Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Η κυρά του βράχου


Η κυρά του Βράχου
Για 64 χρόνια η Κατίνα Κάππου έζησε,
γέννησε, δημιούργησε στη Σαμιοπούλα


ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Πέτρος Στεφανής pstefanis@hotmail. com
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΗΓΗ: "ΤΑ ΝΕΑ on-line

«Όπως και να το κάνουμε, η μητέρα μου ήταν για περισσότερα από εξήντα χρόνια ο φύλακας της βραχονησίδας. Από το 2000 ήταν και η μοναδική μόνιμη κάτοικός της. Φρόντιζε να βρίσκεται πάντα στη θέση της η σημαία και δεν ήθελε να εγκαταλείψει με τίποτα αυτό το μικρό νησί, τη Σαμιοπούλα. Αλλά δυστυχώς την περασμένη Τρίτη μας άφησε, στα 87 της...».
Όσοι τη γνώριζαν την ταύτιζαν με τη θρυλική Κυρά της Ρω, την ηρωική Δέσποινα Αχλαδιώτη της Δωδεκανήσου.

Στη βορειοανατολική γωνιά του Αιγαίου, μία ώρα (εννέα μίλια) εν πλω από το Πυθαγόρειο της Σάμου, πάνω στη νησίδα Σαμιοπούλα και η Κατίνα Κάππου έγραψε τη δική της ιστορία πριν «φύγει» στις 23 του μήνα για να αναπαυθεί- πού αλλού;- στον τόπο που λάτρεψε. «Οι γονείς μου πρωτοήρθαν εδώ το 1945, μόλις παντρεύτηκαν. Η Σαμιοπούλα τότε ήταν μοναστηριακό νησί κι αρχικά το νοίκιασαν από τη Μονή της Μεγάλης Παναγίας μέχρι και το 1957, που παραχωρήθηκε στο κράτος με την προϋπόθεση να δοθεί σε ακτήμονες καλλιεργητές. Τότε όμως επρόκειτο απλώς για έναν βράχο, δεν υπήρχε σπίτι ή ζωή επάνω εδώ, πάρα μόνο κατσίκια που έβοσκαν ελεύθερα, γι΄ αυτό και το χαρακτήρισαν τελικά ως νησί κτηνοτροφικό. Άρχισαν να χτίζουν τοίχους, να καλλιεργούν όπου υπήρχαν μικρά κομμάτια γης, έβαλαν γύρω στα 160 δέντρα ελιές. Στην πορεία έχτισαν με τα χέρια τους και δύο πέτρινα σπιτάκια, αποθήκες και δεξαμενή. Αργότερα έχτισαν κι ένα ταβερνάκι για πρόχειρο φαγητό για όσους φτάνουν με τα καΐκια ώς εδώ, κυρίως τα καλοκαίρια...», λέει στα «ΝΕΑ» ο 56χρονος Βασίλης Κάππος, ο μικρότερος από τα τρία παιδιά του Τάσου και της Κατίνας. «Από τον καιρό που πέθανε ο πατέρας μου, πριν από εννέα χρόνια, κι έμεινε ολομόναχη εδώ και πάλι η μητέρα μου ήταν ξεκάθαρα αρνητική να έρθει να μείνει μαζί μας στο Πυθαγόρειο. “Εγώ δεν φεύγω, θέλω να ανάβω τα καντήλια της Αγίας Πελαγίας...”, έλεγε και πήγαινε κάθε πρωί στο αγαπημένο της, το πιο κοντινό από τα δύο, εκκλησάκι. Και βεβαίως φύλαγε ως κόρη οφθαλμού την υψωμένη σημαία...», προσθέτει. Τέλος εποχής... «Έφυγε μια άλλη εποχή! Τέσσερις άνθρωποι - οι γονείς μου, ο θείος μου Χριστόδουλος και η θεία Ευδοκία που έζησαν για χρόνια μαζί τους- ανέστησαν τα πάντα εκεί τριγύρω», λέει συγκινημένη η μία από τις δύο κόρες της «κυράς της Σαμιοπούλας», η 61χρονη Ειρήνη Καμπόσου που στα πρότυπα των γονιών της κατοικεί με την οικογένειά της επίσης σε ερημικό νησί, στα Λέβιθα, ανάμεσα σε Κυκλάδες και Δωδεκάνησα. «Με το ζόρι την πήραμε από ΄κει πριν από τέσσερις μήνες, γιατί είχε καταπονηθεί πια και δεν μπορούσε να περπατήσει. Και πάλι όμως ζητούσε επίμονα να επιστρέψει. Μόνο τα καλοκαίρια είχε παρέα, τα εγγόνια της και τους περαστικούς τουρίστες. Όλο τον χειμώνα έμενε σχεδόν μόνη της κατά καιρούς και για μέρες αποκομμένη», λέει η κ. Καμπόσου. «Τον αδερφό μου τον Βασίλη εκεί πάνω, στη Σαμιοπούλα, τον γέννησε χωρίς μαμή, με τη βοήθεια της γιαγιάς μας. Δεν μπορούσε να ταξιδέψει, Γενάρη μήνα, λόγω φουρτούνας».


ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ


Φρόντιζε να βρίσκεται πάντα στη θέση της η σημαία και δεν ήθελε να εγκαταλείψει με τίποτα αυτό το μικρό νησί, τη Σαμιοπούλα
Τη συνόδευσαν 5 καΐκια στο τελευταίο ταξίδι ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ τους συγγενείς και οι υπόλοιποι από τους λιγοστούς- ακόμα και στη Σάμο- που γνώριζαν για την επί εξίμισι δεκαετίες παρουσία της «γιαγιάς της Σαμιοπούλας» πάνω στην αιγαιοπελαγίτικη βραχονησίδα αναγνωρίζουν την ανιδιοτελή προσφορά και αφοσίωσή της στον τόπο της. «Τη θυμάμαι 62 χρόνια. Με τον χαμό της έκλεισε ένας κύκλος, μια ιστορία 70 χρόνων, ήταν η τελευταία των Μοϊκανών...», λέει ο ιερέας του χωριού Παγώνδας, Νικόλαος Σπάγος, ο οποίος βρέθηκε την περασμένη Πέμπτη στη Σαμιοπούλα για να απευθύνει το ύστατο χαίρε στην Κατίνα Κάππου. «Την τίμησε και ο Στρατός και ο ηγούμενος της Μεγάλης Παναγίας. Τέσσερα- πέντε καΐκια συνόδευσαν τη νεκρική πομπή εν πλω από το Πυθαγόρειο προς τη Σαμιοπούλα, ήταν κάτι το συγκινητικό. Της άξιζε όμως όλη αυτή η τιμητική τελετή, γιατί αγάπησε πολύ από μικρό κορίτσι το νησί όπου έμεινε. Δεν φοβόταν ούτε όποτε έβλεπε τα τουρκικά μαχητικά, στα 200-300 μέτρα από πάνω της, “έχω την Παναγία σύμμαχο...”, έλεγε. Αντιθέτως έδωσε ζωή, με τον σύζυγό της, σε ερείπια: ερχόταν κόσμος απ΄ όλη τη Σάμο στα πανηγύρια του μικρού αυτού νησιού, για να δουν τον κυρ Τάσο και την κυρά Κατίνα, ευγενέστατους, πάντα πρόθυμους να προσφέρουν καφεδάκι, ούζο και μεζέ κολιό. Για μας που τους ξέραμε, είναι μια απώλεια...», υποστηρίζει.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Η Αρτοκλασία κατά τον Εσπερινό του Θεολόγου στην Αποκάλυψη



Από τον Εσπερινό της εορτής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου
στο Σπήλαιο τη Αποκάλυψης

