Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Η Μονολόγιστη Προσευχή

Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού,
ελέησόν με
τον αμαρτωλόν.

ΠΗΓΗ:  Ιστοσελίδα Ι. Μονής Υψενής Λάρδου Ρόδου, Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009


Η ευχή του Ιησού στα:
Λατινικά:
Domine Iesu Christe, Fili Dei, miserere mei, peccatoris.
Αγγλικά:
Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me, a sinner.
Γερμανικά:
Herr, Jesus Christos, Sohn Gottes, Sei mir Sunder gnadig.
Ρώσικα:
Господи Иисусе Христе, Сыне Божий, помилуй мя грешнаго.
Γκόσποντη Ιησούσε Χριστέ, σίνε μπόζιη πομήλουη μιά, γκρέσναγο.
[Góspod'i Iisús'e Hrist'é, Sýn'e Bóžij, pomíluj m'a gréšnago].
Ρουμάνικα:
Doamne Iisuse Hristoase, Fiul lui Dumnezeu, miluieşte-mă pe mine păcătosul.
Σέρβικα:
Господе Исусе Христе, Сине Божји, помилуј ме грешног.
Gospode Isuse Hriste, Sine Božiji, pomiluj me grešnog.
Κροατικά:
Gospodine Isuse Kriste, Sine Božji, smiluj se meni grešnome.

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
Αρχιμ. Ζαχαρίου, Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας

«Η ευχή του Ιησού είναι η κατ΄ εξοχήν άσκηση του νου και της καρδιάς, το μέσο αγιασμού όλων των πιστών. Περιέχει ομολογία πίστεως στον Θεό και εξομολόγηση της πτώσεως του ανθρώπου, γι΄ αυτό και έχει πληρότητα.
Το όνομα Ιησούς δόθηκε με αποκάλυψη άνωθεν, είναι αναπόσπαστο από το πρόσωπο του Χριστού και η Θεοπρεπής επίκλησή του ζωοποιεί τη χαρισματική παρουσία του. Τοποθετεί τον άνθρωπο στην οδό του Κυρίου και τον απεργάζεται αχειροποίητο ναό της θεότητος.
Κατά την Κ. Διαθήκη η κλήση των πιστών συνίσταται στο να βαστάσουν το Όνομα του Ιησού Χριστού, το διαφορώτατον και υπέρ παν όνομα.
Η επίκληση αυτού του ονόματος ενοποιεί τον όλο άνθρωπο: νου, καρδιά και σώμα. Τούτο κατορθώνεται με την κατάβαση του νου στην καρδιά, αφού πρώτα σταυρωθεί από τα ευαγγελικά προστάγματα.
Η ευχή του Ιησού είναι άκρως δημιουργική:
α) Κρατά το πνεύμα του ανθρώπου σε επαφή με το Πνεύμα του Κυρίου. Ελευθερώνει τον πιστό από το σαρκικό φρόνημα και τον κατεργάζεται στόχο της επισκοπής του Κυρίου.
β) Επικεντρώνει την προσοχή αποκλειστικά στη σκέψη του Θεού και παρέχει τη διάκριση των νοημάτων του Θεού από τα επινοήματα του σατανά.
γ) Με την ευχή αυτή ο ασκητής αρπάζει εκείνα τα νοήματα, που διευρύνουν την καρδιά και συντελούν στον αγιασμό.
δ) Η νήψη πραγματοποιείται φυσιολογικά, γιατί Εκείνος που βασιλεύει στην καρδιά είναι μείζων αυτού που είναι στον κόσμο.
ε) Περιορίζει τις αμαρτίες στο ελάχιστον και προετοιμάζει για θάνατο εν Κυρίω.
Η ριζική διαφορά του Χριστιανισμού από τις δοξασίες της Ανατολής έγκειται στο ότι η ευχή του Ιησού είναι θεμελιωμένη στην Αποκάλυψη του Ζώντος και Προσωπικού Θεού της Αγίας Τριάδος και η εμπειρία της διαφέρει και απέχει από εκείνη των ανατολικών θρησκειών, όσο απέχει το Πνεύμα του Θεού από τη σάρκα ή το ’κτιστο από το κτιστό».

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

To Κογκρέσο υιοθέτησε ψήφισμα υπέρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Με πρόταση του
Ρεπουμπλικάνου ομογενή βουλευτή Γκας Μπιλιράκη



ΠΗΓΗ: 
Πύλη Εκκλησιαστικών Ειδήσεων AMEN 

30 Οκτωβρίου 2009


Νέα Υόρκη, του Νίκου Παπαχρήστου

Ψήφισμα υπέρ του σεβασμού των δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατέθεσε στο Κογκρέσο, ο ομογενής βουλευτής Γκας Μπιλιράκης, Ρεπουμπλικάνος, με την ευκαιρία της επισήμου επισκέψεως του προκαθημένου της Ορθοδοξίας στις ΗΠΑ και ενόψει των επαφών που θα έχει από την ερχόμενη Δευτέρα στην Ουάσιγκτον με τον Πρόεδρο Ομπάμα και κορυφαίους παράγοντες της αμερικανικής Κυβέρνησης.
«Η αναγνώριση αυτού του ψηφίσματος υπογραμμίζει τη σημασία που έχει για τον κόσμο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ως πνευματικός ηγέτης – ως ηγέτης περίπου 300.000.000 Ορθοδόξων Χριστιανών σε όλο τον κόσμο και εκατομμυρίων Ορθοδόξων Χριστιανών εδώ στι; Ηνωμένες Πολιτείες» σημείωσε στην ομιλία του ο κ.Μπιλιράκης καταθέτοντας το υπ’ αριθμ.838 ψήφισμα το οποίο υιοθέτησε το Κογκρέσο. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την προώθηση του ψηφίσματος συνεργάστηκαν και ο Πρόεδρος και μέλη της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων.
«Είχα την ευλογία να μεγαλώσω ως μέλος της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας. Όταν ήμουν παιδί ήμουν παπαδάκι στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Τάρπον Σπρίνγκς της Φλόριντα, όπως ακριβώς και τρεις από τους γιούς μου» είπε ο ομογενής-μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων και συνέχισε:
«Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι 270ος διάδοχος του ιδρυτή της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αποστόλου Ανδρέα. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης οφείλει να διασφαλίσει ότι η Πίστη και η Αγία Έδρα (σ.σ εννοεί τον Οικουμενικό Θρόνο) θα επιβιώσουν. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι το πνευματικό κέντρο της αρχαιότερης και της δεύτερης μεγαλύτερης χριστιανικής Εκκλησίας στον Κόσμο με έδρα της την Istanbul (σ.σ. έτσι αναφέρεται στο πρωτότυπο) της Τουρκίας.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει εργαστεί συστηματικά για την ειρήνη και την συμφιλίωση όλων των θρησκειών και έχει προωθήσει το διάλογο μεταξύ Χριστιανών, Εβραίων και των Μουσουλμάνων. Για την ακρίβεια, ο Παναγιώτατος, συγκάλεσε διαθρησκειακή συνάντηση η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη και από Μουσουλμάνους θρησκευτικούς ηγέτες της επιθέσεως της 11η Σεπτεμβρίου ως μιας ενέργειας που στρεφόταν κατά της Θρησκείας. Ένα επίτευγμα που ακόμα δεν έχει επαναληφθεί από κανένα άλλο θρησκευτικό ηγέτη στον κόσμο.
Επίσης, ο Παναγιώτατος, υπήρξε ο δεύτερος εν ζωή στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής που τιμήθηκε στο Καπιτώλιο με το χρυσό Μετάλλιο του Κογκρέσου, την ανώτατη τιμητική διάκριση του Κογκρέσου, το οποίο κατά το παρελθόν είχε απονεμηθεί στον Τζόρτζ Ουάσινγκτον, τον Γουίνστον Τσόρτσιλ και τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β’.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος τιμήθηκε από το περιοδικό Τime το οποίο τον συμπεριέλαβε στους εκατό ανθρώπους με την μεγαλύτερη επιρροή στον πλανήτη, για το έτος 2008, κατατάσσοντάς τον στην 11 θέση. Έχει αναγνωριστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και διεθνώς ως ο ηγέτης που εργάζεται για την παγκόσμια ειρήνη, για τη θρησκευτική αλληλοκατανόηση και για τον σεβασμό του φυσικού περιβάλλοντος.
Το ψήφισμα αυτό αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη να δοθούν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο όλες οι θρησκευτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα στην ιδιοκτησία καθώς επίσης να επαναλειτουργήσει η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ζητήματα τα οποία αξίζουν της πλήρους υποστηρίξεως μας.
Καλώ τους συναδέλφους να υποστηρίξουν αυτό το ψήφισμα αναγνωρίζοντας τη σημασία της επισκέψεως του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις προσπάθειες του για την παγκόσμια ειρήνη, το περιβάλλον και τις θρησκευτικές ελευθερίες».

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Ο Αιγυπτιακός Ελληνισμός εόρτασε την επέτειο του "ΟΧΙ"

Γράφει ο Αρχιμ. Παντελεήμων Αράθυμος

Σήμερα 28η Οκτωβρίου 2009, ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεόδωρος Β’, χοροστάτησε κατά την τελεσθείσα Θεία Λειτουργία στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Αλεξανδρείας.
Προ του πέρατος της Ευχαριστιακής Συνάξεως ο Μακαριώτατος μίλησε προς το πολυπληθέστατο εκκλησίασμα, το οποίο αποτελούσαν κυρίως οι παλαιοί απόφοιτοι του Αβερωφείου Γυμνασίου-Λυκείου Αλεξανδρείας που επισκέφθηκαν την Μεγάλη Πόλη επί τη επετείω της συμπληρώσεως εκατό ετών λειτουργίας του.
Ο Πατριάρχης επαίνεσε την αφοσίωση και την αγάπη που επιδεικνύουν προς την γενέτειρα Πόλη, και τους διαβεβαίωσε ότι το παλαίφατο Πατριαρχείο θα παραμείνει φρυκτωρός των πνευματικών αξιών του Γένους.
Κατακλείων απένειμε τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Λέοντος της Αλεξανδρείας μετ’ αστέρος στον πολυσέβαστο κ. Δημήτριο Γαβαλά, για το ήθος και την αδιάκοπη ενεργή παρουσία του στην ζωή της ελληνικής παροικίας.
Ακολούθως ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, συμπαραστατούμενος από τους Θεοφιλέστατους Επισκόπους Μπουρούντι και Ρουάντας κ. Σάββα, Μαρεώτιδος κ. Γαβριήλ, Πατριαρχικό Επίτροπο Αλεξανδρείας, Κανώπου κ. Σπυρίδωνα, Ηγούμενο της Ιεράς Πατριαρχικής Μονής Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου Αλεξανδρείας και Νειλουπόλεως κ. Γεννάδιο, Αρχιγραμματεύοντα της Ιεράς Συνόδου, προέστη της επισήμου Δοξολογίας για την Εθνική Επέτειο, ως και της επιμνημόσυνης δεήσεως υπέρ των πεσόντων Αιγυπτιωτών αγωνιστών κατά το εθνικό έπος του έτους 1940.
Στις πνευματικές αυτές εκδηλώσεις παρέστησαν ο απερχόμενος Πρέσβης της Ελλάδος στην Αίγυπτο κ. Ιωάννης - Αλέξιος Ζέπος, νέος Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος, ο κ. Κωνσταντίνου Λεοντίου, Πρέσβης της Κύπρου στην Νειλοχώρα, ο Εντιμ. Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην Αλεξάνδρεια κ. Γεώργιος Διακοφωτάκης, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητος Αλεξανδρείας κ. Ιωάννης Σιόκας, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Αδελφότητος κ. Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές των ελληνικών σχολείων και άλλοι επίσημοι.
Κατόπιν ο Μακαριώτατος είχε κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Εξοχ. Πρέσβη κ. Ζέπο στο Ιδιαίτερο Πατριαρχικό Γραφείο, τον οποίο αποχαιρέτησε, ευχόμενος καλλίκαρπη διακονία στα νέα του ευθυνοφόρα καθήκοντα, ενώ αμέσως μετά στην Αίθουσα του Θρόνου υπεδέχθη τον Σύλλογο Αποφοίτων της Αβερωφείου Σχολής, τους οποίους πατρικώς παρεκάλεσε να μεταδώσουν στις επερχόμενες γενεές τα υψηλά ιδανικά που το περίβλεπτο εκπαιδευτήριο τους καλλιέργησε.
Τέλος αντηλλάγησαν συμβολικά αναμνηστικά δώρα μεταξύ του Σεπτού Προκαθημένου και του Πρόεδρο του Συλλόγου κ. Βασιλείου Βαγή.

