που αναστήθηκαν διώχθηκαν απ' τον Ιωάννη εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού μακρυά από την Πάτμο και έγιναν άφαντοι.
Επειδή λοιπόν ο λαός στάθηκε τρία ημερόνυχτα περιμένοντας να βγη ο Κύνωψ απ' την θάλασσα, από την νηστεία και τις φωνές που έβγαζαν και από τη ζέστη του ηλίου ξαπλώθηκαν στη γη άφωνοι οι περισσότεροι απ' αυτούς ώστε και τρία παιδιά πέθαναν. Εξ' αιτίας αυτού τους λυπήθηκε ο μέγας Ιωάννης όλους αυτούς και τα μεν παιδιά που πέθαναν τα ανέστησε, τους δε παραλυμένους ανθρώπους τους δυνάμωσε. Και αφού είπε σ' αυτούς πολλά για την πίστι τους έπεισε όλους να πιστέψουν στον Χριστό και να βαπτισθούν, αφού ο άθλιος Κύνωψ καταποντίσθηκε πια στην θάλασσα, όπως παλαιά ο Φαραώ.
ΠΕΡΙ ΠΡΟΚΛΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΥ.
Κάποια γυναίκα που λεγόταν Προκλιανή κατελήφθη από έρωτα πονηρόν για τον υιόν της που λεγόταν Σωσίπατρος (αλλοίμονον!μέχρι που φθάνει η κακία του σαρκικού έρωτα!). Επειδή δε δεν πέτυχε την βρωμερή της επιθυμία κατηγόρησε τον γιο της στον Άρχοντα του νησιού ότι την εβίασε.
Ενώ λοιπόν επρόκειτο να τιμωρηθή ο Σωσίπατρος άδικα από τον Άρχοντα, τον εβοήθησε ο Ιωάννης, επειδή δεν ήταν ένοχος, ως εξής: Ξεράθηκε αμέσως το δεξί χέρι τόσο του Άρχοντος όσο και της αισχρής Προκλιανής, αφού προηγουμένως σείσθηκε η γη μ' ένα μεγάλο ήχο και τρίξιμο.
Όταν λοιπόν έπαθαν αυτήν την τόσο μεγάλη θεϊκή τιμωρία, πίστεψαν και οι δυο στον Χριστό και βαπτίσθηκαν. Και έτσι τα χέρια τους γιατρεύθηκαν και η γη σταμάτησε να κλονίζεται.
ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ.
Όταν εβασίλευε ο βασιλιάς Τραϊανός ύστερα από τον Νερουάν κατά το έτος 98, εστάλησαν βασιλικά γράμματα στην Πάτμο που καλούσαν τον θείο Ιωάννη από την εξορία. Ήθελε λοιπόν ο Ιωάννης ν' αναχωρήση από την από την Πάτμο και να πάη στην Έφεσο. Οι Χριστιανοί όμως της Πάτμου θρηνούσαν και έκλαιγαν για τον απόχωρισμό του. Και τι δεν έκαναν για να μη χάσουν τέτοιον καλό Ποιμένα. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να τον εμποδίσουν γι' αυτό πρόβαλαν ένα διπλό ζήτημα στον μέγα Απόστολον
Δηλαδή να αφήση σ' αυτούς αντί για τον εαυτό του τους λόγους του και να γράψη σε βιβλίο το Μυστήριον όλης της Οικονομίας του Χριστού για μας.
Ο Ιωάννης λοιπόν, επειδή υπάκουσε στην δίκαιη επιθυμία τους αφ' ενός, αφ' ετέρου δε παρεκινήθη από την άνωθεν θεία Πρόνοια, ενήστεψε τρεις μέρες έχοντας και τους άλλους Χριστιανούς να νηστεύουν και να τον βοηθούν με την προσευχήν. Ανέβηκε έπειτα στο βουνό που ήταν εκεί με τον μαθητή του Πρόχορον και ανέβασε όλη του τη σκέψι στον Θεό. Και, ώ του Θαύματος! Αμέσως ακούγονται βροντές και αστραπές φοβερές και σαλεύεται όλο το βουνό, ώστε ο μαθητής του Πρόχορος πέφτει από τον φόβο του με το πρόσωπο στην γη και γίνεται σαν νεκρός.
Ο Ιωάννης όμως δεν φοβάται, αλλά στέκεται όρθιος. Επειδή η τέλεια αγάπη που είχε στον Θεό έδιωχνε τον φόβο απ' την καρδιά του όπως ο ίδιος είπε «η τέλεια αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄Ιωάν. δ΄18). Άκουσε λοιπόν μια βροντερή φωνή που έλεγε αυτά «εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος» (Ιωάν.α΄1). Αυτήν την φωνή την φανέρωσε ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορο, αφού προηγουμένως τον σήκωσε απ' το χέρι και έδιωξε απ' αυτόν λίγο τον φόβο.
Αφού τέλειωσε λοιπόν όλο το θείον Ευαγγέλιο και το έγραψε με το χέρι του Προχόρου, το παρέδωσε στους Χριστιανούς που το ζήτησαν. Απ' εκεί διαδόθηκε σ' όλα τα πέρατα του κόσμου.