Η Λατρεία της Ορθοδοξίας


Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

π. Γεώργιος Μεταλληνός,
Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

H Χριστιανική Λατρεία

O Χριστιανισμός, ως Εκκλησία του Χριστού, εκ­φράστηκε από την ίδρυσή του, την ημέρα της Πεντη­κοστής, όχι μόνο ως διδασκαλία, αλλά και ως λα­τρεία, που κατέλαβε κεντρική θέση στη ζωή του. Η λατρεία αποδείχτηκε όχι μόνο ο τρόπος, που η Εκ­κλησία εξέφρασε τον βαθύτερο εαυτό της, αλλά και ως το κατ' εξοχήν μέσο διαμόρφωσης της πίστης και όλης συνολικά της ζωής της. Χωρίς να εξαντλείται στη λατρεία η ζωή της Εκκλησίας, μεταμορφώνεται ολόκληρη σε λατρεία του Τριαδικού Θεού, ως απόλυ­του κέντρου και κεφαλής της. Η εκκλησιαστική λατρεία είναι κατανοητή μόνο εν Χριστώ, στον όποιο γίνεται γνωστός ο Θεός (Ίω. 1, 18). Η πίστη στον Χριστό, ως Θεό και Σωτήρα, προηγείται της λατρείας Του. Ο Χριστός είναι αυτός, που διαφοροποιεί τη χριστιανική από κάθε άλλη λα­τρεία. Ο χριστοκεντρικός χαρατήρας της εκκλησια­στικής λατρείας τη διαχώρισε ριζικά όχι μόνο από την εθνική, αλλά και από την ιουδαϊκή λατρεία (βλ. Εβρ. κεφ. 9). Τα οποιαδήποτε εθνικά ή ιουδαϊκά τελε­τουργικά στοιχεία, που προσέλαβε η Εκκλησία, είναι δευτερεύοντα και περιφερειακά και δεν αλλοιώνουν τη λατρεία της. Ουσιαστικό στοιχείο της χριστιανικής λατρείας είναι η εσωτερικότητα η καρδιακή ευχαριστία και δοξολογία του Θεού για τις δωρεές Του. Γι' αυτό η χριστιανική λατρεία θεμελιώνεται στα όσα έπραξε ο Θεός για τον άνθρωπο και όχι στο τι μπορεί ο άνθρω­πος να πράξει, για να ευχαριστήσει τον Θεό και να Τον εξευμενίσει. Σκοπός της δεν είναι μία θρησκευτι­κή τελετουργία, αλλά η μέσω αυτής φανέρωση της Εκκλησίας ως «σώματος Χρίστου». Ο μόνος και α­ληθινός λειτουργός της Εκκλησίας είναι ο Ίησους Χριστός (Έβρ. 8, 2), ο οποίος στο πρόσωπό Του εισά­γει στην ιστορία ένα άλλο είδος ιερωσύνης. Οι όροι «ιερεύς», «θυσία», «ιερωσύνη» στην προς Εβραίους επιστολή, το πρώτο λειτουργιολογικό κείμενο της Εκκλησίας, συνδέονται αποκλειστικά με τον Χριστό, τον μόνο αυθεντικό Αρχιερέα, που προσέφερε και προσφέρει την τέλεια θυσία, δηλαδή τον εαυτό Του. Η θυσία Του στη λατρεία της Εκκλησίας είναι αναί­μακτη και πνευματική και ο Χριστός, τελικά, είναι «ό προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος» τη θυσία. Οι ιερείς της Εκκλησίας δεν θυσιάζουν, ό­πως στα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου, άλλά «δανείζουν» τη γλώσσα και τα χέρια τους στον Χρι­στό, για να τελέσει Αυτός τα πάντα (ι. Χρυσόστομος). Όλοι οι πιστοί, με το βάπτισμα και το χρίσμα τους, μετέχουν στην ιερωσύνη του Χρίστου, «παριστώντες τα σώματα αυτών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ»(Ρωμ. 12, 1). Η Λατρεία της Εκκλησίας συνιστά αποκάλυψη του τριπλού μυστηρίου της ζωής: του μυστηρίου του Θεού, του μυστηρίου του άνθρωπου και του μυστη­ρίου της κτίσεως, καθώς και της μεταξύ τους σχέσης. Στην Ορθόδοξη Λατρεία συντελείται η βίωση του νέ­ου «καιρού», που έχει «εισβάλει» στην ιστορία με την Ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού και προσφέρει τη δυνατότητα νίκης μας πάνω στην αμαρτία, στη φθορά και στο θάνατο. Ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη τάσ­σεται υπό την εξουσία του Χριστού και δοξάζει τον Τριαδικό Θεό, όπως τον δοξάζουν στον ουρανό οι Αγ­γελικές Δυνάμεις (Ήσ. 6, 1 έ.). Στη χριστιανική λατρεία πραγματοποιείται μία δι­πλή κίνηση: του ανθρώπου προς τον Θεό, που δέχεται την ευχαριστία και δοξολογία μας, και του Θεού προς τον άνθρωπο, που αγιάζεται από τη θεϊκή Χάρη. Εί­ναι ένας διάλογος μεταξύ Πλάστη και πλάσματος, συ­νάντηση του άνθρωπου με τον «Αληθινόν» (Α' Ίω. 5, 20), προσφορά της ύπαρξης στην πηγή της, κατά τον λειτουργικό λόγο: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Ο πι­στός ευχαριστεί τον Θεό για τη σωτηρία του και τις συνεχείς δωρεές του Θεού, «ύπερεκπερισσού ων αιτούμεθα». Προσφέρει στον Θεό «άρτον και οίνον» και λαμβάνει σώμα και αίμα Χριστού προσφέρει θυ­μίαμα και δέχεται άκτιστη Χάρη. Η λατρεία της Εκ­κλησίας δεν προσφέρεται στον Θεό, διότι ο Θεός την έχει ανάγκη, αλλά για τον ίδιο τον άνθρωπο, που δέ­χεται πολύ περισσότερα και σημαντικότερα από τα ό­σα προσφέρει. Η λατρεία τότε είναι εκκλησιαστική, όταν διατη­ρεί τον υπερκόσμιο και πνευματικό της χαρακτήρα και ελευθερώνει τον άνθρωπο, οδηγώντας τον στην τέλεια γνώση («επίγνωση») του Θεού (Έφεσ. 4, 13. 'Αποκ. 4, 10' 5, 6 κ.λπ.). Σκοπός της όμως δεν είναι να κατεβάσει τον ουρανό στη γή, αλλά να ανεβάσει στον ουρανό τον άνθρωπο και τον κόσμο. Δίνει τη δυνατό­τητα στον άνθρωπο και όλη την κτίση να «βαπτιστούν» να πεθάνουν και να αναστηθούν μέσα στη θεία Χάρη.