ΠΗΓΗ:
Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων
28.10.09

Ο π. Γερβάσιος Ραπτόπουλος
στις φυλακές της Ιορδανίας


ΠΗΓΗ: Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων  http://www.romfea.gr/ -    28.10.09 , 23:54





     Την Ιερά Μητρόπολη Φιλαδελφείας στο Αμμάν επισκέφθηκε ο π. Γερβάσιος Ραπτόπουλος με αδελφές της αδελφότητας «Η Οσία Ξένη», καθώς και άλλους προσκυνητές.
     Σκοπός τους ήταν η επίσκεψη των φυλακών στην Ιορδανία. Με σχετικές ενέργειες του του σεβ. μητροπολίτου Φιλαδελφείας κ. Βενεδίκτου και την ευλογία της Α.Θ.Μ. του Πατριάρχου Ιεροσολύμων κ. Θεοφίλου Γ΄, δόθηκε η σχετική άδεια για την επίσκεψη των φυλακών πλησίον του Αμμάν.
     Ο Μητροπολίτης συνοδευόμενος από τον π. Γερβάσιο και μέλη της Αδελφότητος επισκέφθηκαν τον Διευθυντή των φυλακών. Ο π. Γερβάσιος εξέθεσε το επί 33 έτη έργο της Αδελφότητας σε πολλές χώρες.
     Κατόπιν έγινε επίσκεψη σον χώρο των φυλακών και ενώπιον 60 ατόμων ομίλησε ο π. Γερβάσιος για μισή ώρα ευχαριστώντας τον Βασιλέα Αμπντάλα για την παροχή άδειας, εξέφρασε λόγους θερμούς παρηγοριάς και υπομονής και τα μέλη της Αδελφότητας διένειμαν δώρα.
     Η χαρά των φυλακισμένων ήταν απερίγραπτη και τα πρόσωπά τους γαλήνευσαν. Ο Διευθυντής των φυλακών διά μέσου του σεβ. μητροπολίτου ευχαρίστησε τον π. Γερβάσιο και τόνισε ότι πρώτη φορά κληρικός επισκέπτεται τις φυλακές της Ιορδανίας.
    Ο π. Γερβάσιος κατά την επίσκεψή του στη Μητρόπολη υποσχέθηκε να βοηθήσει για την αποφυλάκιση των μικροποινητών. Κατόπιν σεβ. μητροπολίτης συνόδευσε τον π. Γερβάσιο εις το προσκύνημα του Ιορδάνου ποταμού και τέλος τον κατευόδωσε για το προσκύνημά του στην Αγία Πόλη Ιερουσαλήμ.
    Τέλος, ο π. Γερβάσιος με ιδιαίτερη συγκίνηση εξέφρασε τις ευχαριστίες του για την ευκαιρία που του δόθηκε να γνωρίσει την Ιορδανία και το έργο της Μητροπόλεως Φιλαδελφείας και προσέφερε το ποσόν των 1000 ευρώ για την νέα μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Χρύσανθος

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών  κυρός Χρύσανθος Φιλιππίδης
Αυτός ο τόπος βγάζει δύο πράγματα ελιές και παλικαριά.
ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ (1881-1949)
Στα 1881 γεννήθηκε στην σκλαβωμένη Κομοτηνή, η ζωή του πέρασε μέσα από συμπληγάδες μα θα μείνει βαθειά στην μνήμη της ιστορία το βήμα του, γιατί ο ιεράρχης των Ποντίων, ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος, στήθηκε στητός και είπε ΟΧΙ, όταν όλοι λέγανε ΝΑΙ απ’ άκρου σ’ άκρου στην Ευρώπη.
Τιμημένος όσο κανένας, ως Μητροπολίτης Τραπεζούντας στα δύσκολα χρόνια (1913-1923), στάθηκε στον Ελληνισμό του Ευξείνου Πόντου και στις πατρογονικές εστίες αλλά και μετά στην προσφυγιά. Πρωταγωνίστησε για την σωτηρία του Ελληνισμού στην Μακεδονία. Αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα, υπεύθυνος σε πολλές αποστολές εθνικής σημασίας στην Τιφλίδα, την Αλβανία, το Βελιγράδι, την Συρία και αλλού. Λόγιος και γλωσσομαθής, αφιέρωσε το ταλέντο του σε μελέτες για την εκκλησία της Τραπεζούντας (1933), το 1937 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου των Αθηνών και το 1940 ονομάστηκε Ακαδημαϊκός. Από το 1938 – 1941 ήταν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Ο Αρχιεπίσκοπος του '40.
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 40
Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος σ’ αυτόν τον πόλεμο πολέμησε μαζί με το μαχόμενο έθνος από την πρώτη στιγμή και κατά του Ιταλού αλλά και κατά του Γερμανού εισβολέα. Δεν υπήρξε ενέργεια πού έπρεπε να κάνει Ορθόδοξος Ιεράρχης που να μη την έκανε, δίπλα στον μαχητή αλλά και δίπλα στον τραυματία. Παρηγορητής της χήρας και εμψυχωτής του πολεμιστή, ακούραστα στήριξε τον άνισα μαχόμενο Ελληνισμό, και όταν πλησίαζαν τα δύσκολα πιο πεισματικά πύκνωνε τις γραμμές μη και περάσει ο εχθρός.
ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ
Ας δούμε τι γράφει στο ημερολόγιο του ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος:
29/4/1941
«Πληροφορούμαι ότι ο στρατηγός Τσολάκογλου αφού σύνηψε την επονείδιστον συμφωνία με τους Γερμανούς επάνω στο μέτωπο, κατελθών εις Αθήνας πρόκειται εντολή των Γερμανών να σχηματίσει Κυβέρνησιν. Τούτο με στεναχωρεί πολύ διότι θα περιπέσωμεν εις δεινά, .... Προτιμότερον μόνοι οι Γερμανοί να έχουν την ευθύνη της διοικήσεως οπότε θα είναι προσεκτικότεροι».
Πράγματι λοιπόν, οι Γερμανοί, ευθύς μόλις μπήκαν στην Αθήνα και ενώ ακόμα η Ελλάδα πολεμούσε στην Κρήτη, πραγματοποίησαν συναντήσεις με πρόθυμους παράγοντες για να φανεί η κατοχή μια ομαλή συνέχεια, όλα να ξεχαστούν. Σα να μη χύθηκε ποτέ αίμα στα οχυρά, μήτε η Ελλάδα είπε ΟΧΙ, μια παρένθεση που πρέπει να πάρουμε μια γόμα και να την σβήσουμε. Δεν έγινε τίποτα, όλοι πρόθυμοι, στρατιωτικοί, κάθε είδους παράγοντες, ακόμα και η εκκλησία θα κάνουμε μια μασκαράτα και θα ξυπνήσουμε με τον μηχανισμό όπως ήταν με μια κυβέρνηση που διέθετε Ελληνικά πιστοποιητικά γέννησης, και όλα θα είναι καλά αγγελικά πλασμένα. Κάποιοι Ιταλοί και Γερμανοί θα παρακολουθούσαν και θα έλεγχαν τα πάντα, κάποιες μικρές αλλαγές στα σύνορα υπέρ των Βουλγάρων κα των Ιταλών (πάει η Θράκη, η Μακεδονία, τα Επτάνησα, η Ήπειρος και οι Κυκλάδες), και πια σύμμαχοι είμαστε βοηθήστε και εσείς τώρα με το αίμα σας την επιβολή της νέας τάξης του Χίτλερ....
Και οι νεκροί στο Έλλη; Και τα παιδιά με τα κομμένα πόδια; Και οι χήρες και τα ορφανά της βομβαρδισμένης Πάτρας;
ΤΟ ΟΧΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
27/4/1941
Ο Αρχιεπίσκοπος ήρθε πρωί στην Αρχιεπισκοπή «Δεν θα λειτουργήσω σήμερα για να είμαι έτοιμος για ό,τι προκύψει» και έστειλε τον Αρχιδιάκονο Νικόδημο (μετέπειτα Μητροπολίτη Πατρών) να τελέσει την λειτουργία λέγοντας του «Πρόσεχε παιδί μου έχε το νου σου μη και σε ειδοποιήσω». Κυριακή του Θωμά λοιπόν κήρυξε απ’ άμβωνος ο Αρχιδιάκονος και κάποια στιγμή είδε μαντατοφόρο να του κάνει νόημα: γρήγορα στον Αρχιεπίσκοπο. Τελείωσε την λειτουργία και πήγε στο γραφείο του, τον βρήκε να κλαίει βλέποντας την σημαία των Ναζί να κυματίζει στον Παρθενώνα.
Σύντομα κάθε είδους μαντατοφόροι άρχισαν να φτάνουν στο γραφείο του Χρύσανθου, με κάθε είδους προτάσεις, απειλές, εκβιασμούς, γλυκόλογα. Και ο Χρύσανθος εκείνες τις ημέρες θυμήθηκε τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας και με Ποντιακό πείσμα είπε τέσσερα βασικά ΟΧΙ.
ΠΡΩΤΟ ΟΧΙ

Ήρθε μια επιτροπή και πρότεινε για το καλό του Ελληνικού λαού και για να καλοπιάσουμε τον κατακτητή, να πάμε με μπροστάρη την θρησκευτική μας ηγεσία να παραδώσουμε την πόλη των Αθηνών στους Γερμανούς, και Χρύσανθος απάντησε:
«Οι Έλληνες Ιεράρχες δεν παραδίδουν πόλεις στον εχθρό, καθήκον έχουν να εργαστούν δια την απελευθέρωση».
ΔΕΥΤΕΡΟ ΟΧΙ

Ήρθαν κάποιοι και είπαν ας κάνουμε κάτι να μας πάρουν από καλό μάτι οι κατακτητές, μη τους πάμε πια κόντρα, τελείωσε ο πόλεμος. Και τι να κάνουμε βρε παιδιά; Δεν κάνουμε μια δοξολογία στην Μητρόπολη! Και αγρίεψε το μάτι του Μητροπολίτη Τραπεζούντας:
«ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ! Δοξολογία δεν έχει θέσιν επί τη υποδουλώσει της Πατρίδος μας, η ώρα της δοξολογίας θα είναι άλλη».
ΤΡΙΤΟ ΟΧΙ

Μιας και οι ραγιάδες δεν μπορούσαν να τον πείσουν να σκύψει, είπαν να τον θαμπώσουν, του ζήτησαν να πάει να δει τον στρατηγό Στούμμε και τότε «υποχώρησε» ο Χρύσανθος είπε: «Θα τον αναμένω». Ο στρατηγός πήρε τα πόδια του και πήγε στο Αρχιεπισκοπικό γραφείο. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβε ο Γερμανός στρατηγός ότι δεν είχε να κάνει με προσκυνημένο ανθρωπάκι αλλά με ηγέτη που υπερασπιζόταν Θερμοπύλες και το ξεκίνησε μαλακά, να δει που θα του βγει. «Όμορφη η πατρίδα σας», «Οι Γερμανοί λατρεύουν τον Όμηρο». Και ο Αρχιεπίσκοπος ευγενικά, σεμνά, εκπροσωπώντας τους Έλληνες:
«Ελπίζω να σεβαστείτε την Χώρα. Στρατηγέ μη θίξετε την φιλοτιμία του Ελληνικού λαού».
ΤΕΤΑΡΤΟ ΟΧΙ

Τέλος, ο στρατηγός Στούμμε, την επόμενη τσούπ ξανά στο Αρχιεπισκοπικό γραφείο και τι του ζήτησε λες; Να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου!!! Την απάντηση δεν χρειάστηκε να την μεταφράσει διερμηνέας, την είπε στα Γερμανικά ο πρώην Τραπεζούντας και νυν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών:
«Δεν μπορώ να ορκίσω Κυβέρνηση προβληθείσα από τον εχθρό. Εμείς γνωρίζουμε ότι τις Κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο Βασιλεύς. Εδώ τώρα ούτε ο λαός εψήφισε την Κυβέρνηση, ούτε ο Βασιλεύς την όρισε. Πως ζητάτε να ορκίσω Κυβέρνηση υποδειχθείσα υπό του εχθρού; Δια να είναι όργανό των;»
Αναψοκοκκίνησε ο στρατηγός από το χαστούκι που δέχτηκε, χαιρέτησε, έκανε μεταβολή και βγαίνοντας από την πόρτα της Αρχιεπισκοπής σίγουρα κατάλαβε ότι ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει.
Τώρα ήταν η σειρά των σκουλήκων, οι οποίοι για το 'καλό' της Πατρίδας και του λαού και το δικό του, τον εκλιπαρούσαν να μην αρνηθεί την πρόταση που του έκανε ο Στούμμε. Ο Ιεράρχης απάντησε:
«Εν γνώσει των συνεπειών που με αναμένουν, δεν δέχομαι την προτεινομένη πρόταση. Εμμένω εις τας αρχάς μου».
Και όταν τον παραπίεσαν:
«Ο πρωθυπουργός που όρκισα βρίσκεται και αγωνίζεται στην Κρήτη» είπε και σίγασε πια κάθε άλλη κουβέντα.
Απ’ ό,τι καταλαβαίνεις αυτή η πράξη του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου ήταν η πρώτη πράξη εθνικής αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη.
Ο Τσολάκογλου πως ορκίστηκε;

Στις 29/4/1941 11πμ ορκίστηκε η πρώτη κατοχική κυβέρνηση από τον διάκονο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου Καρύτση …. Φυσικά ούτε ο Θεσσαλός Τσολάκογλου, ούτε οι Γερμανοί λησμόνησαν αυτή τη συμπεριφορά του Χρύσανθου. Στις 2/6/1941 επαύθη με Συντακτική Πράξη της ψευδοκυβέρνησης Τσολάκογλου, για να τοποθετηθεί κάποιο πιο βολικό άτομο στη θέση του Αρχιεπισκόπου.
Ο Χρύσανθος πέθανε το 1949, πάμφτωχος, χωρίς ακίνητη περιουσία και με ελάχιστα κινητά υπάρχοντα.
Από το ιστολόγιο ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ
Αναρτήθηκε από skal στις 10/27/2009 09:38:00 πμ

ΠΕΜΠΤΟ ΟΧΙ

Όμως ο ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ έγινε ο πνευματικός αρχηγός της Εθνικής Αντιστάσεως στην Ελλάδα. Γιατί ο μυστικός ασύρματος, με τον οποίο η αγωνιζομένη Ελλάδα επικοινωνούσε με την Ελληνική Κυβέρνηση στο Εξωτερικό, λειτουργούσε μέσα στο ιστορικό σπιτάκι του ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ στην οδό Σουμελά 4, στην Κυψέλη. Ήταν ο γνωστός στους μαχητές της Κατοχής «ασύρματος του Δεσπότη», ο οποίος λειτουργούσε υπό την επίβλεψη του ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ μέχρι την απελευθέρωση, ενώ ματαίως τα ραδιογωνιόμετρα των Γερμανών προσπαθούσαν να τον ανακαλύψουν. Η τυχόν ανακάλυψή του θα εσήμαινε την άμεση θανατική εκτέλεση του Αρχιεπισκόπου ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, ο οποίος, εν τούτοις, έλεγε ήδη άλλο ένα βροντόφωνο «ΟΧΙ» στον Γερμανό κατακτητή.
27 Οκτώβριος 2009 10:33 πμ
Αρχιμ. Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου

http://www.egolpio.com/HISTORY/thavma_ellhnwn_40.htm


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Το θαύμα των Ελλήνων του Σαράντα,
εκδ. «Ορθόδοξου Τύπου» Αθήνα Οκτώβριος 1974.