Ο ΝΕΟΣ ΛΗΣΤΗΣ.
Αφού έφυγε από το νησί Πάτμο ο μέγας Απόστολος πήγε σ' ένα τόπο που λεγόταν Αγροικία. Και εκεί αφού γιάτρεψε ένα τυφλόν επήγε σε μια γειτονική πόλι. Εκεί ευρήκε ένα νέον ευγενικό στην ψυχή και ωραίον στο πρόσωπο και τον ωδήγησε στον Χριστό. Έπειτα αφού τον παρεκίνησε να είναι ενάρετος και αφού τον παρέδωκε στα χέρια του Επισκόπου της πόλεως, σαν σε μάρτυρα του Χριστού, για να φροντίζη γι' αυτόν, έφυγε για την Έφεσο. Αφού λοιπόν τακτοποίησε καλά τα εκκλησιαστικά πράγματα εκεί και κατήρησε όλο το ποίμνιον του Χριστού με την διδασκαλία του, και αφού επισκέφθηκε τις άλλες πόλεις που ήσαν κοντά και χειροτόνησε σ' αυτούς Επισκόπους, τότε πάλι επανήλθε στην πόλι που είπαμε προηγουμένως.
Όταν ζήτησε τον νέον εκείνον που παρέδωσε στον Επίσκοπο, έμαθε ότι έγινε αρχηγός των κλεφτών, διότι επήρε άσχημο δρόμο από τις διασκεδάσεις και τις κακές συναναστροφές των συνομηλίκων του νέων, (διότι είναι εύκολος και κατηφορικός ο δρόμος της κακίας). Λυπήθηκε, λοιπόν πολύ ο Απόστολος του Κυρίου για το κατάντημα του νέου εκείνου.
Ξεκίνησε λοιπόν και πήγε μόνος στον τόπο των κλεφτών και παραδόθηκε σ' αυτούς θεληματικά και μέσω αυτών ωδηγήθηκε και βρήκε τον νέο. Όταν τον συνήντησε, επειδή προσπάθησε εκείνος να φύγη (διότι κατάλαβε ότι είναι ο ευεργέτης του Ιωάννης) τον προσείλκυσε ο Απόστολος κοντά του με τα γλυκά και θελκτικά του λόγια.
Κατώρθωσε να τον πάρη μαζί του με τη Χάρι του Κυρίου και επέστρεψε στην πόλι. Και τόσο τον έκανε να προκόψη στην αρετή με τις συμβουλές του που έσταζαν μέλι και τις ιερές νουθεσίες, ώστε έγινε παράδειγμα αρετής και μετανοίας πολύ λαμπρό και στους άλλους ανθρώπους.
ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ.
Αφού επανήλθε πάλι στην Έφεσο ο επιστήθιος του Χριστού μαθητής, εκεί επέρασε την υπόλοιπη ζωή του. Ήτο πενήντα εξ ετών όταν έφυγε από τα Ιεροσόλυμα για το κήρυγμα. Επέρασε δε εννέα χρόνια κηρύττοντας έως ότου εξωρίσθηκε. Στην εξορία στην Πάτμο πέρασε δεκαπέντε χρόνια. Ύστερα δε από την εξορία έζησε άλλα εικοσιέξ χρόνια. Ώστε όλα τα έτη της ζωής του που πέρασε ήσαν εκατόν πέντε και επτά μήνες.
Ετσι έζησε ο Απόστολος του Κυρίου και αγωνίσθηκε για την ευσέβεια μέχρις αίματος. Έκανε πάρα πολλά θαύματα και επέστρεψε αμέτρητα πλήθη απίστων από διάφορα έθνη στην πίστι του Χριστού. Πέρασε αρκετόν χρόνον της ζωής του στο σπίτι του Δόμνου, που ο ίδιος τον ανέστησε μαζί με τους επτά μαθητές του, και τέλος έφυγε μαζί μ' αυτούς από το σπίτι.
Αφού έφθασε σ' ένα τόπο στους μεν μαθητές του παρήγγειλε να καθίσουν εκεί, αυτός δε αφού προχώρησε μπροστά σε μικρή απόστασι, προσευχήθηκε. Ήταν δε ώρα πρωϊνή.
Έπειτα, αφού επέστρεψε, πρόσταξε τους μαθητές του να σκάψουν τη γη σε σχήμα σταυρού, τόσο μόνον, όσο ήτο το μέτρον του σώματός του. Αφού ξαπλώθηκε λοιπόν μέσα σ' εκείνον τον σκαμμένον τόπον, αποχαιρέτησε τους μαθητές του που έκλαιγαν πικρά και είπε: «Σύρετε το χώμα της γης που είναι μητέρα μου και με αυτό σκεπάστε με». Εκείνοι αφού τον ασπάσθηκαν και τον αποχαιρέτησαν, σκέπασαν το σώμα του μέχρι τα γόνατα. Έπειτα πάλι αφού τον ασπάσθηκαν τον σκέπασαν μέχρι τον λαιμό. Και πάλι αφού για τρίτη φορά τον ασπάσθηκαν έβαλαν πάνω στο ιερό του πρόσωπο ένα μανδήλι. Και έτσι κλαίγοντας πικρά σκέπασαν όλο το σώμα του. Τότε ανέτειλε και ο ήλιος.