2. Λειτουργική Τάξη και Ιστορική Εξέλιξη

Η εκκλησιαστική λατρεία έχει την τάξη της, σύ­νολο δηλαδή τελετουργικών κανόνων, που τη διέ­πουν. «Τυπικόν» ονομάζεται το ειδικό λειτουργικό βι­βλίο, πού προσφέρει το διάγραμμα και τη δομή της λατρείας της Εκκλησίας, καθώς όρισαν οι άγιοι Πα­τέρες στο πέρασμα των αιώνων. Με την καθιερωμένη «τάξη» και τη λειτουργική ενότητα περιφρουρείται το ορθόδοξο φρόνημα, παρόλες τις περιπτωσιακές ανα­προσαρμογές και τοπικές ιδιαιτερότητες, τις φυσιολο­γικές δηλαδή εξελίξεις, που σημειώθηκαν στο παρελ­θόν, εμπλουτίζοντας τη λειτουργική πράξη, απο­κρούοντας διάφορες κακοδοξίες και καταπολεμώντας τις αιρέσεις. Η ανάπτυξη όμως της εκκλησιαστικής λατρείας έγινε οργανικά, με εσωτερική τάξη και συ­νοχή, χωρίς να διασπάται η ενότητα της. Τα νέα στοι­χεία μοιάζουν με κλαδιά ενός δένδρου, που απλώνον­ται χωρίς να εμποδίζουν την ομαλή ανάπτυξη του. Έτσι και στην Ορθοδοξία οι μεν σλαβόφωνες Εκκλη­σίες ακολουθούν την τάξη της «Ιεράς Μονής των Ιε­ροσολύμων» (του Αγίου Σάββα), ενώ οι ελληνόφωνες στηρίζονται, κατά κανόνα, στην τάξη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (Κωνσταντινουπόλεως), της Ιεράς Μονής Στουδίου. Η διαφορά αυτή στην τάξη δεν καταλύει την ενότητα της ορθόδοξης λατρείας. Η λειτουργική δομή είναι συγκεκριμένη και κοινή, ό­πως διαπιστώνεται στην τέλεση μιας διορθόδοξης Θείας Λειτουργίας. Ήδη στη χριστιανική αρχαιότητα είχαν προκύ­ψει διάφοροι λειτουργικοί τύποι (της Ανατολής: αλε­ξανδρινός, αντιοχειανός ή συριακός και βυζαντινός της Δύσεως: αφρικανικός, ρωμαϊκός, παλαιοϊσπανικός η μοζαραβικός, αμβροσιανός, παλαιογαλλικός, κελτικός κ.λπ.). Η απόκρουση των αιρέσεων, που α­νέκυψαν στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, συνέ­βαλε στην εμφάνιση των τοπικών διαφορών, μέσα σ' ένα πνεύμα ελευθερίας. Γι' αυτό οι λειτουργικοί τύποι βοηθούν στη διαπίστωση και διακρίβωση της λει­τουργικής εξέλιξης των τοπικών Εκκλησιών, αλλά και των αλληλεπιδράσεών τους στο πλαίσιο της ενό­τητας της ορθόδοξης πίστης. Σταθμό στην εξέλιξη της εκκλησιαστικής λατρείας αποτέλεσε η εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, με τον εγκαινιασμό της Κωνσταντινούπολης-Νέας Ρώμης (το 330), που άνοιξε νέες, κοσμογονικές προοπτικές. Η α­νάπτυξη σ' όλους τούς χώρους του εκκλησιαστικού βίου, έργο των Αγίων Πατέρων, είχε οργανική συνέ­χεια, χωρίς στο ελάχιστο να σημαίνει «πτώση» από τον «αρχέγονο Χριστιανισμό». Η μετά το 313 νίκη πά­νω στην ειδωλολατρία, γέννησε ένα πάγκοινο συναί­σθημα και μία θεολογία «νίκης» και θριάμβου, που διαπότισε και τις δομές της λατρείας. Η ανάπτυξή της συμβαδίζει με τη συνοδική διατύπωση του τριαδικοΰ δόγματος, την καλλιέργεια των θεολογικών γραμμά­των, την οργάνωση του μοναχισμού, την ανέγερση πλήθους Ναών κ.λπ. Με βραδύ, αλλά σταθερό ρυθμό, οι λατρειακές ιδιαιτερότητες περιορίζονται καί μορφο­ποιούνται οικουμενικά σχήματα, με βάση ένα σταθερό και αμετάβλητο πυρήνα, που αφομοιώνει και ενοποιεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Καρποί αυτών των εξελίξε­ων είναι οι μορφές της ναοδομίας, η ανάπτυξη των λει­τουργικών κύκλων (ημερήσιος, εβδομαδιαίος, ετή­σιος), η προσθήκη νέων Εορτών και Ακολουθιών. Οι ε­ξελίξεις αυτές ταξιθετούνται χρονολογικά ως εξής: οι αιώνες 4ος και 5ος διακρίνονται για τη μεγάλη λει­τουργική άνθηση και τις βαθειές τομές στη λατρεία στους 6ο καί 7ο αιώνες σταθεροποιούνται οι μορφές, τον 8ο και 9ο αιώνα συντελείται η τελική σύνθεση του «βυζαντινού τύπου», που μετά τον 14ο καί 15ο αιώνα (Ησυχασμός, Συμεών Θεσσαλονίκης) οδήγησε στη λειτουργική τάξη, που ισχύει και σήμερα. Η «βυζαντινή» σύνθεση της Εκκλησιαστικής Λατρείας επιτεύχθηκε διά του Μοναχισμού, που συνι­στά την αυθεντική συνέχεια της εκκλησιαστικής κοι­νωνίας και μόνιμη διασφάλιση της καθαρότητας και της μαρτυρίας του εκκλησιαστικού βίου. Ο Μοναχι­σμός διασώζει σε κάθε εποχή την εσχατολογική συ­νείδηση, αποτρέποντας την εκκοσμίκευση. Γι' αυτό η επίδραση του στην πορεία της Εκκλησίας αποδεικνύ­εται όχι μόνο καθοριστική, αλλά και ευεργετική. Ο Μοναχισμός ενσωμάτωσε τη λατρεία σην ά­σκηση του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προσευ­χή και καθιστώντας μέσω της «ευχής» όλη τη ζωή σε λατρεία. Ο Μοναχισμός καλλιέργησε και πλούτισε τη λατρευτική πράξη, προσφέροντας στην Εκκλησία τη λειτουργική τάξη και όλο σχεδόν τον υμνογραφικό, μουσικό, και καλλιτεχνικό πλούτο της. Μετά τη νίκη του Μοναχισμού και το τέλος της εικονομαχίας (9ος αιώνας) το μοναστικό τυπικό μετα­δόθηκε και στις κοσμικές ενορίες και η σύνθεση αυτή θα επικρατήσει τελικά, στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Στις Μονές καλλιεργήθηκαν τα κύρια δομικά στοιχεία της Ορθόδοξης λατρείας, η υμνογραφία (ποίηση) και η μουσική, και σ' αυτές βιώνεται ως σήμερα η αλή­θεια, ότι η λατρεία δεν είναι «κάτι» στη ζωή της Ορ­θοδοξίας, αλλά το κέντρο και η πηγή της ανακαίνι­σης και αγιασμού όλων των πτυχών της ζωής μας.