Σημείωση: ο πατέρας Χαράλαμπος υπηρετούσε τότε την Πατρίδα στο Σώμα του 39ου Συντάγματος των τσολιάδων της πρώτης γραμμής στην Αλβανία.


 ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ
Στρατοπεδευμένοι οι τσολιάδες του Μεσολογγίου έξω στα χωράφια του Αγρινίου. Μόλις είχε κτυπήσει ο φθινοπωρινός ήλιος και έλουζε με το εκθαμβωτικό του φως τις λίμνες και τα χωριά. Ηρεμία παντού. Τίποτε δεν πρόδιδε τη θύελλα και την Καταιγίδα.
Οι αγρότες αμέριμνοι βοσκούσαν τα ζωντανά τους. Οι ζευγολάτες όργωναν τη γη τους. Άρχισαν πρωί πρωί τις δουλειές τους.
Ήταν Δευτέρα. 28 Οκτωβρίου του 1940.
Να! φάνηκε ο διοικητής με το αυτοκίνητο στους στρατοπεδευμένους. Συγκαλεί τους αξιωματικούς αμέσως και σπασμωδικά. Σε όλα φαινόταν μια νευρικότητα. Κάτι είπε στους αξιωματικούς και σε λίγα λεπτά, όλο το σύνταγμα ήταν συγκεντρωμένο με κατεύθυνση προς τα Γιάννενα.
Στήνουν μερικά οπλοπολυβόλα, ελλείψει αντιαεροπορικών.
Οι λοχαγοί, καθένας στο λόχο του, λέγει:
«Απόψε οι Ιταλοί άνανδρα μας κτυπήσανε πισώπλατα. Θα τους τσακίσωμε. Έτσι θα μάθουνε τι θα πη Έλληνες. Χρησιμοποιήστε το έδαφος καλά. Βαδίστε ακροβολισμένοι δια τον κίνδυνον των αεροπλάνων. Με τη βοήθεια του Θεού και της Παναγίας θα τους νικήσωμε».
Ακροβολίστηκε το σύνταγμα εκατέρωθεν του δρόμου, σε μεγάλο πλάτος, κι’ άρχισε η πεζοπορία. Σε κάποια στιγμή περάσανε Ιταλικά αεροπλάνα. Κυπήσανε τότε την Πάτρα. Αχ! τι κακό είπαμε, έκαμαν τότε στα αδέλφια μας στην Πάτρα!
Το πρώτο θαύμα στο Αργυρόκαστρο
Θα έκανε μεγάλο κακό η αεροπορία τους την πρώτη ημέρα του πολέμου, αλλά ο Θεός εβοήθησε εξ αρχής τους Έλληνες στον πόλεμο του ‘40. Και να πως:
Τα Ιταλικά αεροπλάνα ήτανε, εκείνο το πρωινό, στις 28 Οκτωβρίου συγκεντρωμένα στο αεροδρόμιο του Αργυροκάστρου. Ήταν έτοιμα, φορτωμένα με βόμβες προς εκκίνησιν. Ο σκοπός τους ήτανε να βομβαρδίσουν όλες τις πόλεις της Ελλάδος και όλους τους συγκοινωνιακούς κόμβους. Θα παρέλυαν τα πάντα. Θα έσπερναν τον όλεθρο και θα εμπόδιζαν την επιστράτευσι των Ελλήνων και έτσι αυτοί θα κατέβαινον ανενόχλητοι να πάρουν τον καφέ στην Αθήνα, όπως έλεγαν.
Οι Ιταλοί πιλότοι συγκεντρωθήκανε στο Διοικητήριο να πάρουν το ρόφημά τους και τις τελευταίες διαταγές.
Εδώ έβαλε ο Θεός το χέρι του και υπεράσπισε τον δίκαιο αγώνα των Ελλήνων.
Την ίδια μέρα πρωί— πρωί, ξεκινήσανε από το ελληνικό έδαφος δύο δικά μας αεροπλάνα —δεν είχαμε και πολλά-. Προχωρήσανε μέσα στην Αλβανία, στο κατεχόμενο υπό των Ιταλών έδαφος.
Εκεί ρίξανε μερικές βόμβες. Στο ένα όμως αεροπλάνο επέβαινε ένας θεολόγος, ονόματι Σαράτσης. Του είχε μείνει ακόμη μία βόμβα. Επιστρέφοντας, συμπτωματικά την πέταξε κοντά στην Ιταλική βάση, στο Αργυρόκαστρο. Η βόμβα όμως αυτή αποδείχθηκε θαυματουργή. Έπεσε μέσα στην αίθουσα του Διοικητηρίου, που ήτανε συγκεντρωμένοι οι Ιταλοί πιλότοι! Προκάλεσε μεγάλη καταστροφή! Το Ιταλικό επιτελείο τα έχασε. Ενόμισαν, ότι οι Έλληνες έχουν αρτίαν οργάνωσιν και μέγα δίκτυο κατασκοπείας. Έτσι όμως ματαιώθηκε το σχέδιο του κεραυνοβόλου βομβαρδισμού. Εκτός λοιπόν από την πόλη των Πατρών καμμία άλλη πόλις δεν βομβαρδίστηκε.
Η επιστράτευσις έγινε παντού κανονικά και οι γενναίοι μας προχώρησαν προς το Μέτωπο.
Στεναγμός.
Μόλις αντήχησαν ο πρώτες σειρήνες, το αλησμόνητο εκείνο πρωινό της Δευτέρας της 28ης Οκτωβρίου, κατάλαβε αμέσως ο λαός περί τίνος πρόκειται.
Πόλεμος! Πόλεμος!
Μας επετέθη η Ιταλία!
Αντί όμως να τρομάξουν, να ανησυχήσουν, κατελήφθησαν από ενθουσιασμό οι νέοι, αλλά και γέροι. Μικροί και μεγάλοι.
Ήταν η ώρα 8 το πρωί. Στην Νέα Ιωνία των Αθηνών, ένα βορεινός συνοικισμός της πρωτευούσης, οι κάτοικοι ομάδες — ομάδες σχολιάζανε τα γεγονότα.
Έξαφνα έκαναν την εμφάνισί τους στον εργατικό συνοικισμό δύο επίσημα αυτοκίνητα!
Ο Βασιλιάς!
Ο Μεταξάς!
Σαν αστραπή διαδόθηκε η είδησις σ’ ολόκληρο τον συνοικισμό και σε λίγο μια κοσμοθάλασσα περιέβαλε τα αυτοκίνητα, ενώ οι ζητωκραυγές του πλήθους έδιναν τον τόνο παλλαϊκού πανηγυριού.
Ουδέποτε Ανώτατοι Άρχοντες αποθεώθησαν με τόσην ειλικρίνεια και τόσον αυθορμητισμό από τον λαό τους, όσον ο Μεταξάς και ο Βασιλεύς στη Νέα Ιωνία το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου.
 Συλλαλητήριο
Αν αυτά συνέβαιναν στους συνοικισμούς, δεν υστέρησε το κέντρον των Αθηνών.
Στις 11 το πρωί ο χώρος της πλατείας Κλαυθμώνος, τα προπύλαια του Πανεπιστημίου και όπου υπήρχε ελεύθερη περιοχή, είχε μεστώσει από κόσμο.
Διάφοροι ομιληταί —μεταξύ των οποίων και ό ακαδημαϊκός Μελάς- ενεπνέοντο από τον ενθουσιασμό του πλήθους και εξυμνούσαν την αξιοπρέπειαν και την συνείδησι ηθικής ευθύνης, με την οποία δέχθηκαν την κήρυξι του πολέμου.
Επί κεφαλής στη κοσμοθάλασσα εκείνη ήταν οι Δωδεκανήσιοι και οι Κύπριοι φοιτηταί, που ζητούσαν να καταταγούν σε εθελοντικά Σώματα και να φύγουν αμέσως για το Μέτωπο.

«Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους Σου Θεοτόκε...».