Αφού έκλαψαν οι μαθηταί, γιατί έμειναν ορφανοί από τον δάσκαλό τους, εγύρισαν στην πόλι διηγούμενοι τα σχετικά με τον Απόστολον. Οι άλλοι αδελφοί όταν τα άκουσαν αυτά επήγαν στον τάφο και αφού έσκαψαν δεν βρήκαν τίποτε. Τότε λοιπόν επέστρεψαν κλαίγοντας θερμώς για τη στέρησι τέτοιου ποιμένος.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ Ήχος β΄
Απόστολε, Χριστώ τω Θεώ ηγαπημένε,
επιτάχυνον, ρύσαι λαόν αναπολόγητον
δέχεταί σε προσπίπτοντα, ο επιπεσόνα τω στήθει καταδεξάμενος
όν ικέτευε Θεολόγε, και επίμονον νέφος εθνών διασκεδάσαι,
αιτούμενος ημίν ειρήνην, και το μέγα έλεος.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ Ήχος β΄Αυτόμελον
Τα μεγαλεία σου, Παρθένε, τις διηγήσεται;
βρύεις γαρ θαύματα και πηγάζεις ιάματα
 και πρεσβεύεις υπέρ των ψυχών ημών,
 ως Θεολόγος και φίλος Χριστού.
Ιεραποστολικός Σύλλογος "Ο Άγιος Βαρνάβας"



TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Ομιλία εις τον Άγιον Απόστολον και Ευαγγελιστήν
και εξαιρετικώς ηγαπημένον υπό του Χριστού Ιωάννην τον Θεολόγον
Εις την οποίαν γίνεται λόγος και περί της αγάπης
"προς τον Θεόν και προς τον πλησίον.
Σήμερα επιτελούμε την εορτήν ενός από τους προκρίτους Αποστόλους του Χριστού και ανευφημούμεν αυτόν ως πατέρα όλων όσων φέρουν το όνομα του Χριστού, ή καλλίτερον ως πατριάρχην των ουκ εξ αιμάτων, μηδ' εκ θελήματος σαρκός, μηδέ εκ θελήματος ανδρός αλλ' εκ Θεού γεν­νηθέντων1. Διότι, όπως ο Ιακώβ εγέννησε δώδεκα πατριάρχας κατά σάρκα, από τους οποίους προήλθαν οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ2, έτσι και ο Χριστός ανέδειξε πνευματικώς τους δώδεκα μαθητάς3, αφού την θέσι αυτού που εξέπεσε ελεεινώς4 την ανεπλήρωσε ο μέγας Παύλος, εις τον οποίον φανερώθηκε ο Χριστός εκ του ουρανού5. Εάν όμως δεν υπάρχουν και εδώ φανερώς ισάριθμες φυλές, δεν είναι καθόλου παράδοξο, διότι τα πνευματικά διαιρούνται αδιαιρέτως. Έτσι, αν και οι αισθήσεις του σώματος φαίνονται πως είναι πέντε, όμως η αίσθησις της ψυχής είναι μία, διαιρουμένη αδιαιρέτως. Αλλά και οι δώδεκα πηγές των υδάτων εις τας οποίας εστρατοπέδευσαν οι Ισραηλίτες υπό την ηγεσία του Μωυσέως και έσβησαν την δίψα που τους επροξένησε η οδοιπορία μέσα στην έρημο6, αυτούς τους δώδεκα προετύπωναν. Διότι αυτοί είναι που απήλλαξαν με τα πνευματικά ύδατα το ανθρώπινο γένος, το οποίον προηγουμένως επορεύετο δια μέσου αβάτων ερήμων της αθεΐας, από τον καύσωνα της ειδωλομανίας. Αλλά και οι δώδεκα λίθοι τους οποίους έστησε ο Ιησούς του Ναυή εις τα Γάλγαλα σαν μαρτυρία της θαυμαστής διαβάσεως του Ιορδάνη7, αυτούς τους δώδεκα προετύπωναν. Διότι αυτοί είναι σ' εμάς αιώνια μαρτυρία, ότι ο αληθινός Ιησούς αναχαίτισε το ρεύμα της αμαρτίας που κατέκλυζε την οικουμένη και έδωσε σ' αυτούς που τον υπακούουν την δυνατότητα να διαπεράσουν την οδό του βίου αναμαρτήτως, όπως στους Ισραηλίτες δόθηκε η δυνατότητα να διασχίσουν τον Ιορδάνη δίχως να βραχούν.