3. H Λατρεύουσα Κοινωνία

Η Ορθόδοξη Εκκλησία φανερώνεται ιστορικά ως λατρεύουσα κοινωνία. Ακόμη και ετερόδοξοι, ό­πως ο Erich Seeberg, κορυφαίος προτεστάντης θεολό­γος, την ονομάζουν "Θρησκεία της λατρείας στο έδα­φος του χριστιανισμού». Ο πιστός, μέσα στη λα­τρεία, μετέχει στον τρόπο υπάρξεως της Εκκλησίας του, η οποία αποβαίνει «πανήγυρις πρωτοτόκων», «οίκος εορταζόντων» και «αιωνίως ευφραινομένων», σε μια εσχατολογική πρόγευση της ουράνιας βασι­λείας. Η λατρεία της Εκκλησίας υπήρξε από την αρ­χή πράξη της κοινότητας, της τοπικής Εκκλησίας, και όχι των πιστών ως ατόμων. Το άτομο μέσα στη λατρεία γίνεται μέλος της εν Χριστώ κοινωνίας, στην οποία εισέρχεται με το βάπτισμά του, μετέχοντας στη ζωή μιας συγκεκριμένης τοπικής κοινότητας και όχι σε μια οικουμενική και γενικευμένη ιδέα περί χρι­στιανισμού. Στη λατρεία φανερώνεται το εκκλησια­στικό σώμα στην τοπική συγκρότησή του. Ακόμη και η «κατ' ιδίαν» προσευχή νοείται ορθόδοξα μέσα στην εκκλησιαστική κοινωνία, ώς προέκτασή της. Ι­διαίτερα η Θεία Ευχαριστία είναι το μυστήριο της Εκκλησίας ως σώματος και ο σκοπός της λειτουργι­κής πράξης. Η λατρεία της Εκκλησίας συνδέει τον πιστό δια­χρονικά με όλους τους Αγίους, και τους προαπελθόντας πιστούς και συγχρονικά με τους ζώντες εν Χριστώ αδελφούς του. Έτσι, και η Εκκλησία αποδεικνύεται στη λατρεία της «μία ποίμνη ανθρώπων και αγγέλων και μία βασιλεία» (ί. Χρυσόστομος). Αυτή την ενότη­τα της Εκκλησίας, με κέντρο τον Χριστό ως κεφαλή της, εικονίζει η «συστολή» των Τιμίων Δώρων μετά τη μετάληψη. Ο Λειτουργός «συστέλλει» (μαζεύει) μέσα στο Άγιο Ποτήριο, τον Αμνό-Χριστό, από τον οποίο έχουν κοινωνήσει κληρικοί καί λαϊκοί, την με­ρίδα της Θεοτόκου, των Αγγέλων και όλων των Α­γίων, των ζώντων και τεθνεώτων, με πρώτο τον Ε­πίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, που συνιστά το ο­ρατό κέντρο της (το αόρατο είναι ο Χριστός). Έτσι, το «ατομικό» σώμα του Χριστού ενώνεται, «ασύγχυτα και αδιαίρετα», με το «κοινωνικό» (συλλογικό) σώμα Του, τους πιστούς Του. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο εί­ναι συναγμένη η εν Χριστώ κοινωνία των Πιστών με τον Χριστό και μεταξύ τους. Ο Χριστός φανερώνεται, έτσι, ως το απόλυτο κέντρο και η Κεφαλή της Εκκλη­σίας, η Εκκλησία σώμα Χριστού και οι πιστοί, ζών­τες και κεκοιμημένοι, μέλη αυτού του σώματος.