Ποτέ οι Ναοί των μεγάλων αστικών κέντρων δεν είχαν πλημμυρίσει ασφυκτικά από λαό, όσον τότε.
Άνθρωποι πάσης ηλικίας, άνδρες και γυναίκες κατέφευγαν στην Εκκλησία και κατά την Θείαν Λειτουργία, αλλά και τα απογεύματα, στις ειδικές παρακλήσεις.
Γονατιστοί και με δάκρυα, επεκαλούντο την βοήθεια της Παναγίας. Δι’ άλλην μίαν φοράν ξαναζούσε η βυζαντινή πίστις εις την Υπέρμαχον Στρατηγόν.
Όλα δύσκολα
Ξαναγυρίζομε τώρα στην αφήγησί μας.
Οι τσολιάδες του Μεσολογγίου εβάδισαν την ημέρα αυτή της 28ης Οκτωβρίου 55 χιλιόμετρα πεζοπορία. Και ήταν φορτωμένος τουλάχιστον 40 κιλά ο καθένας. Γυλιός, σκαπανικά εργαλεία, όπλα κλπ. Φθάσαμε στη λίμνη της Αμβρακίας τα μεσάνυχτα. Ήταν όλοι κατάκοποι. Και ενώ ο καιρός, σκοτεινιασμένος, έδειχνε πως θα βρέξη, κανένας δεν έστησε σκηνή.
Γιατί όμως τόση ταλαιπωρία και αργοπορία; Διότι δεν υπήρχαν συγκοινωνιακά μέσα. Έπρεπε να πάμε με τα πόδια στο Μέτωπο, στην Αλβανία.
Την άλλη μέρα αναπαυθήκαμε κρυμμένοι κάτω από τα δένδρα δια την εχθρικήν αεροπορίαν, για να βαδίσωμε την νύχτα. Μόλις σουρούπωσε και ξεκίνησε το σύνταγμα, άρχισε ραγδαία βροχή.
Στην Άρτα φθάσαμε πεζοπορία. Είμεθα κατάκοποι.
Πόσο ποθητός γίνεται ο ύπνος στην μεγάλη κούραση και την ταλαιπωρία! Και εκεί το βράδυ μόλις σταματήσαμε, για να κοιμηθούμε μας φώναξαν:
Αναχώρησις... Την διμοιρία μου την επιβιβάσανε ένα παμπάλαιο σκουριασμένο λεωφορείο. Μου έδωσε διαταγή ο λοχαγός Ταβουλάρης, (καλός και γενναίος, σκοτώθηκε κατόπιν στο Σκρά, στο συμμοριτοπόλεμο. Θεός σχωρές τον).
Όπου σταματήσετε —μου είπε— θα τεθής υπό τας διαταγάς του εκεί αξιωματικού.
Εκείνες τις μέρες μας λέγανε οι αξιωματικοί:
— Στο μέτωπο νικούμε. Προχωρούμε μέσα στην Αλβανία. Ο «Παπανικολής» το υποβρύχιο βούλιαξε τόσα Ιταλικά πλοία... Νεκρούς δεν έχουμε. Μόνο 3-4. Γι’ αυτό ρώτησα το σωφέρ:
—Πόσο προχωρήσαμε μέσα στην Αλβανία; Το πήραμε το Αργυρόκαστρο; Την Κορυτσά;
— Τι Κορυτσά μου λες! λέγει. Αυτοί φθάσανε στο Καλπάκι. Και υπάρχει κίνδυνος από τους Φιλιάτες, να ρίχτηκαν δώθε μπροστά μας. Μπορεί να μας έκοψαν τον δρόμο και εδώ που πάμε, να τους βρούμε μπροστά μας...
Ευτυχώς όμως κρατούσε ο Καλαμάς, ο παλαιός Αχέρων, που περνούσαν, όπως πίστευαν οι Αρχαίοι, οι ψυχές στον Άδη.
Προτού όμως φθάσουμε, με το παμπάλαιο λεωφορείο, στο Μπιζάνι, συναντήσαμε ερχόμενο άλλο λεωφορείο, με σβησμένα φώτα. Από το φως του δικού μας οχήματος είδα πως ήταν φορτωμένο τραυματίες. Σε λίγο είδα και δεύτερο λεωφορείο. Τα ίδια και αυτό. Κουβαλούσε λαβωμένους. Πάλι έμεινα σιωπηλός. Δεν το είπα, για να μη μεταδοθή πανικός. Το όμως το αντιληφθήκανε όλοι οι τσολιάδες.
Έχει τραυματίες! Είναι γεμάτο! είπαν μερικοί.
Α! ώστε έχομε και τραυματίες, είπε ένας λιπόψυχος και συνέχισε:
— Εγώ όταν φθάσουμε, θα σηκώσω τα χέρια και θα παραδοθώ.
Τότε σηκώθηκα πάνω πικραμένος και οργισμένος μαζί και του είπα:
—Δεν ντρέπεσαι; Είσαι Έλληνας εσύ; Δεν έχεις μάνα και αδελφή και σπίτι! Θα αφήσωμε, λοιπόν, τους βρωμοϊταλούς ν’ ατιμάσουν την οικογένειά μας;
—Να ζήσω εγώ είπε και ας γίνη κεραμιδαριό.
—Σκασμός ορέ δειλέ, φοβιτσιάρη, του είπαν όλοι μ’ ένα στόμα.
Ελούφαξε. Δεν ξαναμίλησε.
Αυτό ήταν μια προσπάθεια καλλιεργείας ηττοπάθειας, αλλά δεν έπιασε.
Οι μελλοθάνατοι
Ο παπάς της Αραχωβίτσας, σεβάσμιος Γέροντας με βαθιές χαρακιές, τις ρυτίδες του από τον χρόνο και τα βάσανα, αλλά και με μάτια που λαμπυρίζανε από την πίστι, ήλθε να μας τονώση.
— Παιδιά μου, είπε, σ’ αυτό τον δίκαιο αγώνα της λευτεριάς, ο Θεός είναι μαζί μας...Μη φοβάσθε. Με τη δύναμη της Παναγίας θα νικήσουμε.
Μετά τα ενθαρρυντικά αυτά λόγια τον πλησίασα και του είπα:
—Πάτερ, να εξομολογήσετε τους άνδρες και να τους κοινωνήσετε.
—Παιδί μου, εγώ δεν είμαι πνευματικός!
—Εφ’ όσον είσθε ιερεύς, είσθε και πνευματικός. Έχετε τη δύναμη να συγχωρήτε αμαρτίες. Η άδεια από τον Μητροπολίτη είναι τυπική. Η Χάρις έρχεται την ώρα της χειροτονίας.
—Τότε ευχαρίστως να τους εξομολογήσω, είπε ο γέροντας. Αλλά πως να τους κοινωνήσω, αφού αυτοί δεν νηστέψανε, δεν προετοιμάσθηκαν...
—Όταν πεθαίνη κάποιος και σάς καλούν να τον κοινωνήσετε, ρωτάτε αν είναι μνηστεμένος;
— Μα εκείνος πεθαίνει...
—Και εμείς είμαστε μελλοθάνατοι. Καλή η νηστεία προ της Μεταλήψεως. Αλλά σε δύο —τρεις μέρες πόσοι από μας θα ευρίσκωνται στην άλλη ζωή! Να φύγωμε, λοιπόν, έτσι, χωρίς την Θεία Κοινωνία! Δος μας συνοδοιπόρο το Χριστό.
Την παραπάνω ημέρα η Εκκλησία της Αραχωβίτσας, που ήταν στο ψήλωμα, στ’ αγνάντια, έσφυζε από τους τσολιάδες.
Οι στρατιώτες είχανε κάνει χορωδία και έψελναν με πίστι και συγκίνησι. Ο ήλιος εκείνη την ημέρα ήταν λαμπρότερος. Κανένας δεν νοιαζότανε ούτε σκεφτότανε εκείνην την ημέρα τον εχθρόν. Κανένας δεν πρόσεχε τους βομβαρδισμούς του εχθρού.
— Ο Θεός στον δίκαιο αγώνα μας θα είναι μαζί μας, όταν κι’ εμείς θα είμαστε μαζί με το Θεό. Θα τους δήτε τους επιδρομείς να φεύγουν σαν τα γαλιά. «Εις διώξεται χιλίους και δύο μετακινήσουσι μυριάδες», λέγει η Αγ. Γραφή.
Μετ’ ολίγον ηκούετο η φωνή του ιερέως:
«Σώμα Χριστού και Αίμα Χριστού μεταλαμβάνει ό δούλος του Θεού... εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».
Τα λόγια του κηρύγματος βγήκανε προφητικά.
Αλλά πως ήταν δυνατόν να μη συμβή έτσι, με τέτοιους αγνούς, πιστούς και γενναίους πολεμιστάς!
Το αποτέλεσμα αυτό το ξέρει πλέον ολόκληρος η Οικουμένη. Ξέρει για τον θρίαμβο του ‘40, αλλά ξέρει και για τον ηρωισμό, που έδωσε τον θρίαμβο. Στην Αμερική, όταν ακούγανε, ότι ήταν ένας Έλληνας, τον σήκωναν στα χέρια καταμεσής στο δρόμο.
Οι τσολιάδες, ο στρατός, η Ελλάδα ολόκληρη, ήταν συνδεδεμένη, με την πίστι στο Θεό.
Και τα στοιχεία της φύσεως.
Το Καλπάκι πιέζεται αφορήτως. Το Επιτελείον δίδει σήμα στον Μεταξά...
Στο κήρυγμα τους είπα:
—Δεν δυνάμεθα να βαστάξωμεν άλλο.
Ο Μεταξάς:
—Για τ όνομα του Θεού, κρατήστε και στέλνω ενισχύσεις.
Και τι ενισχύσεις! Έστελνε τον θρυλικό Δαβάκη από την Θεσσαλία και το 2ον και 3ον τάγμα των τσολιάδων του Μεσολογγίου!
Το πρώτο τάγμα έμεινε εκεί στον Καλαμά, για την αναχαίτησι των Ιταλών και κατόπιν προχώρησε στον παραλιακό τομέα και έφθασε στην πονεμένη Χειμάρρα. Η διαταγή έφθασε στο Σύνταγμα των τσολιάδων, στην Αραχωβίτσα, βραδάκι. Εκείνη την ώρα κατέβηκε από την φωτιά το καζάνι με τη φακή. Χύνουν τη φακή για να μη καθυστερήσουν, και ξεκινούν νηστικά τα δύο τάγματα και με ραγδαία βροχή.
Ανεβαίνουν στη Βελτσίτσα και παρακάμπτουν τη Ζίτσα. Εκεί πριν 150 χρόνια ο Άγιος Κοσμάς προφήτευσε την ανάστασι του Γένους. Φθάνουν στο Πρωτόπαπα.
Η βροχή συνεχίζεται. Δρόμο δεν βλέπουν. Στον κάμπο τα πόδια βουλιάζουν στα σπαρμένα χωράφια. Σ’ ένα σημείο μάλιστα προχώρησαν οι πρώτοι και έμειναν πίσω οι άλλοι. Κόπηκε η φάλαγγα...
Η πορεία ήταν δύσκολη και το σκοτάδι πηχτό.
Θα ήταν περίπου τρεις τα μεσάνυχτα, τότε που κόπηκε η φάλαγγα.
Ο αξιωματικός Τσίπουρας, (Θεός σχωρέστον σκοτώθηκε αργότερα), μου είπε προχώρει, μήπως τους φθάσης... Προχώρησα μισή ώρα, αλλά έχασα το δρόμο. Ούτε τους πρώτους βρήκα, έχασα και τους πίσω.
Σταμάτησα κάτω από μια άγρια απιδιά, ερημιά παντού. Έβρεχε, έβρεχε... Αίφνης ακούω ποδοβολητό αλόγων...
—Ποιοι είστε φώναξα.
—Τι κάνεις, λεβέντη μου, εδώ άκουσα μια φωνή.
Την γνώριζα την φωνή αυτή. Ήταν του διοικητού μας Τζουμέρκα.
—Κόπηκε η φάλαγγα, διοικητά μου, του είπα. Χάσαμε τους πρώτους και έχω προχωρήσει για συνάντησί τους. Εδώ τώρα τους περιμένω.
—Περίμενέ τους. Και θα μας συναντήσετε επάνω στους Ασπραγγέλους.
Περίμενα. Στην κορυφή του μπροστινού μας βουνού ήταν το Μοναστήρι των Ασπραγγέλων. Εκεί ό θρυλικός Κωστάκης, είχε εγκαταστήσει ένα βαρύ κανόνι. Το είχε καμουφλάρει και κτυπούσε με θαυμαστή ακρίβεια τους Ιταλούς. Τους ετάραξε.
Τα σμήνη των Ιταλικών αεροπλάνων, πετούσαν επάνω από τους Ασπραγγέλους, σαν σφήκες και άγρια σερσέγγια, χωρίς να μπορούν να βρουν στόχο και να βουλώσουν το κανόνι...
Ο δρόμος της νύχτας εκείνης ήταν σκληρός. Πέρασε μια ώρα και η αγωνία μου μεγάλωνε. Τι θα γίνη;
Να, Κι’ έφθασε κομμένη η φάλαγγα.
Μόλις πλησιάσανε, τους είπα την εντολή, που είχε δώση ο Συνταγματάρχης.
—Κατεύθυνσι προς τους Ασπραγγέλους! φώναξα.
—Και πιο δρόμο θ’ ακολουθήσουμε!
—Να προχωρήσουμε το μονοπάτι, τους είπα. Και να βγούμε στην μεγάλη κορυφή του βουνού...
Ευτυχώς σε λίγη ώρα φθάσαμε στο δημόσιο δρόμο που πήγαινε στα Ζαγοροχώρια. Ο κόπος, η κούρασις, η πείνα, η νύστα, ήταν αφόρητα. Και όλα αυτά τα δεινά συμπλήρωνε μια καταρρακτώδης βροχή.
Φωνές ακούστηκαν μπροστά. Ένας βαδίζοντας κοιμήθηκε όρθιος κι’ έπεσε κάτω από ένα γεφύρι. Ευτυχώς όμως έπεσε πάνω σε πυκνόκλαδα δένδρα και γλύτωσε. Μερικοί στρατιώτες έτρεξαν τότε να τον περιμαζέψουν...Χαράματα βρεθήκαμε σ’ ένα εκκλησάκι. Κάναμε τον σταυρό μας, ασπασθήκαμε τις εικόνες και προχωρήσαμε στο χωριό Ελάτη.
Εμείς μουσκεμένοι ως το κόκκαλο και ο βορηάς αλύπητα μας περόνιαζε με δυνατό και ψυχρό άνεμο... Θεέ μου, τι κρύο ήταν εκείνο εκεί ψηλά στο βουνό.
Που να σταματήσης, να καθήσης, να κλείσης για λίγο τα μάτια σου! Ξεχυθήκαμε σε καλύβες και σε κορμούς δένδρων... ήταν αδύνατο. Δεν μπορούσαμε πουθενά να σταθούμε. Ο Ψυχρός άνεμος δεν μας άφηνε σε ησυχία. Μας έδιωχνε από παντού.
Στην Ελάτη ζήτησα τον ιερέα. Αγαθός και πτωχός και φιλόξενος. Με πήρε στο σπίτι του. Άναψε φωτιά και μου στέγνωσε τα ρούχα. Ζέστανε νερό να πλύνω τα πόδια μου. Αλλά ψωμί δεν είχε...
Και η πείνα ήταν ανυπόφορη. Πήγα στον εφοδιασμό. Πρόθυμοι εκεί μας μοιράσανε κουραμάνα και τυρί.
Γύρισα έπειτα στο σπιτάκι του ιερέως. Είχε σουρουπώσει. Είπα, δόξα σοι ό Θεός, θα κοιμηθώ απόψε. Θα χορτάσω ύπνο.
Μέσα στη γραμμή του πυρός
Η πορεία μας εν τω μεταξύ συνεχίζεται. Μπαίνουμε στη γραμμή του πυρός.
Αφήναμε αριστερά το Καλπάκι και προχωρούμε προς την Κραμπάλα. Συναντούμε ηπειρώτη στρατιώτη, που πολεμούσε 15 ημέρες, δηλαδή από την 28η Οκτωβρίου.
Οι τσολιάδες κατείχοντο από την αγωνία του αγνώστου. Πηγαίναμε πρώτη φορά στη μάχη. Εκείνος μαυρισμένος από το μπαρούτι κι’ αξύριστος μας δίνει κουράγιο.
—Τους φάγαμαν παιδιά, μας λέγει τους τσακίσαμαν...
Προχωρήσαμε αρκετά. Μας ήρχοντο τώρα οι οβίδες του Ιταλικού πυρπολικού. Περνούσαν ψηλά και σκάγανε πίσω μας στους βράχους.
Εμείς απειροπόλεμοι, αλαφιαζόμασταν. Εκείνος απτόητος έλεγε:
Μη φοβάστε, παιδιά. Δεν είναι δική μας. Πέφτει πίσω μας. Όταν κάνη χλά — χλά η οβίδα πάει ψηλά και πέφτει πίσω. Όταν όμως σφυρίζη τότε έρχεται επάνω μας.
Ένας τσολιάς έσωσε την Ελλάδα.
Μεγάλη βεβαίως συμφορά μας βρήκε στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Οι Ιταλοί μας κτύπησαν πισώπλατα. Αλλ’ ημείς ξεσηκωθήκαμε όλοι μας, σαν ένας άνθρωπος, από τον Βασιλιά, ως τον τελευταίο τσολιά και τους αποκρούσαμε.
Ο μακαρίτης Μεταξάς αντέταξε το Λακωνικόν ΟΧΙ. Το διάγγελμα του Βασιλέως Γεωργίου ενεψύχωσε τον λαό, διακηρύσσοντας:
Με την βοήθεια του Θεού και της Παναγίας θα τους νικήσωμε.
Αλλά και το Γενικόν Επιτελείον στο πρώτο ανακοινωθέν έλεγε:
Με την βοήθεια του Θεού υπερασπίζομεν το πάτριον έδαφος.
Και ο κάθε Έλληνας έκανε το καθήκον του πιστά.
Ένας τσολιάς αναχαίτισε μόνος του τους Ιταλούς! Αν δεν ήταν ο τσολιάς αυτός, ολόκληρος ο νευραλγικός τομέας του μετώπου θα είχε καταρρεύσει. Η Ελλάς θα χανόταν. Αυτό δεν είναι καθόλου υπερβολή. Θα φθάνανε στην Αθήνα.
Οι Ιταλοί, όπως είπαμε, φτάσανε στο Καλπάκι. Η πίεσις από τον όγκο του εχθρού ήταν αφόρητη.
Οι καϋμένοι οι Έλληνες αμυνόταν με ότι διέθεταν: με λιανοντούφεκα, με όλμους, με πυροβολικό και με αντιαεροπορικά ακόμη που τα χρησιμοποιούσαν «δι’ ευθείαν βολήν». Ο θρυλικός Κωστάκης, που φύτευε τις οβίδες του στα καζάνια των Ιταλών, έκανε θραύσι από την Ιερατικήν Σχολήν της Βελλάς με το πυροβολικό του και από το Μοναστήρι των Ασπραγγέλων με το «βαρέο» του.
Σαν να μην έφθαναν οι αλλεπάλληλες και λυσσώδεις επιθέσεις του εχθρού, να σου και ένας καταραμένος προδότης Κουτσόβλαχος. Αυτός, σαν άλλος Εφιάλτης, οδηγούσε τους Ιταλούς να περάσουν από την αφύλαχτη στενωπό της Καραμπάλας. Θα υπερφαλάγγιζαν έτσι το Καλπάκι. Θα ξεχυνόταν στον κάμπο των Σουδενών και θα έφταναν στην Αθήνα να πάρουν καφέ στην πλατεία Συντάγματος, όπως έλεγαν.
Ευτυχώς το Στρατηγείον τους αντελήφθη και στέλλει τους τσολιάδες του Μεσολογγίου εναντίον τους. Το 3ον τάγμα περνά την στενωπό και βαδίζει ανύποπτο εις τας υπωρείας προς συνάντησιν του εχθρού, τον οποίον ενόμιζεν πολύ μακρυά. Αλλά ό εχθρός εβάδιζε από πάνω τους, στην κορυφογραμμή. Πήγαινε για να καταλάβη την δίοδο. Και αρχίζει αιφνιδιαστικά να βάλη κατά του Ελληνικού στρατού.
Οι αξιωματικοί, παλληκάρια όλοι τους, αρπάζουν μόνοι τους τα οπλοπολυβόλα και ορμούν κατά του εχθρού. Σκοτώνονται δυστυχώς, με πρώτον τον Χόρμοφα, τον λοχαγό και έτσι μένουν ακέφαλοι οι Έλληνες.
Αι! λοιπόν, στην κρίσιμη αυτή στιγμή εμφανίζεται ο τσολιάς Γιώργος Γαϊτάνης. Αυτός με την αξιοθαύμαστη πρωτοβουλία του σώζει την κατάστασιν.
Ήταν από ένα χωριό της Ορεινής Τριχωνίδος, την Ανάληψι. Ήταν συγχωριανός μου και γι’ αυτό τον εγνώριζα από μικρόν καλά.
Τσοπάνος ήταν και ως άξεστον τον είχαν όλοι. Αυτός όμως μέσα του έκρυβε ηρωϊκή καρδιά. Ό δάσκαλός του δεν ήταν από εκείνους «τους προοδευτικούς που δεν θέλουν θρησκεία και πατρίδα στα παιδιά μας». Του είχε εμπνεύσει την φιλοπατρία. Και τώρα, που κινδυνεύει η πατρίδα και οι σφαίρες πέφτουν τριγύρω του βροχή, αρπάζει ένα οπλοπολυβόλο. Κάνει το σταυρό του. Σηκώνει το κεφάλι ψηλά. Κυττάζει τριγύρω. Φυσομανάει σαν μανιασμένο λιοντάρι και φωνάζει με φωνή Αίαντος:
—Ο λουχαγός ορέ που είναι ο λουχαγός;
O λοχαγεύων, ένας έφεδρος απειροπόλεμος, είχε προφυλαχθή, προς στιγμήν, ανάμεσα σε δύο πέτρες. Τον ανακαλύπτει.
—Ντροπή σου, ορέ. Τι καν’ς ιδώ ουρέ! Τι μ’ τάλιγες τότε στου Μισουλόγγι, στου πιδίου ασκήσιουν; Ιδώ σι θέλω. Αν είσι γ’ναίκα να φουρέσης φουστάνια. Κι’ αν είσαι άντρας, μπρουστά να πουλεμήσουμι.
Ο λοχαγός, από την ντροπή του, ώρμησε με το πιστόλι εναντίον των εχθρών. Οι ηρωϊκοί τσολιάδες, καίτοι ακέφαλοι, με την λόγχη τους μόνον και την φωνή «αέρα» απώθησαν τον εχθρό ως τις θέσεις των πυροβόλων του.
Επειδή όμως δεν είχαν αξιωματικούς και δεν είχαν ξαναδή πως ήσαν οι Ιταλοί, εκτυπώντο αναμεταξύ τους. Και επειδή επλησίασε κιόλας η νύχτα, επέστρεψαν για την αφετηρία τους.
Οι Ιταλοί όμως μόλις τους είδαν να υποχωρούν, τους πήραν από κοντά. Ήθελαν με κάθε θυσία, να καταλάβουν την στενωπόν. Και θα την κατελάμβανον ασφαλώς. Θα γινότουσαν τότε κύριοι της καταστάσεως, θα εχύνοντο στον κάμπο των Σουδένων, θα υπερφαλάγγιζαν το αμυνόμενο Καλπάκι. Θα έπεφτε η Ελλάδα! Αλλά τότε αλλοίμονο!...
Στην κρίσιμη αυτή στιγμή σώζει την κατάστασι ο Γιώργος. Αυτός δεν οπισθοχωρεί. Εκάθησε πίσω από ένα θάμνο με το οπλοπολυβόλο του. Ο εχθρός ήταν στα 300 μέτρα και ο αξιωματικός του λέει:
—Ρίξε τους και να φύγουμε.
Όχι, ιγώ θα κάτσου ιδώ, άπαντά.
Ο εχθρός επλησίασε στα 200 μέτρα και ο αξιωματικός, που δεν σκεφτόταν μόνο το Γιώργο, αλλά και το πολυβόλο, διότι είχαν ελάχιστα, του επαναλαμβάνει:
—Ρίξε τους σου λέγω και να πάμε. Θα μας πιάσουν.
—Ιγώ δεν φεύγου σύπα. Αν σκιάζισι συ άϊντε.
Ο εχθρός έφτασε στα 100 μέτρα και ό αξιωματικός, που αγκιστρώθηκε εκεί του τονίζει επίμονα:
—Ρίξε τους, μωρέ, και θα μας πιάσουν στα χέρια. Ακούς!
— Ορέ, συ μ’ γίνηκες απόψε τσάμικους ταμπάκος. Μι ξιφουρτώνισι σ’ λέου η όχι!
Οι Ιταλοί είναι στα 50 μέτρα. Ο αξιωματικός δεν ξέρει τι να κάνει με την ξεροκεφαλιά του Γιώργου.
—Βρε, για όνομα του Θεού, του λέγει, σιγανά, ρίξε τους. Μας έπιασαν. Τι κάθεσαι;
—Πάβς σ’ λέου, η δεν πάβς. Θα του γυρίσου του όπλου κατά σένα.
Ο τσολιάς είχε το σχέδιό του. Τους άφησε και ήλθαν στα 20 μέτρα. Και τότε τους έρριξε με την ψυχή του. Οι Ιταλοί δεν το επερίμεναν και «όπου φύγει — φύγει». Ενόμισαν, ότι βρέθηκαν προ επιτελικού σχεδίου του Ελληνικού Στρατηγείου. Και που να ήξεραν, ότι μόνος του ο Γιώργος!
Η αναχαίτησις αυτή έσωσε την κατάστασι. Διότι δεν κατώρθωσαν οι Ιταλοί να καταλάβουν την στενωπόν εκείνη τη νύχτα. Επρόλαβε δε στο μεταξύ, να διέλθη απ’ αυτήν το 2ον τάγμα, που ερχόταν για ενίσχυσι.
Κάμνει την επίθεσι στις 2 την νύχτα. Θεέ μου. Τι γιγαντομαχία ήταν εκείνη! Οι Ιταλοί αμύνοντο σκληρά, αλλά οι ηρωϊσμοί των Ελλήνων ήταν άφθαστοι. Οι αξιωματικοί μας δεν μπορούσαν να κρατήσουν τους τσολιάδες «Μη» τους έλεγαν. Αλλά αυτοί, σαν αέρινοι, πηδούσαν στα χαρακώματα των Ιταλών, που είχαν ανοίξει προχείρως. Ήσαν μανιασμένοι και ασυγκράτητοι, γιατί άδικα μας επιτέθηκαν και γιατί προσέβαλαν την μνήμη της Παναγίας μας, τορπιλίζοντας στην γιορτή της στην Τήνο, κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, την «Έλλη μας».
Ο Γιώργος έκανε θραύσι με το πολυβόλο του. Τον είδα την τέταρτη ημέρα, που εκόπασεν η μάχη. Ήταν, απ’ τους καπνούς της μάχης, κατάμαυρος, σαν αράπης και μόνο τα σπινθηροβόλα του μάτια γυάλιζαν.
—Θα τ’ς φάμε τ’ς κουκουρόφτερους —μου λέγει—.
Θα τ’ς πετάξουμε στ’ θάλασσα, για να μάθ’νι τι ιστί Έλληνες.
Μαχόμενος στην πρώτη πάντοτε γραμμή, έφθασε στο Τεπελένι. Σε μια μάχη όμως στο ύψωμα 1720 εν βλήμα όλμου του χτύπησε το σακκίδιο ανταλλακτικών και χώθηκε στην πλάτη του.
—Δοξασμένος νάσαι Θεούλη μ’ έλεγε, που χτύπ’ σι του σακκίδιου και κρύουσι κι’ κατόπι χτύπ’σι ιμένα. Γιατί θα με πάγινε στον τόπο.
O γιατρός του επέδεσε το τραύμα και τον έστελνε πίσω στο Νοσοκομείο.
— Γιατί μι στέλν’σ πίσου. Ιγώ δεν πάου πίσου. Θα κάτσου ιδώ να πολεμήσου.
— Θα πας να σου βγάλουν το βλήμα, του λέγει ό γιατρός.
—Ισύ δεν έχ’ς ένα σουγιά, να του ανοίξ’ς και να του βγάλ’ς και να πάου στη δουλειά μ’; Τι γιατρός μου ’σαι τότε;
—Βρε, είναι βαρύ το τραύμα. Θα πεθάνης! Το καταλαβαίνεις.
Ιδώ ήρθαμε να πολεμήσουμι για την πατρίδα δια να πεθάνουμι. Δεν ήρθαμι περίπατου, κι’ να πάμι πίσου!
—Τσακίσου, πήγαινε στο Νοσοκομείο, του λέγει ένας αξιωματικός, τον οποίον τον εσέβετο, δίνοντας του συγχρόνως στα πόδια μια - δυό με ένα μαστίγιο. Έτσι εδέησε να γυρίση στην Αθήνα. Καθ’ όλον το υπόλοιπον διάστημα του πολέμου ενοσηλεύετο στο Νοσοκομείο.
Όταν όμως στην κατάρρευσι του Μετώπου είδε Ιταλούς και Γερμανούς στην Ελλάδα, η σκασίλα του Γιώργου ήταν απερίγραπτη. Οικονόμησε τότε εν πολυβόλο και πολλές σφαίρες. Το έκρυψε στην κουφάλα ενός γέρικου πλατάνου και καραδοκούσε την ευκαιρία, να βγή στο κλαρί, για να πολεμήση τον κατακτητή.
Και να! Κάποτε ακούστηκε, ότι στο χωριό του θα περνούσε αντάρτικο. Ο Γιώργος πέταξε από την χαρά του. Δεν σκέφθηκε τα παιδιά του. Αποφάσισε να τους ακολουθήση, για να ελευθερώσουν την Πατρίδα. Ξετρύπωσε το πολυβόλο του και στην πλατεία της εκκλησίας, μόλις ήλθαν τους εχαιρέτησε, ρίχνοντας μια ριπή.
—Αδέλφια, τους είπε, καλώς ήρθατε. Σας παραδίνω τούτου του πολυβόλου. Του φύλαξα καλλίτερα κ’ απ’ τα παιδιά μ’.
Άκουσε εν συνεχεία τον λόγον του καπετάνιου και ήταν έτοιμος στο τέλος να τους ακολουθήση.
Κάποιες φράσεις όμως του λόγου, τον υποψίασαν τον Γιώργο.
— Τούτοι, είπε μέσα του, δεν έχ’νι καλό σκοπό. Δεν είναι καθαροί Έλληνες. Το ασθητήριό του τον ωδηγούσε να τους καταλάβη, ότι έκρυβαν άλλους σκοπούς, όπως απέδειξε κατόπιν η ιστορία του Ε.Α.Μ. και των Ελασιτών. Έτσι ο Γιώργος δεν τους ακολούθησε, έκλαιγε μόνον το πολυβόλο του.
Αυτός λοιπόν ο ήρωας, ο οποίος έσωσε την Ελλάδα και του οποίου η προτομή θα έπρεπε να κοσμή το Κοινοβούλιο των Ελλήνων, όχι μόνον παραμένει άγνωστος, αλλά ούτε μικράν σύνταξιν έλαβε, καθ’ ην στιγμήν πολλοί δειλοί και άνανδροι καταφέρνουν και συναταξιοδοτούνται πλουσιοπαρόχως.
Αλλ’ η Ελλάδα εφ’ όσον γεννά Κυνεγείρους και Αθ. Διάκους, και Γιώργηδες, δεν πεθαίνει. Κινδυνεύει μόνον από τους ρουσφετολόγους πολιντικάντηδες, που εμπορεύονται την εθνικοφροσύνη.
Φάσεις από την πρώτη μάχη
O εμπειροπόλεμος ταγματάρχης Καλφέτης, όλη την ημέρα ήτανε σκεπτικός και περίφροντις. Είχε λάβει μέρος παλαιά στην Μικρά Ασία, στο Καλε-γκρότο και τον Σαγγάριο. Και τώρα πάλι μπροστά για την υπεράσπισι της πατρίδος.
Στις δύο η ώρα την νύχτα έκανε τον σταυρό του και διέταξε την επίθεση, όπως είπαμε.
Εμένα μου ανέθεσε την ομάδα του Επιτελείου του. Και ως τοποθεσία ώρισε την θέσι κάτω από μία μεγάλη πέτρα.
Η μάχη άρχισε. Ήτανε πανσέληνος. Τα πυρά σφοδρά, λες και άνοιξε το φρέαρ της αβύσσου.
Οι Ιταλοί αμύνονταν με όλες τις δυνάμεις τους. Η κορυφογραμμή καιγότανε ολόκληρη. Έβαζαν εναντίον των Ελλήνων με όλα τα πυρά. Αραβίδες, όλμους, χειρομβοβίδες και τα κανόνια ξερνούσαν φωτιά και σίδερο.
Η νύχτα εκείνη ήταν νύχτα της Κολάσεως.
Όλα τα πυρά, όλες οι σφαίρες του εχθρού, χιλιάδες σφαίρες, συγκεντρώνονται, σφυρίζουν και περνούν πυκνά δίπλα μας. Τι δαιμονικό σφύριγμα έκαναν!
Ο βράχος είναι σωτήριος. Δεν ακούει κανείς τίποτε άλλο, παρά σφύριγμα των σφαιρών. Που να ξεμυτίσης!
Δίπλα μου είναι ο στρατιώτης Γ., ο λεγόμενος ψηλέας για το υπερβολικό ανάστημά του. Όλοι στο Μεσολόγγι λέγανε, ότι μόλις τον δούνε οι Ιταλοί θα τραπούνε σε φυγή.
Αυτός ήτανε πολύ βλάσφημος, αλλά τώρα απεδείχθη και τρομερά δειλός.
Ήτανε ριζωμένος στη βάσι του βράχου, σαν σκαντζόχοιρος. Η μύτη του χωμένη στο χώμα. Τώρα που να βλασφημήση! Τώρα τρέμοντας προσευχότανε συνεχώς. Παρακαλούσε την Παναγία λέγοντας:
—Παναγία μας βοήθα...Παναγία σώσε μας...
—Προσευχή σου λοχία, μου εφώναζε. Εσένα σ’ ακούει ό Θεός!
—Ξαναβλασφημάς; Τον ρώτησα.
—Ποτέ. Αχ Παναγιά μου να σωθούμε απόψε, είπε, αλλά και όλο μαζευότανε στη ρίζα του βράχου... σε μια στιγμή ακούγεται Ιταλικό πολυβόλο πίσω μας.
—Τα όπλα σας, λέγω να ριχτούμε πάνω επάνω τους. Θα μας πιάσουν στα χέρια αιχμαλώτους. Που να βγή ο ψηλέας!
Ευτυχώς το πολυβόλο σίγησε και δεν χρειάστηκε εξόρμησι. Σε λίγο αραίωναν τα πυρά. Και με ένα άλμα έφθασα στην ρίζα ενός δένδρου.
Ήτανε εκεί κιβώτια πυρομαχικών. Κοντά ήλθε και ένας λεπτοκαμωμένος τσολιάς.
—Πρέπει να τα ανοίξωμε, πρέπει να προωθηθούνε.
—Πως να τ’ ανοίξωμε; Δεν είχαμε εργαλεία. Βρέθηκε ευτυχώς μια μεγάλη σκαπάνη. Χτυπούσαμε να σπάσουμε Τα κιβώτια...Και αν ήταν χειροβομβίδες; Αλλά ποιος λογάριαζε Τότε ζωή! Ευτυχώς ήταν σφαίρες. Δυστυχώς δεν είχαμε ούτε ίδια όπλα. Οι στρατιώτες είχανε η Λέμπελ, η Μάουζερ η Μάλιγχερ. Η Ελλάς ήταν φτωχή. Μας έσωσε η λόγχη και η δύναμι του Θεού.
Να! ο επιλοχίας...Ήταν οκτώ το πρωΐ...
—Νικήσαμε τον ρωτούσα με αγωνία.
—Νικήσαμε, μας είπε με χαρά και συγκίνηση. Πυρομαχικά όμως στείλτε μας. Πρέπει να κρατήσουμε την μάχη. Όλοι μας σε σακκίδια και κουβέρτες, πηγαίναμε πυρομαχικά και παίρναμε τραυματίες στην πλάτη. Ένας ήτανε πολύ βαρύς. Παιδεύτηκα πολύ, όσο να τον πάω πίσω στο πρόχειρο ιατρείο.
Έβλεπες τα παλληκάρια, με τα σκισμένα χέρια, με πληγές, με αίματα, και λαβωματιές να υποφέρουν ψύχραιμα τον πόνο.
Και τους κουβαλούσαμε μέσα στο πρόχειρο χειρουργείο, που στεγάζονταν σε σπιτοκάλυβο. Αλλά σ’ ένα φορείο ήταν ένας σκεπασμένος σ’ όλο του το σώμα. Σηκώνω την κουβέρτα για να τον παρηγορήσω. Πω! Πω! Τι φρικτό και αποτρόπαιο θέαμα. ‚Ήταν ανοιγμένο το κεφάλι του και ήταν χωρίς εγκέφαλο...
Σκέπασα και αναστενάζοντας είπα
—Αχ μιαρέ σατανά, τι σπέρνεις στην ανθρωπότητα; «Αλλά γαρ ων επράξαμεν, απολαμβάνομεν».
 Για το Τεπελένι
Ξεκίνησα πάλι για το Μέτωπο στο Τεπελένι. Δεν προχώρησα μια ώρα και συνάντησα τα μεταγωγικά, που ερχόταν για τρόφιμα. Οι άνδρες μου είπανε να επιστρέψω και να φύγωμε μαζί. Θα είχα έτσι στην επιστροφή και ζώο στην διάθεσή μου.
Γύρισα λοιπόν και αφού ταχτοποιηθήκανε, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.
Βαδίσαμε αριστερά του ποταμού Δρίνου, στο δημόσιο δρόμο. Ήτανε βραδάκι. Για το δρόμο αυτό μας είχανε πή, ότι είναι ο καλύτερος και ότι υπάρχει γέφυρα.
Ο καιρός ήτανε πολύ άσχημος. Έκανε φοβερό κρύο και έρριχνε νερόχιονο, «δρολάπι».
Ύστερα από δίωρο πορεία, δεν βρέθηκε πουθενά γεφυράκι κι’ αναγκαστήκαμε να γυρίσωμε πάλι στο Αργυρόκαστρο. Θ’ ακολουθήσωμε τώρα άλλο δρόμο, να βρούμε την γέφυρα, για να φθάσωμε στο Λάμποβο. Ολονύκτιος πορεία. Ό δρόμος όμως ήτανε λασπώδης, τα ζώα με δυσκολία βγάζανε τα πόδια τους από τις λάσπες. Οι ημιονηγοί δεν βρίσκανε στερεό για να πατήσουν. Χωνότανε τα πόδια τους στις λάσπες. Εγώ επάνω στο μουλάρι τουρτούριζα. Τίναζα συνεχώς το χιόνι όμως ήτανε πολύ και χάσαμε τον δρόμο. Το σκοτάδι ήτανε πυκνό, αλλά φέγγιζε το παχύ στρώμα του χιονιού.
Μια έως δύο ώρες πριν ξημερώση, φθάσαμε στο Λάμποβο. Στο σημείο που πηγαίναμε, ήτανε σε 1100 μέτρα υψόμετρο.
Οι στρατιώτες ημιονηγοί μου είπαν να κατέβω, διότι ήταν κατήφορος και ό δρόμος είχε κρυσταλλώσει, από τα νερά που τρέχανε. Ένα γλύστρημα ήταν αρκετό να μας οδηγήση στο γκρεμό, στη χαράδρα.
Δοκίμασα να κατέβω, αλλά ήταν αδύνατο. Κατάλαβα, ότι δεν μπορούσα. Είχα κοκκαλιάσει. Χέρια, πόδια έμειναν ακίνητα.
Με κατεβάσανε με δυσκολία οι στρατιώτες και με την βοήθειά τους, υποβαστάζοντάς με, φθάσαμε σ’ ένα ακατοίκητο ερημόσπιτο. Πετάξανε ξύλα στη φωτιά και καθήσαμε σε απόστασι.. Υπήρχε κίνδυνος από την απότομη αλλαγή θερμοκρασίας...
Παρά τις τόσες όμως δυσκολίες η αποστολή, να πάμε τρόφιμα στους μαχομένους, εξετελέσθη.
Χριστούγεννα στο μέτωπο
Πλησιάζανε οι μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων. Αναμνήσεις περασμένων ημερών ζωντανών ζωντάνευαν μέσα μας. Χίλιες δυό σκέψεις και άπειροι λογισμοί...
Νηστέψαμε μια βδομάδα, για να νοιώσουμε την χαρά της μεγάλης γιορτής. Στο Λάμποβο δεν είχε παπά Κατέβηκα από βραδύς στην Κάργιαννη, δύο ώρες πορεία.
Παρακάλεσα τον Ταγματάρχη μου να επιστρέψω την επομένη. Ήθελα να λειτουργηθώ και να κοινωνήσω.
Στην Κάργιαννη έμεινα στον εφοδιασμό. Άφθονες ήτανε εκεί οι κονσέρβες και τα τυριά. Προτίμησα φυσικά την κουραμάνα...
Την νύχτα, που ξύπνησα, δεν άκουσα καμπάνα.
Έμεινα έτσι ξάγρυπνος. Έλεγα μέσα μου τις ευχές της Μεταλήψεως όσες γνώριζα απ’ έξω και σκεπτόμουνα:
—Γιατί αργεί η καμπάνα να σημάνη! Ανυπόμονος σηκώθηκα και πήγα στην Εκκλησία. Βρήκα εκεί μερικούς στρατιώτες, περιμένανε κι’ αυτοί λειτουργία. Εκεί έμεινα μέχρι τα ξημερώματα. Εψέλναμε όσοι τα καταφέρναμε, με χαρά:
«Χριστός γεννάται δοξάσατε»
Η εκκλησία τελικά δεν λειτουργήθηκε, γιατί δεν υπήρχε ιερεύς.
Πρωί - πρωί όμως ακούσαμε να κτυπάη η καμπάνα του γειτονικού χωριού. Κάναμε όλοι με ευλάβεια τον σταυρό μας. Η καμπάνα συνέχιζε να κτυπάη.
—Πηγαίνουνε παιδιά εκεί τους είπα.
—Ναι! είπαν όλοι με μια φωνή. Και ξεκινήσαμε. Όταν φθάσαμε στην Εκκλησία, βρήκαμε εκεί μερικούς Χριστιανούς συγκεντρωμένους. Δεν υπήρχε όμως ούτε εκεί παπάς. Εν τούτοις χτυπούσαν την καμπάνα για να νοιώσουν την μεγάλη γιορτή.
Τι λύπη να μείνω αλειτούργητος και ακοινώνητος τέτοια χρονιάρα μέρα!
Μας είπαν όμως οι χωρικοί, ότι παπά έχει να άλλο χωριό πιο ψηλά, το Ερίντι (Ειρήνη). Ξεκινήσαμε μερικοί και πήγαμε. Ήτανε όμως αργά. Είχε τελειώση η λειτουργία και ό ιερεύς έβγαινε από την Εκκλησία. Τον πλησιάσαμε και του είπαμε, πως θέλουμε να κοινωνήσωμε.