Αλλ' αυτά βέβαια και τα παρόμοιά τους, ακόμη και η κλήσις από τον ίδιο τον Χριστό, τον μονογενή Υιό του Θεού, είναι κοινά σ' όλους τους Αποστόλους. Αυτός όμως που εορτάζουμε δεν είναι μόνον κλητός Απόστολος8, αλλά συναριθμείται ανάμεσα στους εκλεκτούς. Διότι δεν είναι απλώς εκλελεγμένος απ' όλο το γένος των ανθρώπων που ζουν κάτω από τον ουρανό, αλλά και εκλεκτός ανάμεσα σ' αυτούς τους εκλελεγμένους και κορυφαίος του κορυφαίου χορού των Αποστόλων και ομόστοιχος με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, τους επιλέκτους. Γι' αυτό, αφού τον ξεχώρισε μαζί μ' αυτούς ο Σωτήρ από τους υπολοίπους, τον ωδήγησε στο Θαβώριο όρος και άκουσε την συνομιλία του Χριστού με τον Μωυσή και τον Ηλιού και αντίκρυσε κατά θεϊκό τρόπο το μεγάλο και υπερφυσικό εκείνο θέαμα, την αίγλη δηλαδή του φωτός της θεότη­τος του Υιού, η οποία υπερήστραψε απορρήτως. Στο τέλος άκουσε και την πατρική φωνή, που απευθύνεται μόνο προς τον Χριστό, ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα. αυτού ακούετε9. Έτσι ο Ιωάννης κατεστάθη μακαρίως μαθητής όχι μόνον του Υιού αλλά και αυτού του Πατρός.
Αλλά και αυτό το έχει κοινό με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, οι οποίοι είναι πρώτοι ανάμεσα στους μαθητές του Σωτήρος, καθώς επίσης και το να είναι ευαγγελιστής μαζί με αυτούς που συνέγραψαν το ιερό Ευαγγέλιο, τους λόγους της αιωνίου ζωής, αν και υπερέχει βέβαια πολύ ως προς την μεγαλοφωνία και το ύψος της θεολογίας. Ποιος λόγος όμως είναι ικανός να παραστήση αυτά στα οποία αυτός μόνος διαπρέπει; Μόνον αυτός επέτυχε να καλήται απ' όλους παρθένος, όχι μόνον από τους Αποστόλους αλλά και από όλους τους προγενεστέρους και μεταγενεστέρους ονομαστούς στην αρετή αυτή, επειδή, όπως φαίνεται, μόνος αυτός εφύλαξε σ' όλη του την ζωή εν παρθενία την ψυχή και το σώμα, τον νου και την αίσθησι. Την παρθενία βέβαια του σώματος λίγοι την εκράτησαν, αλλά την γνωρίζουν σχεδόν όλοι. Η ακριβής παρθενία όμως της ψυχής είναι το φρόνημα το οποίο δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε κακία. Ώστε με την προσωνυμία αυτή προσμαρτυρείται σχεδόν στον Ιωάννη η αναμαρτησία. Γι' αυτό και έγινε αγαπημένος του μόνου εκ φύσεως αναμαρτήτου Χριστού10 και μόνος απ' όλους απέκτησε αυτήν την επωνυμία.
Άραγε μπορεί κανείς να εύρη μεγαλύτερα απ' αυτά τα ονόματα διά να τον επαινέση; Ενώ σ' όλους τους άλλους ανθρώπους δεν θα μπορούσε να εύρη ούτε όλα αυτά μαζί, σ' αυτόν όμως ανήκουν και άλλα μεγαλύτερα απ' αυτά. Διότι δεν είναι μόνον αγαπημένος και παρθένος, αλλά και υιός της Παρθένου και μάλιστα αυτής της μητροπαρθένου και Θεομήτορος, αφού έγινε κατά χάριν αυτό που ήτο σ' αυτήν ο Χριστός κατά φύσιν11. Αφού λοιπόν μόνος απέκτησε την ίδια μητέρα με τον Χριστό, είναι και μόνος αυτός απ' όλους αδελφός του και σ' όλα συγγενής και εξομοιωμένος με τον Υιό του Θεού. Υιός αγαπητός12 εκείνος και αυτός επίσης μαθητής αγαπητός13. Εκείνος υπάρχει μέσα στον κόλπο του Πατρός14 και αυτός με την χάρι Εκείνου είναι επιστήθιος στον Ιησού15. Παρθένος Εκείνος και αυτός παρθένος με την χάρι Εκείνου. Παρθένου υιός Εκείνος, της ιδίας και αυτός. Εβρόντησεν εξ ουρανού ο Κύριος16, είναι και αυτός η βροντή. γι' αυτό και αποκαλείται μ' αυτό το όνομα περισσότερο από τους άλλους, δηλαδή βροντή και υιός της βροντής17. Και μάλιστα βροντή θεολογικωτάτη, η οποία αντηχεί σ' όλα τα πέρατα και θεολογεί τον Λόγο του Πατρός πως υπήρχε από την αρχή, αχώριστος από τον Θεό, πως είναι Θεός και έχει μέσα του τη ζωή και ακόμη πως είναι το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο και τέλος πως δι' αυτού έγιναν στην αρχή τα πάντα18.