4. Εκκλησιοποίηση των Μέσων

Η Εκκλησία μεταμορφώνει στη λατρεία της μεγέ­θη του παρόντος αιώνος σε πραγματικότητες της ου­ράνιας βασιλείας, άνανοηματοδοτώντας τη λειτουργία και αναφορά τους. Ένα από αυτά τα μεγέθη είναι: α) ο τόπος. Η λατρεία της Εκκλησίας αποσυνδέθηκε γρή­γορα από τον ιουδαϊκό Ναό και τη Συναγωγή. Η Θεία Ευχαριστία ετελείτο αρχικά σε ιδιωτικούς χώρους («κατ' οίκον») και η σύναξη των πιστών ονομάσθηκε «κατ' οίκον εκκλησία». Η Εκκλησία, αναπτυσσόμενη σε ελληνιστικό περιβάλλον, προσέλαβε τον ελληνικό όρο «εκκλησία», που και εδώ σημαίνει τη σύναξη του «δήμου» (λαού), αλλά με κέντρο και κεφαλή τον Χρι­στό. Η έννοια του ναού υποτάσσεται, αρχικά, στο γε­γονός της σύναξης των πιστών εν Χριστώ (Ίω. 4, 21). Ο διάκονος Στέφανος θα διακηρύξει, ότι «ο Ύψιστος ούκ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί» (Πραξ. 7, 48). Μετά το 313 (Διάταγμα των Μεδιολάνων) ο ναός θα α­ποκτήσει και χριστιανικά ιδιαίτερη σημασία. Ο Ναός, ως ο ιερός χώρος της συνάξεως, συνδέ­θηκε με την ιδέα του ουρανού επί της γης, αφού η λει­τουργία της Εκκλησίας είναι η «ανάληψη» των πι­στών στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο. Αυτό εκφράζει ένας ύμνος: «εν τω ναώ εστώτες της δόξης Σου, έν ουρανώ εστάναι νομίζομεν». Υπάρχει ειδική ακολουθία για την καθιέρωση του Ναού (Ακολουθία τών Εγκαινίων), που εκφράζει την περί του Ναού θεολογία της Εκκλησίας. Οι Ά­γιοι όλων των αιώνων δεν παύουν να διασώζουν τη συνείδηση του Στεφάνου, όπως λ.χ. ο ί. Χρυσόστομος (t 407): «Ο Χριστός ελθών πάσαν την οίκουμένην εξεκάθαρεν άπας τόπος ευκτήριον γέγονεν...». Ο να­ός, δηλαδή, διευκολύνει τη σύναξη, άλλ' αυτή δέν χά­νει ποτέ την ουράνια προοπτική της. Σε ένα «βυζαντινό» ναό, ο Παντοκράτορας του τρούλλου δίνει στον πιστό την αίσθηση ότι βρίσκεται κάτω από την πατρική εποπτεία του Θεού. Συνειδητο­ποιούνται, έτσι, οι λειτουργικές αντιθέσεις: κάτω-άνω, γή-ούρανός, κοσμικό-άγιο, θάνατος-ζωή, ενδοκοσμικό-υπερκόσμιο κ.λπ. Με τα μάτια των Αγίων, των «θεουμένων», βλέπουμε και εμείς το άκτιστο φώς της ουράνιας βασιλείας στη λειτουργία της Εκκλησίας μας. Κατά τα «εγκαίνια» του ναού τοποθετούνται άγια λείψανα μέσα στην Αγία Τράπεζα, για να είναι η λα­τρεία της Εκκλησίας μόνιμη αναφορά στην άκτιστη θεία Χάρη, που ενσκηνώνει στους Αγίους. Έτσι, στη Χάρη του Θεού θεμελιώνονται όλα τα μυστήρια και οι αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας, χωρίς να εξαρ­τώνται από την ηθική καθαρότητα του λειτουργού. Κάθε τι πού έχει σχέση με τη λειτουργία του ναού «καθιερώνεται» και αγιάζεται, τα ιερά σκεύη, τα ιερά άμφια, τα λειτουργικά βιβλία, οι εικόνες, καθιστάμε­να αγωγοί της θείας Χάρης.