Θα σάς κοινωνήσω, παιδιά, από το άγιον Αρτοφόριον, είπεν ο ταπεινός Λευΐτης.
Γονατισμένοι στην ωραία πύλη, μέσα σε σιγή και κατάνυξι, ό ιερεύς μας κοινωνούσε:
«Μεταλαμβάνει ό δούλος του Θεού... Σώμα και Αίμα Χριστού εις άφεσίν σου αμαρτιών και ζωήν αιώνιον...»
Εκεί επήγα στον σιτιστή, στο μαγειρείο. Έβραζε κρέας .Ψωμί δεν υπήρχε, ούτε αλάτι για το κρέας. Το αλάτι εκεί ήτανε περιττή πολυτέλεια.
Ζητούσαμε αλάτι από τους κατοίκους, και μας απαντούσανε:
—Σκά μπρέ... Ντέν έχει...
Ο σιτιστής μου έδωσε μια ρέγγα κι’ έκανα Χριστούγεννα μ’ αυτήν. Με χαρά και αγαλλίασι, επέστρεψα στη γραμμή του πυρός. Είχα μέσα μου την χαρά, την πηγήν της χαράς, την θείαν Κοινωνία. Τι άλλο ήθελα;
 Η ψείρα
Χειρότερος εχθρός κι’ από τους Ιταλούς ήταν η ψείρα. Οι νεώτεροι αγνοούν το τρομερό αυτό βάσανο, διότι εξωντώθηκε χάρις στο αργότερα ανακαλυφθέν εντομοκτόνο, Ντί—ντί—ντί.
Υπέφερε ό στρατός πολύ, γιατί η ψείρα πληθυνότανε καταπληκτικά. Ρουφούσε το αίμα των στρατιωτών. Τους τυραννούσε, τους έκανε εξοντωτικό πόλεμο. Με τον καταπληκτικό πολλαπλασιασμό του που άφηνε τ’ αυγά στις ρίζες των μαλλιών, στα ρούχα, κ.λ.π., γινότανε μάστιγα των στρατιωτών. Ήταν ένας εχθρός ύπουλος, που σκότωνε την όρεξι και την υγεία. Και τις λίγες στιγμές ησυχίας τις έκανε μαρτύριο, μ’ ένα συνεχές ξύσιμο. Εισχωρούσε παντού...
Είχα κατέβη στον εφοδιασμό. Βλέπω έναν ημιονηγό, που ήταν έτοιμος να ξεκινήση. Έξυνε το μουστάκι του κι’ έφτυσε μ’ αποτροπιασμό.
— Τι κάνεις έτσι, Γρηγόρη; τον ρώτησα.
—Μα τι θες να κάνω; Παράγινε το κακό. Και στο μουστάκι ψείρε
Τα κρυοπαγήματα
Άλλος φοβερός και τρομερός εχθρός, που απεδεκάτισε το στράτευμα, ήταν τα κρυοπαγήματα.
Ο στρατιώτης ήταν υποχρεωμένος να έχη τα πόδια του μέσα στο χιόνι και το νερό. Το χιόνι δεν έλλειπε ποτέ, αλλά και μέσα στο αμπρί ήταν γεμάτο νερό. Και όταν λέμε αμπρί ήταν το χαράκωμα, δηλαδή ένα βαθύ χαντάκι. Εκεί μέσα λοιπόν, νερό και λάσπες γινόταν λασπολίμνη. Το κρύο αυτό περόνιαζε τα κόκκαλα. Παρ’ όλα όμως αυτά, εμπύρετα νοσήματα, πλευρίτιδες, πνευμονίες, δεν παρουσιαζότανε. Φύλαγε ο Θεός. Αλλά όλοι υποφέρανε από το τρομερό κρύο και πολλοί παθαίνανε κρυοπαγήματα.
Τα πόδια άρχιζαν να πρήζωνται. Κατόπιν προχωρούσαν τα κρυοπαγήματα σε βαρύτερες μορφές και όταν η κατάστασις γινότανε απελπιστική, τους έστελναν πίσω σε νοσοκομεία και εκεί σε πολλούς κόβανε αθρόως τα πόδια. Τι τρομερό πράγμα να μένη κανείς ανάπηρος για όλη του τη ζωή!
Μου έλεγε αργότερα γιατρός ενός στρατιωτικού νοσοκομείου:
—Δε φαντάζεστε την στεναχώρια μου, όταν ήμασταν υποχρεωμένοι να κόψωμε πόδια. Σκεφτόμουνα, ότι αυτό το μέλος, αυτή η χαρά της ζωής να βαδίζη, χανόταν οριστικώς. Αλλά ό πόλεμος είναι πόλεμος...
Ο γιατρός του Συντάγματος ήταν υποχρεωμένος, με την πρώτη εμφάνισι των κρυοπαγημάτων, να τους στέλνη στα νοσοκομεία, διότι μικρή αναβολή δύο—τριών ημερών, εσήμαινε ακρωτηριασμό. Οι αξιωματικοί όμως που βλέπανε την ανάγκη της αντιμετωπίσεως του εχθρού, διότι ό στρατός ήταν λίγος -βάθος μετώπου, ενός ανδρός— και το γεγονός ότι κάθε κένωσις θέσεων δεν μπορούσε ν’ αντικατασταθή με άλλον, επέμεναν να μείνουν οι στρατιώτες στη γραμμή μέχρι τέλους.
Η διαφωνία διοικητών και γιατρών έφθανε πολλές φορές στο απροχώρητο.
—Μου διαλύεις το Σύνταγμα! έλεγε ο Διοικητής στο γιατρό.
—Μην επεμβαίνεις στα καθήκοντά μου! υπεστήριζε ό γιατρός.
Για την περιστολή του κακού γινότανε μεγάλες προσπάθειες. Όλος ό Ελληνισμός, αγωνιζόταν να ζεστάνη τους ξεπαγιασμένους φρουρούς της πατρίδος Έστελναν κάπες, μάλλινες κάλτσες πουλόβερ, φανέλλες και πλεκτά γενικώς.
Χιλιάδες Ελληνίδες έπλεκαν μερόνυχτα για να ανακουφίσουν τους γενναίους μαχητές. Τι να κάναμε όμως τα πλεκτά. Αυτά μόνα τους δεν αρκούσαν. Εχρειάζοντο άρβυλα και άρβυλα δεν υπήρχαν. Εκείνα, που είχαμε από την αρχή, είχαν φθαρή. Είχαν λύωσει και τα πόδια μας κολυμπούσαν στα χιόνια και στα νερά. Τα δικά μου είχαν ολότελα διαλυθή.
Ένας αξιωματικός μου έδωσε ένα ζευγάρι παληά δικά του, για να γλυτώσω τα κρυοπαγήματα. Δυστυχώς ήταν μικρότερα από το νούμερό μου. Όταν όμως κατέβηκα στα Γιάννενα, αγόρασα ένα ζευγάρι, κι’ έτσι γλύτωσα από τα κρυοπαγήματα.
O δειλός ήρωας
O ι Έλληνες κατείχαν τις πλαγιές του όρους. Την κορυφή την ελέγχανε οι Ιταλοί. Η κορυφή αυτή όμως έπρεπε να καταληφθή.
Τότε ο λοχαγός Κρανιάς απεφάσισε να το καταλάβη με λίγες θυσίες.
Βρήκε ένα ντόπιο οδηγό, ζήτησε και τρεις στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον γράφοντα. Σκοπός μας ήτανε να πάμε από το πίσω μέρος και να τους αιφνιδιάσωμε, οπότε θα εγκατέλειπαν τις θέσεις τους και θα έπεφτε το ύψωμα. Διαταγή όμως του Επιτελείου να γίνη επίθεσις κατά μέτωπον, αμέσως σταμάτησε το επιχείρημα.
Χαράματα μετά την προπαρασκευή του πυροβολικού, έγινε θυελλώδης επίθεσις. Πολλοί νεκροί πέσανε στο πεδίο της μάχης. Πάντως το ύψωμα 1720 κατελήφη. Η θυσία είχε δώσει την νίκη.
Ο λοχαγός Ταβουλάρης, γενναιότατος αξιωματικός (αργότερα στο συμμοριτοπόλεμο, έγινε ολοκαύτωμα στο Σκρά, αφού με τους άνδρες έκανε γενναία επίθεσι, απώθησε τον εχθρό από τις θέσεις του.
Μετά την σταθεροποίησι στις νέες θέσεις, γύρισε πίσω στις σκηνές για να ιδή, αν όλοι οι στρατιώτες πήραν μέρος στην εξόρμησι. Βρήκε έναν στη σκηνή του, που είχε γίνει επίορκος. Τον πήρε η εντροπή από τις φωνές του λοχαγού κι’ έτρεξε να πάρη θέσι. Πέρασε όμως από τα χαρακώματα που είχανε προηγουμένως οι Ιταλοί.
Μέσα σ’ ένα χαράκωμα ήταν μια ομάδα Ιταλών, που είχαν ξεμείνει και λουφάζανε φοβισμένοι. Ο Γιάννης φοβάται το θεριό και το θεριό το Γιάννη λέει η παροιμία.
Ο δειλότερος Έλληνας, έγινε ό ηρωϊκώτερος των Ιταλών. Κρατώντας την ξιφολόγχη του, τους έκανε νεύμα να εξέλθουν. Εκείνοι πετάξανε τα όπλα και βγήκανε έξω. Τους ωδήγησε στις ελληνικές θέσεις και πίσω στη διοίκησι. Είχε δε την αξίωσι να τους φέρη ο ίδιος στην Αθήνα.
Οι άπονοι
Βραδάκι, σούρουπο, φθάσαμε πεζοπορώντας στο Πρωτόπαπα. Ήταν αγριεμένος ο καιρός, απειλούσε βροχή. Πως να ξενυχτήσω έξω με τέτοιον πυρετό και πλευρίτιδα;
Εμπήκα σ’ ένα σπίτι. Στο βάθος έκαιγε πλούσιο το τζάκι και γύρω καθότανε η οικογένεια με μερικούς γείτονες. Τους παρακάλεσα να μείνω κάπου, έστω και προς την πόρτα, αλλά κάτω από στέγη, γιατί ήταν ανάγκη. Ήμουνα πολύ άρρωστος πλέον.
Δυστυχώς μου αρνήθηκαν. Τους είπα, ότι δεν ζητάω τίποτε. Ούτε ρούχα, ούτε ψωμί, παρά μόνο να κοιμηθώ κάτω από στέγη.
Και πάλι όμως στάθηκε αδύνατο. Φανήκανε σκληροί. Ήταν παράξενο... δεν το περίμενα... Και όμως είχε μια εξήγησι.
Προπολεμικώς στα μέρη εκείνα ήταν ένας γιατρός, με υλιστικές, μαρξιστικές ιδέες και τους είχε κάνει μεγάλη ζημιά. Τους είχε νεκρώσει τον ανθρωπισμό. Τους είχε ξεράνει την πίστι, και τους είχε αφανίσει τον πατριωτισμό. Ήταν όμως αυτό μια, ίσως μοναδική, περίπτωσις. Διότι γενικώς, όλα τα Ελληνικά σπίτια ήταν ορθάνοιχτα, για τον στρατόν μας. Ήταν συγκινητικές οι εκδηλώσεις και οι περιποιήσεις απ’ όπου περνούσε ο στρατός και ιδίως κατά την οπισθοχώρηση. Τους φιλοξενούσαν, τους έπλεναν τα ρούχα, τους δίνανε να φάνε και να πιούν. Στεκότανε στους δρόμους και μοιράζανε ψωμί, τυρί, νερό, καπνό για τσιγάρα, και ο,τι είχανε για φαγητό στους διερχομένους στρατιώτες.
Το παράπονο της γερόντισσας
Θα αναφέρω κι’ άλλη περίπτωσι, που οι στρατιώτες δεν βρήκανε φιλοξενία. Η οποία όμως έγινε από υπερβολικό πατριωτισμό και άγνοια των συνθηκών του πολέμου.
Βαδίζοντες πολλές ημέρες από βουνό σε βουνό, περάσαμε τα Γιάννενα, κατεβήκαμε στα βουνά του Βάλτου και η πορεία μας γινότανε κάτω από δραματικές συνθήκες, πείνα, κούρασι, αϋπνία.
Περάσαμε εν συνεχεία από το ιστορικό Μοναστήρι της Τατάρνας. Ο καλός καλόγηρος, μου έδωσε ένα πρόσφορο και 5 αυγά. Αυτά είχε όλα—όλα...
Το βράδυ έφθασα και τους άλλους, ανάψαμε φωτιά, ψήσαμε τ’ αυγά. Μοιραστήκαμε αυγά και πρόσφορο και δειπνήσαμε έτσι με μισό αυγό ό καθένας.
Ενός στρατιώτη είχαν διαλυθή τελείως τα άρβυλά του. Βάδιζε ξυπόλυτος. Τα πόδια του ήταν ματωμένα. Του δώσανε οι άλλοι ένα ζώο, χωρίς σαμάρι. Αλλά η ράχη του ζώου από την αδυναμία, ήταν σαν κοφτερή σανίδα. Σε λίγο ήταν αδύνατο να σταθή εκεί επάνω. Έκανε μια προσπάθεια ακόμη. Καβαλίκεψε ανάποδα. Δηλαδή κοίταζε πλέον πίσω, προς την ουρά του ζώου.
Έτσι, γράφοντας κι’ εμείς μια μικρή Οδύσσεια, φθάσαμε στα σύνορα του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, στον τόπο μας στην ιδιαίτερη πατρίδα μας.
Μας ήρθε όρεξι να φωνάξουμε με συγκίνησι και λαχτάρα τα ονόματα των χωριών μας, όπως οι μύριοι του Ξενοφώντος το «Θάλαττα, Θάλαττα» στην δραματική πορεία του γυρισμού τους στην πατρίδα.
Το πρώτο χωριό που συναντήσαμε ήταν ο Άγιος Βλάσιος της ορεινής Τριχωνίδος. Εκεί σταματήσαμε. Είπα στους άνδρες να βγουν, μήπως βρουν τρόφιμα. Πήγανε παντού, αλλά γύρισαν άπρακτοι. Η πείνα είχε αρχίσει να μαστίζη και τα χωριά. Δεν έβρισκες τίποτε.
Στην προσπάθεια να βρουν κάτι, πήγαν σε μια γερόντισσα, πολύ προχωρημένης ηλικίας και της ζητήσανε ψωμί. Εκείνη τους έδιωξε νευριασμένη και αγανακτισμένη λέγοντας:
—Παλαιόπαιδα, αφήσατε τους Ιταλούς και μπήκανε στην Πρέβεζα. Και τώρα μου θέλετε και ψωμί!
Δεν μας κακοφάνηκε, γιατί τα λόγια της τα έλεγε από αγάπη, για την πατρίδα. Δεν ήθελε ποτέ ν’ ακούση την λέξιν σκλαβιά. Και ακόμη γιατί δεν ήξερε, πως ο λίγος στρατός μας πάλαιψε με δύο αυτοκρατορίες και ουσιαστικά νίκησε. Και η νίκη ήταν μεγάλη. Η νίκη είχε κερδιθή για όλον τον ελεύθερον κόσμο και υπερέβαινε ίσως και τις ιστορικές νίκες του Ελληνισμού, όπως της Σαλαμίνος και του Μαραθώνος
Και αν χρειάστηκε να σταματήση για λίγο ο πόλεμος, αυτό έγινε για να ανασυντάξη ο Ελληνισμός τις δυνάμεις του, να δεθή πιο σφιχτά και πιο άρρηκτα και να συνεχίση τον απελευθερωτικό αγώνα με πλατύτερο μέτωπο, που άρχιζε από την σκλαβωμένη Ελλάδα, στην Μέση ανατολή και έφθανε στην Αφρική.
«Ίνα τι καθείλες φραγμόν αυτής»
Ένα βράδυ πεζοπορούσα και έφθασα τις πρωϊνές ώρες στο χωριό μου. Μόλις είχε βαρέσει ο ανοιξιάτικος ήλιος. Τέτοια ώρα ξεκινούσαμε προ εξαμήνου για το μέτωπο. Το πρώτο πρόσωπο, που χαιρέτισα, ήταν μια συγγενής μου. Την χαιρέτισα αλλά δεν με γνώρισε.
Είχα σκελετωθή από την ταλαιπωρία και τις κακουχίες. Τα μάτια μου είχαν χωθή μέσα στις κόγχες. Το πρόσωπό μου είχε στεγνώσει. Εβδομάδες ολόκληρες είχα να ξυριστώ. Και πάνω απ’ όλα μ’ είχε λυώσει ο πυρετός της πλευρίτιδος.
Την άλλη μέρα ήταν Κυριακή. Όλοι οι κάτοικοι και όλοι όσοι είχαν επιστρέψει από το μέτωπο, βρεθήκαμε στην Εκκλησία, στην θεία Λειτουργία. Λείπανε μονάχα οι γενναίοι μας συγχωριανοί, που τους βρήκε το βόλι του εχθρού στα βουνά της Αλβανίας.
Όταν ήλθε η κατάλληλη ώρα, ανέβηκα σιγά — σιγά τα σκαλιά του άμβωνα, για να κηρύξω τον θείο λόγο.
Θέμα του λόγου μου ήταν τα λόγια του ψαλμωδού, που έλεγαν:
«Ίνα τι καθείλες τον φραγμόν αυτής και τρυγώσι αυτήν, πάντες οι παρεπορευόμενοι την οδόν ύς εκ δρόμου κατέφαγεν αυτήν και μονιός άγριος κατενεμήσατο αυτήν».
Εμείς τους είπα δεν είμαστε εκείνοι, που διώξαμε τον εχθρό πέρα από τα σύνορα της Ελλάδος; Η Ελλάς δεν ήταν εκείνη, που έκανε τις πρωτοφανείς νίκες, για τις οποίες θαυμάζει ό κόσμος.
Γιατί τώρα Θεέ μου γκρέμισες τα οχυρά της Πατρίδος μας και μπήκανε μέσα οι εχθροί; Σαν αγριογούρουνα τώρα μας αρπάζουνε τα πράγματά μας και τρώνε το βιός μας. Μαύρες μέρες προσμένουμε αδέλφια. Αλλά να είμαστε αδελφωμένοι και κοντά στο Θεό. Ο Θεός αγαπάει την Ελλάδα και θα ελευθερωθούμε πάλι.
Συνέστησα μάλιστα να χαλάσουν τους δρόμους, ώστε να μην είναι εύκολο στους εχθρούς ν’ ανηφορίζουν οποιαδήποτε στιγμή με τα αυτοκίνητά τους και τις μηχανές τους και να τους μαζεύουν τα λίγα τρόφιμά τους.
Ιερά Σύναξις ευγνωμοσύνης
Την Πέμπτη όλοι, όσοι είχαμε γυρίσει ζωντανοί από το μέτωπο, από στρατιώτη μέχρι συνταγματάρχη, πήγαμε στο Μοναστήρι του Τιμ. Προδρόμου να λειτουργηθούμε.
Θέλαμε να ευχαριστήσωμε τον Θεόν, που γυρίσαμε ζωντανοί. Κτυπούσαμε το σήμαντρο του Μοναστηριού πρωΐ — πρωΐ. Σε λίγο είμασταν όλοι εκεί παρόντες. Ήμασταν 150 περίπου άνδρες. Ήταν μια συγκινητική ευχαριστήριος προσευχή. Ευχαριστούσαμε τον Θεό. Που μας είχε γλυτώσει. Μέσα η ψαλμωδία αναγάλλιαζε και ημέρωνε τις ψυχές μας. Έξω τα πουλιά κελαηδούσαν στα πανύψηλα και σκιερά δένδρα. Το αεράκι φύσαγε ανάλαφρα.
Και η προσευχή μας έκλεισε και με το μνημόσυνο των νεκρών του Μετώπου. Η φωνή του ιερέως καθαρή, κατανυκτική με συγκίνησι και ιεροπρέπεια, έλεγε:
—«Και των υπέρ πίστεως και πατρίδος αγωνισαμένων και ηρωϊκώς πεσόντων αδελφών ημών».
Κάναμε όλοι το σταυρό μας με μάτια νωτισμένα. Είχαμε χάσει φίλους, συγγενείς, συμπολεμιστάς, νέους, που πολεμήσαμε πλάϊ — πλάϊ. Κλαίγαμε για τα άγουρα νειάτα αδελφών μας, που είχαν θυσιαστή στο βωμό της πίστεως και της πατρίδος.
Εκείνη η λειτουργία ήταν και ένας όρκος, που δίναμε ενώπιον του Θεού, ότι θα παλεύαμε και πάλι για του Χριστού την Πίστι την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία.
Το πως παλαίψαμε στην μαύρη Κατοχή, και είμαστε σήμερα ελεύθεροι, αν μας αξιώση ό Θεός, θα το γράψουμε σε άλλο βιβλίο.
ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Θα κλείσουμε το βιβλίο μας τούτο με χαρακτηριστικά δείγματα της Πίστεως του Λαού και του Στρατού. Θα αναφερθούμε με λίγα λόγια στην βαθειά θρησκευτικότητα του Έθνους μας. Τούτο θα αποτελέση και τον Επίλογό μας.