Αυτή η βροντή μας εφανέρωσε αυτόν τον οποίο απέστειλε ο Θεός ως μάρτυρα της ελεύσεως του αληθινού φωτός και μας εγνώρισε τον ίδιο τον Λόγο, ο οποίος κατήλθε από τον ουρανό και έγινε για χάρι μας σάρκα. Εξιστόρησε δε καθαρώτατα ολόκληρη την επίγεια ζωή Του, τους λόγους, τα έργα, τα πάθη, την ανάστασι μετά από την σταύρωσι και τέλος την επιστροφή στον ουρανό, από όπου και κατέβη. Και όλα αυτά, λέγει, τα κατέγραψε για μας όπως τα είδε, για να σωθούμε19. Αλλά και σε ολόκληρη την Εκκλησία απευθύνει προτρεπτική επιστολή, με την οποία καλεί όλους να γίνουν μέτοχοι της αιωνίου ζωής, η οποία υπήρχε προαιωνίως αχώριστη από τον Πατέρα και εφανερώθη σε μας20. Επειδή δε συγκατελέγετο μεταξύ των προκρίτων Αποστόλων και ιδιαιτέρως ήτο και ωνομάζετο αγαπημένος, μας ομιλεί περί της κορυφαίας αρετής, δηλαδή περί της αγάπης21, και λέγει πως ο ίδιος ο Θεός είναι αγάπη και όποιος έχει αγάπη έχει μέσα του τον Θεό. Όποιος μένει στην κατάστασι της αγάπης, μένει μέσα στον Θεό και ο Θεός μένει μέσα σ' αυτόν στον οποίο υπάρχει η αγάπη22. Δείχνει πως η ενέργειά της μέσα μας είναι διπλή, καθώς την μερίζει αμερίστως σ' αυτήν που στρέφεται προς τον Θεό και σ' αυτήν που στρέφεται προς τον πλησίον και διδάσκει ότι η μία είναι συνυφασμένη με την άλλη και τέλος αποκαλεί ψεύστη αυτόν που ισχυρίζεται πως έχει μόνον τη μία από τις δύο. Διότι, λέγει, σημάδι της αγάπης προς τον Θεό είναι το να τηρούμε τον λόγο του και τις εντολές του23, όπως εδίδαξε και ο ίδιος ο Κύριος όταν είπε. ο αγαπών με τας εντολάς μου τηρήσει. αύτη δε, λέγει, εστίν η εμή εντολή, ίνα αγαπάτε αλλήλους. καν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις24.
Βλέπετε πως είναι αχώριστη η αγάπη προς τον Θεό και προς αλλήλους; Γι' αυτό λέγει ο αγαπημένος μαθητής, ει τις λέγει ότι αγαπά τον Θεόν και τον αδελφόν αυτού μισεί, ψεύστης εστίν. ει γαρ τον αδελφόν αυτού, ον εώρακεν, ουκ αγαπά, πώς αγαπά, τον Θεόν, ον ουχ εώρακεν;25 Ακόμη λέγει πως ο διά της αγάπης λέγων εν τω Θεώ μένειν οφείλει, καθώς εκείνος περιεπάτησεν, και αυτός περιπατείν26. Πώς λοιπόν περιεπάτησε Εκείνος; Υπήκουσε στον ουράνιο Πατέρα, επλήρωσε όλη την δικαιοσύνη, ευηργέτησε με τον εαυτό του την φύσι, εθεράπευσε τους ασθενείς, εδίδαξε τους ευπειθείς, ήλεγξε τους απειθείς, υπέμεινε χάριν των ευπειθών τα ονείδη από τους απειθείς, τα εμπτύσματα από τους αχαρίστους, τα ραπίσματα, τους εμπαιγμούς, τις μαστιγώσεις και τέλος τον επονείδιστο θάνατο, αφού θυσίασε και τη ζωή του για χάρι μας, από το οποίο δεν υπάρχει μεγαλύτερο έργο αγάπης27.
Βλέπουμε δε τον αγαπημένο μαθητή να παρουσιάζεται μαθητής και στα έργα, διότι σε όλα μιμήθηκε με ακρίβεια τον διδάσκαλό του. και στην διδασκαλία και στα θαύματα και στα παθήματα. Όλους τους ευηργέτησε με έργα και λόγους, τους έβγαλε από το σκοτάδι στο φως και τους μετέβαλε από αναξίους σε αξίους, ενώ ο ίδιος υπέφερε γι' αυτούς. Δεν υπέμεινε μόνον ένα θάνατο για την μαρτυρία του Ιησού και την ωφέλειά μας -με άλλα λόγια για την αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους- αλλά σ' όλη την διάρκεια της ζωής του παρέδιδε τον εαυτό του στον θάνατο. Πόσες φορές ενεπαίχθη, πόσες φορές ερραπίσθη, πόσες φορές ελιθοβολήθη, σε πόσους τυράννους και άρχοντες δεν παρεστάθη ως υπόλογος και υπόδικος, αυτός που είναι διανομεύς της ευσεβείας! Ακόμη και εξωρίσθη από τον ωμότατο μεταξύ των τυράννων Δομετιανό στην Πάτμο28, ενώ αυτός με χαρά εκήρυττε παντού την διδασκαλία του αγαθού δεσπότου και διδασκάλου.