β) Στη λατρεία της Εκκλησίας ανανοηματοδοτείται και ο χρόνος. Η νέα περί του χρόνου αντίληψη της Εκκλησίας κινείται στα όρια της χριστιανικής σωτηριολογίας. Ο χρόνος «εκκλησιοποιείται» με την υπέρβαση της «κυκλικής» έννοιας του (στον Ελληνι­σμό) και της «ευθύγραμμης» (στόν Ιουδαϊσμό). Σωτη­ρία, χριστιανικά, δέν είναι η φυγή από τον χρόνο και τον κόσμο, αλλά η νίκη πάνω στη δαιμονικότητα και το κακό του κόσμου, την ένοικούσα σ' αυτόν αμαρτία (Ίω. 17, 15). Ιστορία και χρόνος δεν καταργούνται, αλλά καινοτομούνται. Ο λειτουργικός χρόνος της Εκκλησίας δεν χάνει τη γραμμικότητα του, διότι έχει άρχή και τέλος, τό πλήρωμα του χρόνου (Γαλ. 6, 4), που συντελείται με τη σάρκωση του Θεού Λόγου. Ο χρόνος έλαβε αρχή από τον Θεό κατά τη δημιουργία και έχει «τέλος» τον Χριστό, που δίνει σε κάθε χρονική στιγμή σωτηριολογική σημασία («Ιδού νύν καιρός ευπρόσδεκτος, ι­δού νύν ημέρα σωτηρίας» (Β'Κορ. 6, 2). Με την εναν­θρώπηση του Λόγου του Θεού η ιστορία εισέρχεται στα έσχατα, διότι το «έσχατον» είναι ο Χριστός, μετά τη σάρκωση του οποίου «ουδέν καινόν» αναμένεται ι­στορικά, παρά μόνο η ολοκλήρωση του έσχατου με την δευτέρα Παρουσία Του. Ο Χριστός στη λατρεία είναι «ο πάλιν ερχόμενος» και ο «Εμμανουήλ», «ο Θεός μεθ' ημών» (Ματθ. 1, 23). Ο λειτουργικός χρόνος έχει και μία κατακόρυφη διάσταση, αφού ο Χριστός και η άκτιστη βασιλεία Του έρχονται «εκ των άνω», δείχνοντάς μας έτσι τον αιώνιο προορισμό μας («άνω σχώμεν τας καρδίας»). Ο λειτουργικός χρόνος της Εκκλησίας βιώνεται ως διαρκές παρόν της σωτηρίας. Στη λατρεία της Εκκλη­σίας συναιρούνται οι χρονικές διαστάσεις (παρελθόν, παρόν και μέλλον) σε ένα διαρκές παρόν της θείας πα­ρουσίας. Γι' αυτό είναι τόσο συχνές στη λειτουργική μας γλώσσα οι ενεστωτικές εκφράσεις: «σήμερον ο Χριστός γεννάται...», «σήμερον ο Χριστός βαπτίζεται έν Ιορδάνη», «σήμερον κρεμάται έπί ξύλου». Δεν εί­ναι απλή ιστορική μνήμη. «Ανάμνηση» λειτουργικά δεν σημαίνει διανοητική ανάκληση η ιστορική επα­νάληψη, διότι τα γεγονότα, που συνδέονται με τη σω­τηρία μας, συνέβησαν «έφ' άπαξ» και ισχύουν σωτηριολογικά «εις το διηνεκές». Στη λατρεία λαμβάνει χώρα η πνευματική επέκταση και παροντοποίησή τους, ώστε κάθε γενεά πιστών να μετέχει εξίσου στη σωστική Χάρη, που απορρέει από αυτά. Η λατρεία μας δεν θέλει να προκαλέσει μία πλατωνική νοσταλ­γία, αλλά να γεννήσει τη συνείδηση της επέκτασης στο μέλλον της βασιλείας του Θεού. Έτσι, η λατρεύουσα Εκκλησία συνθέτει τις δια­στάσεις του χρόνου, εντάσσοντάτες στο αιώνιο «νυν» της θείας παρουσίας. Η μνήμη του παρελθόν­τος γίνεται μνήμη «έν Χριστώ» και η ελπίς του μέλ­λοντος ελπίς «έν Χριστώ». Το μέλλον αποκτά υπόστα­ση, όπως και η «ζωή του μέλλοντος αιώνος» (Έβρ. 11, 1), όταν ο πιστός φθάσει στην αγιότητα, στην ένωση με την άκτιστη θεία Χάρη. Λειτουργικά μιλούμε για ανάμνηση του μέλλοντος, αφού όλα κινούνται πρός αυτό. Κάθε χρονική στιγμή μεταβάλλεται σε «καιρό» (δυνατότητα) σωτηρίας. Κατ' εξοχήν «καιρός» είναι η εορτή, λειτουργική «ανάμνηση» των δωρεών του Θεού και της φιλανθρωπίας Του. Η εορτή είναι η έκφραση της νοσταλγίας του ανθρώπου για το αιώνιο, που εν­σαρκώνουν οι τιμώμενοι Άγιοι και τα σωτηριολογικά γεγονότα. Οι εορτές της Εκκλησίας συνδέονται όχι με κάποιο μύθο, όπως στα ειδωλολατρικά μυστήρια, αλλά με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Ήδη τον α' αιώνα καθιερώθηκε η εορτή της Κυριακής, ως πρώτη ήμερα της αναδημιουργίας όλης της κτίσεως, η ημέρα της Ανάστασης. Η Θεία Ευχαριστία είναι η κορύφω­ση του εορτασμού της Εκκλησίας και κάθε μέρα είναι εκκλησιαστική γιορτή, αφού μπορεί να τελεσθεί κατ' αυτήν η Θ. Ευχαριστία.