Όπως αντιλαμβάνεσθε τα μέσα ήταν πενιχρά, η υπεροχή του εχθρού τεραστία. Και όμως οι Έλληνες ενίκησαν, εταπείνωσαν τον εχθρό.
Ο υπερφίαλος εχθρός με τα 8 εκατομμύρια λόγχες και την αεροπορία που θα «έκρυβε τον ήλιο», έπαθε τρομερή πανωλεθρία, ώστε δεν είχε που να κρύψη τα μούτρα του, από την ντροπή.
Ο Θεός συνέτριψε την υπερηφάνεια και τον εγωϊσμό. Κλόνισε εκ βάθρων την υλικήν υπεροχήν του Μουσολίνι.
Ο Θεός και η Υπέρμαχος Θεοτόκος, δώσανε την νας και του ηρωϊσμού, είναι οι παρακάτω επιστολές, που γραφτήκανε με παγωμένα χέρια στη φωτιά του πολέμου του Σαράντα.
Επίστευον ο ηγήτορές μας
1. Ο Βασιλεύς εις το διάγγελμά του έλεγεν: «Η Θεία Πρόνοια ως εκλεκτόν της λαόν μας εκάλεσε να αποδείξωμεν, αν είμεθα άξιοι της μεγάλης προγονικής κληρονομίας και ικανοί δια τα μεγάλα έργα του μέλλοντος». Και άλλοτε: «Με την βοήθειαν του Θεού, με την ευχήν της Παναγίας, με την δύναμιν και την θέλησιν του Έθνους, η Ελλάς, η αιωνία Ελλάς, θα ζήση και θα θριαμβεύση, ανταξία των μεγάλων μας προγόνων, ανταξία των ηρώων και των μαρτύρων μας».
2. Ο Πρωθυπουργός Μεταξάς εις το διάγγελμά του και αυτός έλεγε: «Να ευχαριστήσωμεν τον Ύψιστον με όλην μας την ψυχή, γιατί μας εδιάλεξεν υπερασπιστάς των πολυτιμοτέρων αγαθών, που έχει η ανθρωπότης και μας ύψωσεν από την ταπεινότητά μας εις σκεύος εκλογής».
«Πιστεύω, έλεγεν εις συνομιλητήν του, βαθύτατα εις τον Θεόν. Προσεύχομαι εις τα δυσκόλους στιγμάς με κατάνυξιν. Και ήμουν από εκείνην την νύκτα της 28ης Οκτωβρίου — βέβαιος, ότι ο Θεός και η Παναγία δεν ημπορούσαν, παρά να βοηθήσουν έναν αγώνα τόσον Τίμιον, τόσον δίκαιον, όσον ό ιδικός μας».
3. Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος: «Το σχήμα, ένεκα του επιβληθέντος εις την χώραν ημών πολέμου μιμείται χειμερινήν και ζοφώδη ημέραν, καλεί δε ημάς πάντας, ίνα υψώσωμεν υπεράνω του πέριξ ημών μαινομένου χειμώνος και ανδροφόνου κλύδωνος και σταθώμεν επάνω εις την πέτραν της πίστεως, ατενίζοντες προς τον Χριστόν, μόνον δυνάμενον να επιτιμήση τοις ανέμοις και τη θαλάσση και να σκορπίση τα ζοφερά νερά και να αποδώση εις ημάς και τον κόσμον την ειρήνην και το φως».
4. Ο Λαός όλος κατέφυγεν εις τους Ναούς, έκαμε λειτουργίας και παρακλήσεις εις τον Θεόν και την Παναγίαν δια τους μαχομένους. Εικόνες, Ευαγγέλια, Σταυρούς έβαζαν εις τις Τσέπες των στρατιωτών.
5. Ο Αρχιστράτηγος Αλέξ. Παπάγος εις ημερησίαν διαταγήν του προς τους μαχομένους: «Ο Χριστός και η Παναγία θα είναι μαζί σας».
6. Το Επιτελείον του Στρατού εις το πρώτον ανακοινωθέν της 28ης έγραφε λακωνικώτατα: «Με την βοήθειαν του Θεού ό στρατός μας υπεράσπιζε το πάτριον έδαφος».
7. Οι αξιωματικοί εμπνέονται από την Πίστιν. Ιδού επιστολή πολεμιστού προς την μητέρα του: «Χθες, εορτήν του Αγίου Σπυρίδωνος, είχα την ευχαρίστησιν ν’ ακούσω κήρυγμα εκ μέρους ενός Ταγματάρχου. Μετά το Ευαγγέλιο μας είπε πρώτα για τον Καλόν Ποιμένα και εξέθεσε τον βίον του Αγίου. Κατόπιν μας ανέπτυξε το πως o Κύριος επέτρεψε να τιμωρηθούν μερικά κράτη, που απεμακρύνθησαν από Αυτόν».
Oι στρατιώται, τι να είπη κανείς δια την πίστιν και θρησκευτικότητα του στρατού! Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Κώστα. Άγνωστος, και ολιγογράμματος, μόνο στο δημοτικό σχολείο πήγε. Πήρε όμως από τον διδάσκαλό του την αγάπη προς την ορθοδοξίαν και την Πατρίδα.
— Θα πολεμήσωμε; Κώστα; του είπα, κάποτε στην αρχή.
— Αν θα πολεμήσωμε, ρωτάς; Τι θ’ αφήσωμ’ τ’ς βρωμοϊταλούς να μας ατιμάσν τ’ς μανάδες μας κι’ τ’ς αδελφάδες μας. Ορέ, τ’ Πάπα θα γίνουμι ημείς; Να φτάσουμι μονάχα κι’ θα τ’ς πάρ’ ου τάδις τούν πατέρα.
Αυτός ανέπτυξεν απαράμιλλον ηρωϊσμόν εις το Μέτωπον και εφονεύφθη από εχθρικήν οβίδα.
«Δόξα να έχη ο Θεός, γράφει υπαξιωματικός από την πρώτην γραμμήν του πυρός. Το διάχυτον συναδελφικόν πνεύμα και η εκδηλουμένη αγάπη εκ μέρους όλων αναπληρούν το περιβάλλον των αδελφών και οικείων μου».