Και εμείς, αδελφοί, ακολουθώντας την διδασκαλία αυτή, ας περιπατήσουμε, όσο είναι δυνατόν, όπως ακριβώς και ο Χριστός και ο αγαπημένος του μαθητής περιεπάτησε, με υποταγή στους πατέρας μας. Διότι λέγει, υιός υπήκοος έσται εις ζωήν, ο δε παρήκοος εις απώλειαν29. Και όχι μόνον στους κατά σάρκα πατέρας αλλά πολύ περισσότερο στους πνευματικούς και τέλος διά μέσου αυτών στον ανώτατο Πατέρα, παρ' ου πάσα πατριά εν ουρανώ και επί γης ονομάζεται30. Διότι η αγάπη, η υπακοή και η ευπείθεια προς τους πνευματικούς πατέρες αναφέρεται προς τον Θεό και όποιος δεν υπακούει σ' αυτούς προσκρούει στον Θεό των πατέρων, όπως ακριβώς απεφάνθη και ο Χριστός όταν είπε: ο ακούων υμών, εμού ακούει, και ο αθετών υμάς, εμέ αθετεί. ο δε εμέ αθετών, αθετεί τον αποστείλαντά με31. Πείθεσθε, λοιπόν, αδελφοί, τοις ηγουμένοις ημών και υπείκετε, ίνα μη στενάζωσι καθ' υμών, αλυσιτελές γαρ ημίν τούτο32 φωνάζει ο μεγαλοκήρυκας Παύλος, και να δείχνετε προθυμία να εκπληρώσετε κάθε εντολή του Θεού και να εκτελέσετε κάθε αγαθό έργο. Εάν έχουμε κάποιες ελλείψεις εξ αιτίας της ασθενείας της φύσεώς μας, ο εύσπλαχνος Κύριος αναπληρώνει με την χάρι του τις ελλείψεις της ασθενείας μας και μας αποδέχεται, ωσάν να πράξαμε πλήρως το αγαθό, και μάλιστα εάν μας δη να ταπεινοφρονούμε για τις ελλείψεις της αρετής και όχι να υπερηφανευώμαστε για ό,τι καλό έχουμε κάνει.
Να ευεργετήτε ο ένας τον άλλον πολυτρόπως με ό,τι μπορείτε. Δεν μπορείς μ' ένα θαυματουργό λόγο να θεραπεύσης τους ασθενείς; Τουλάχιστον όμως μ' ένα παρηγορητικό λόγο είσαι σε θέσι να τους βοηθήσης. Εάν μάλιστα εσύ ο ίδιος τους υπηρετήσης στις ανάγκες τους, θα έχης ως υπηρέτη -ω του θαύματος!- τον ίδιο τον Χριστό στον μέλλοντα αιώνα, σύμφωνα με τους λόγους του. Διότι λέγει. περιζώσεται και ανακλινεί αυτούς, και παρελθών διακονήσει αυτοίς33. Εάν πάλι μεταδίδοντας από τα αναγκαία αγαθά σου γίνης κοινωνός του Χριστού, θα γίνης μέτοχος και του θείου πλούτου και της βασιλείας Του και θα τραφής με αμβροσία και θα περιβληθής το βασιλικό ένδυμα της αθανασίας34, ωσάν να ενέδυσες και επότισες και έθρεψες εκείνον τον ίδιο. Δεν έχεις χάρισμα διδασκαλίας, προτροπής στην αρετή, δύναμι να ελέγξης, για να αποτρέπης από την κακία και να παρακινής προς την αρετή; Να γίνης με τα έργα διδάσκαλος, εργαζόμενος το αγαθό στον ίδιο τον εαυτό σου και στους συνανθρώπους σου. Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν ακόμη και τους παρανόμους να ελέγχης. Ας λέγουν τέτοιου είδους άνθρωποι και για σένα, βαρύς ημίν εστι και βλεπόμενος, ότι άνομοι ταις τρίβοις ημών αι οδοί αυτού35. Αν πάλι, επειδή δεν ημπορούν να σε υποφέρουν, επιφέρουν ύβρεις και συκοφαντικά πλέκουν κατηγορίες και μηχανώνται εναντίον σου τα πάνδεινα, να σταθής ατρόμητος και να μη μεταβάλης την συμπεριφορά σου από παραφορά ή από νωθρότητα, αλλά να φανής αγαθός και στον ίδιο τον εαυτό σου και σ' εκείνους, έχοντας ως παράδειγμα τον ίδιο τον Χριστό και τον αγαπημένο του μαθητή. Και με αυτό το παράδειγμα να βαδίζης την ευθεία οδό του Κυρίου και να προχωρής χωρίς επιστροφή. διότι λέγει εκείνος, ει γαρ εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσι36. Αν ενεργής έτσι και υπομείνης αυτά, είναι φανερό σ' όλους πως έχεις ενστερνισθή την θεϊκή αγάπη.
Εάν -πράγματι έχης μεγάλο πόθο να γνωρίσης μέσα σου τα σημάδια της θα σου τα υποδείξω και αυτά, μόνον εσύ να προχωρής χωρίς οκνηρία, για να τα εύρης. Όταν ανυψώνης το νου προς τον Θεό και δεν σε σύρη προς τα κάτω τίποτε γήινο, αλλά λησμονώντας τα όλα, αβίαστα, χωρίς σκέψεις, με χαρά εντρυφάς στη μνήμη του Θεού και στις προσευχές, τότε γνώριζε ξεκάθαρα ότι έφθασες στην αγάπη του Θεού. Και μετέχεις σ' αυτήν σε τέτοιο βαθμό, κατά το μέτρο που παρατείνεται η διάρκεια της συνομιλίας αυτής προς τον Θεό ή καλλίτερα της ενώσεως προς Αυτόν. Όταν πάλι προσεύχεσαι στον Κύριο με κατάνυξι και γλυκειά οδύνη της καρδιάς, με την ίδια έντασι τόσο για σένα όσο και για κάθε άνθρωπο, γνωστό και άγνωστο, εχθρό και φίλο, γι' αυτόν που σε λύπησε και γι' αυτόν που δεν σε λύπησε, τότε γνώριζε πως έχεις αγαπήσει τον πλησίον σου από τα βάθη της ψυχής σου.
Αλλά οι διαθέσεις αυτές δεν αποκτώνται, εάν προηγουμένως δεν επιτελέ­σης τα φανερά έργα της αγάπης. Διότι, εάν δεν μάθης στον εαυτό σου να αφήνη το δικό του θέλημα και να κάνη το θέλημα του συνανθρώπου του, πώς θα υπομένης τα κακά που θα σου προξενήση; Εάν πάλι δεν υποφέρης με γενναιότητα και μακροθυμία τις δυσκολίες που σου προξενούν οι άνθρωποι, πώς θα προκόψης στο να προσεύχεσαι για χάρι των εχθρών σου; Και εάν δεν υπα­κούης σ' αυτόν που λέγει τα ενόντα δότε ελεημοσύνην, και πάντα καθαρά υμίν έσται37, αλλά κατέχης και διαφυλάττης αυτά μόνο για τον εαυτό σου και δεν τα διαμοιράζης, για να καλύψης τις ανάγκες των συνανθρώπων σου, πώς θα χύσης δάκρυα γι' αυτούς; Διότι λέγει κάποιος από τους φίλους του Θεού: «Αυτός που έχει αγάπη εσκόρπισε χρήματα, ενώ αυτός που ισχυρίζεται ότι έχει και τα δύο, και τα χρήματα και την αγάπη, έχει πλανηθή. αλλά ή στερείται χρημάτων ή στερείται αγάπης, δηλαδή του Θεού». Διότι ο Θεός είναι αγάπη, όπως μας διδάσκει όταν λέγη, ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά38, εννοώντας με την λέξι μαμωνά κάθε περιττό πράγμα που έχουμε, χρυσό ή άργυρο ή κάτι άλλο. Και δείχνει πως είναι αδύνατο να προσευχηθή αυτός που φυλάγει χρήματα. διότι λέγει, όπου γαρ εστιν ο θησαυρός ημών, εκεί έσται και η καρδία ημών39, και βεβαίως όχι στην προσευχή. Μάλιστα γι' αυτού του είδους τους ανθρώπους έλεγε ο Κύριος ότι ούτος ο λαός τοις χείλεσί με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ' εμού. μάτην δε σέβονταί με40.
Γι' αυτό και η αγαπημένη στο Θεόν βροντή φωνάζει, όστις έχει τον βίον του κόσμου τούτου και ου δίδωσι τοις αδελφοίς τας χρείας, ουκ έστιν η αγάπη του Θεού εν αυτώ41. Διότι δεν είναι δυνατόν να παραμένουν η αγάπη του κόσμου και η αγάπη του Θεού σ' ένα και το αυτό πρόσωπο, αφού η αγάπη του κόσμου είναι εχθρική προς τον Θεό. Γι' αυτό πάλι ο ίδιος λέγει, μη αγαπάτε τον κόσμον, μηδέ τα εν τω κόσμω42. Ποια άλλα λοιπόν είναι αυτά που ευρίσκονται μέσα στον κόσμο, παρά η απόκτησις χρημάτων που δεν ωφελούν καθόλου την ψυχή, οι σαρκικές επιθυμίες, η υψηλοφροσύνη, το γήινο θέλημα; Αυτά όλα δεν είναι του Θεού, αλλ' αντίθετα χωρίζουν απ' Αυτόν όσους τα κατέχουν και νεκρώνουν την ψυχή αυτού που έχει νικηθή απ' αυτά και την θάπτουν μέσα στο χρυσό και αργυρό χώμα. Αυτό το χώμα είναι πολύ χειρότερο από το συνηθισμένο χώμα, με το οποίο καλύπτουμε τους νεκρούς. Διότι όταν το κοινό χώμα τοποθετηθή πάνω στα νεκρά μας σώματα, συγκρατεί τη δυσωδία τους και δεν την αφήνει καθόλου να βγη προς τα έξω, ενώ το χρυσό και αργυρό χώμα, όσο περισσότερο συσσωρεύεται πάνω στο νου αυτού που το έχει αποκτήσει, τόσο περισσότερο δυσώδη τον κάνει, ώστε η δυσωδία να φθάνη ακόμη και στον ουρανό και να στρέφη οπίσω τους οικτιρμούς και την πρόνοια του Θεού.