Ο Ιωάννης Μεταξάς έλεγε προς ξένον ανταποκριτήν «Ο Θάνατος δι’ ημάς τους Ορθοδόξους Έλληνας είναι απλούν επεισόδιον».
Έγραψεν αξιωματικός των πρόσω: «Εάν είσθε εδώ, θα εθαυμάζατε τον ενθουσιασμόν των ανδρών τον αυτόματον, τον ηρωϊσμόν των, την αντοχήν των, την προθυμίαν των εις θυσίας και ταλαιπωρίας. Ουδεμία αντιλογία. Όλοι εργάζονται να φέρουν εις πέρας κοινόν σκοπόν ιερόν, τον οποίον αισθάνονται και οι πλέον αγράμματοι. Όλοι εμπνέονται από την συναίσθησιν, ότι έχουν επωμισθή την ευθύνην να προστατεύσουν την Ορθοδοξίαν. Είθε ο Κύριος να μας στεφανώση με τον στέφανο της Νίκης».

Ιατρός του στρατεύματος έγραψε: «Δεν ακούονται εδώ ύβρεις και βλασφημίαι. Ούτε αι μεγάλαι ηθικαί παρεκτροπαί που εσημειώνοντο άλλοτε».
«Στο κάθε βήμα εδώ επάνω —έγραψε στρατιώτης και το δημοσίευσεν εφημερίδα — νομίζει κανείς πως κάπου κοντά μας τριγυρίζει η Παναγία».
Άλλος αξιωματικός έγραψε: «από άκρον εις άκρον του Μετώπου εν Αλβανία κυριαρχεί πίστις βαθυτάτη προς τον Θεόν. Αναπέμπονται ικετήριοι προσευχαί προ πάσης μάχης και ευχαριστήριοι ύμνοι μετά πάσαν νίκην».
Έτερος πολεμιστής έγραψε: «Η πίστις του στρατού μας αυξάνει. Η αιτία είναι τα θαύματα, τα οποία γίνονται μπροστά μας. Τι να πή κανείς, ποιο να πρωτοδιηγηθής και ποιο ν’ αφήσης. Με γράμμα δεν μπορώ να τα παραστήσω...».


Απόσπασμα από το βιβλίο: Αρχιμ. Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου, Το θαύμα των Ελλήνων του Σαράντα, εκδ. «Ορθόδοξου Τύπου» Αθήνα Οκτώβριος 1974.
Σημείωση: ο πατέρας Χαράλαμπος υπηρετούσε τότε την Πατρίδα στο Σώμα του 39ου Συντάγματος των τσολιάδων της πρώτης γραμμής στην Αλβανία.

Η IP σου είναι

Sign by Danasoft - Get Your Free Sign

ΕΙΣΑΙ ΑΠΟ......

Βάλε προορισμό και δες την διαδρομή που διάλεξες

News

TV Online

Skype