Γι' αυτόν τον λόγο και απεστάλη ο αγαπημένος από τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, για να μας διδάξη όλη την αλήθεια και να μας ανασηκώση απ' αυτά τα νεκρά έργα και να μας προτρέψη σε έργα φωτός, των οποίων το αποκορύφωμα καθώς και το μέσο που μας παρέχει την αιώνια ζωή είναι, όπως μας διεσάφησε ακριβέστατα, η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Γιατί λοιπόν τον αγαπούμε και τον τιμούμε; Όχι διότι μας απεκάλυψε ολόκληρη την αλήθεια; Ας μην ενεργούμε λοιπόν, αδελφοί, αντίθετα προς τα λόγια εκείνου. ούτε να δείχνουμε σχηματικά και με τη γλώσσα μόνον την αγάπη και την πίστι, ενώ με τα έργα να απιστούμε σ' αυτόν, πράγμα το οποίο και ο ίδιος το απαγορεύει λέγοντας μη αγαπώμεν, αδελφοί, λόγω και γλώσση, αλλ' έργω και αληθεία43.
Εάν λοιπόν εμείς από αγάπη τιμούμε αυτόν που και ο Θεός τον αγάπησε περισσότερο απ' όλους, ας δείξουμε με τα έργα την αγάπη μας προς αυτόν, με το να εφαρμόζουμε τα λόγια του και όχι απλώς να τα ακούμε. Διότι έτσι θα μπορέσουμε να πετύχουμε την αιώνια ζωή και βασιλεία, που μας εγνώρισε αυτός, μαζί με τον βασιλέα των αιώνων Χριστό, στον οποίο πρέπει δόξα αιώνια στον ουρανό και στη γη, μαζί με τον άναρχό του Πατέρα και το συναΐδιο Πνεύμα τώρα και πάντοτε και σ' όλους τους αιώνες. Αμήν.
1. Ιωάν. α' 13
2. βλ. Γέν. λε' 22
3. βλ. Ματθ. ι' 2-4, Μάρκ. γ' 14-19, Λουκ. ς' 13-16
4. βλ. Ματθ. κζ' 5, Πράξ. α' 16-20
5. βλ. Πράξ. θ' 3-5. Ο Άγ. Γρηγόριος εννοεί το πράγμα ουσιαστικώς, διότι από τυπική άποψι η θέσις συμπληρώθηκε από τον Ματθία (Πράξ. α' 15-26).
6. βλ. Εξ. ιε' 27
7. βλ. Ιησ. Ναυή, δ' 1
8. βλ. Ματθ. δ' 21
9. βλ. Ματθ. ιζ' 1-5
10. βλ. Ιωάν. ιγ' 23, ιθ' 26, κα' 20
11. βλ. Ιωάν. ιθ' 26 κ.εξ.
12. βλ. Ματθ. γ' 17, ιζ' 5
13. βλ. Ιωάν. ιθ' 26
14. βλ. Ιωάν. α' 18
15. βλ. Ιωάν. ιγ' 23
16. Ψαλμ. ιζ' 13
17. βλ. Μάρκ. γ' 17
18. βλ. Ιωάν. α' 1-14
19. βλ. Ιωάν. κ' 31
20. βλ. Α' Ιωάν. α' 1-3
21. βλ. Ρωμ. ιγ' 9, Γαλ. ε' 14
22. βλ. Α' Ιωάν. δ' 8-16
23. βλ. Α' Ιωάν. β' 6, δ' 12 κ. εξ.
24.Ιωάν. ιδ' 21, ιγ' 34, ιε' 12
25. Α' Ιωάν. δ' 20
26. Α' Ιωάν. β' 6
27. βλ. Ιωάν. ιε' 13
28. βλ. Αποκ. α' 9
29. Παροιμ. ιγ' 1
30. Εφεσ. γ' 15
31. Λουκ. ι' 16
32. πρβλ. Εβρ. ιγ' 17
33. Λουκ. ιβ' 37
34. βλ. Ματθ. κε' 34-40
35. Σοφ. Σολ. β' 15
36. Ιωάν. ιε' 20
37. Λουκ. ια' 40
38. Ματθ. ς' 25
39. Ματθ. ς' 21
40. Ματθ. ιε' 8
41. Α' Ιωάν. γ' 17
42. Α' Ιωάν. β' 15
43.Α' Ιωάν. γ' 18

Η IP σου είναι

Sign by Danasoft - Get Your Free Sign