γ) Η εκκλησιαστική λατρεία διακονεί, εξ άλλου, το μυστήριο του Λόγου σ' όλες τις πτυχές του.
Ο εκ­κλησιαστικός και λειτουργικός λόγος εκφράζεται ως ευχή-προσευχή, ανάγνωση των Γραφών, υμνωδία, κή­ρυγμα, θεία Ευχαριστία («κλάση του άρτου». Πραξ. 2, 42). Πρόκειται για διάφορες όψεις του ίδιου μυστη­ρίου. Σ' όλες αυτές τις λειτουργικές εκφράσεις προσ­φέρεται ο ίδιος Λόγος του Θεού με ειδικό κάθε φορά τρόπο. Ο Λόγος του Θεού συνάγει το σώμα Του, για να ενοικήσει σ' αυτό. Χωρίς τον θείο Λόγο το μυστή­ριο νοείται ώς μαγικό μέσο. Χωρίς το μυστήριο ο Λό­γος μεταβάλλεται σε άσαρκο δογματισμό ή θρησκευ­τική ιδεολογία. Τα αγιογραφικά αναγνώσματα, με πρώτο το Ψαλ­τήριο, είναι προσφορά της καταγραφής της αγιοπνευματικής εμπειρίας των Προφητών και των Αποστό­λων, που προυποθέτει την αποκάλυψη του Θεού (τον Λόγο του Θεού) μέσα στην καρδιά των Αγίων Του. Παλαιά και Καινή Διαθήκη αναγινώσκονται στην εκ­κλησιαστική σύναξη με βάση μια καθορισμένη από τους Αγίους Πατέρες μας τάξη. Όλο το εκκλησιαστι­κό σώμα μετέχει στη λειτουργική ανάγνωση της Ά­γιας Γραφής: η Αποστολική περικοπή διαβάζεται από λαικό, η Ευαγγελική από τον Διάκονο και το κήρυγμα γίνεται από τον Επίσκοπο ή τον Πρεσβύτερο. Η Γραφή διαβάζεται εκκλησιαστικά, όχι με τον συνήθη πεζό ή έντεχνο θεατρικό τρόπο, αλλά «λογαοιδικά» (λόγος και ώδή), δηλαδή ημίψαλτα. Μαρτυρείται, έ­τσι, ότι η Αγία Γραφή δεν είναι ένα οποιοδήποτε αν­θρώπινο βιβλίο, αλλά το διαρκές μήνυμα του Θεού μέσω των Αγίων Του στη σύναξη των πιστών Του. Το Ευαγγέλιο στην Εκκλησία είναι ιερό και τιμάται ιδιαίτερα, τοποθετούμενο στην Αγία Τράπεζα, προσκυνείται, θυμιάζεται και ευλογείται με αυτό ο λαός. Η «είσοδος» με τό Ευαγγέλιο δηλώνει την παρουσία του αναστάντος Χρίστου ανάμεσα μας. Το κήρυγμα, ως ερμηνεία και εμπέδωση του αγιογραφικού λόγου, επικαιροποιεί το μήνυμα της Γρα­φής στη λειτουργική σύναξη. Το λειτουργικό κήρυγ­μα επιμένει όχι στο «πώς έγιναν τα ευαγγελικά γεγο­νότα», αλλά στο «που αυτά οδηγούν». Η Αγία Γραφή ερμηνεύεται από την Εκκλησία στην Εκκλησία, σε άμεση σχέση με τον Χριστό και τους Αγίους, διότι μόνο με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος είναι δυ­νατή η κατανόηση και ερμηνεία της. Ό λειτουργικός όμως λόγος αρθρώνεται και ως α­πάντηση της σύναξης προς τον Θεό, με τη μορφή της ευχής και του ύμνου. Εύχογραφία και Υμνογραφία συνιστούν την καρδιά της εκκλησιαστικής λατρείας, αλλά και τη σημαντικότερη λογοτεχνική δημιουργία του Βυζαντίου-Ρωμανίας. Ο ποιητικός λόγος των ύ­μνων προσφέρει σπουδαίες δυνατότητες, ώστε να γίνεται το αποτελεσματικότερο μέσο για τη μυσταγωγία του εκκλησιαστικού σώματος, το όποιο βιώνει και ο­μολογεί την πίστη του «Λόγω πλέκον εκ λόγων μελωδίαν». Η υμνογραφία της Εκκλησίας γίνεται το ασί­γαστο στόμα της που ομολογεί την πίστη της σε ένα συνεχές και ευλογημένο τραγούδι Ορθοδοξίας.
δ) Στήν εκκλησιαστική λατρεία έκκλησιοποιειται και η τέχνη σ' όλες τις μορφές της.
Μόνο η γλυπτική για τόν πολύ γήινο χαρακτήρα της δεν έγινε δεκτή στην Ορξοδοξία. Η τέχνη γίνεται στη λατρεία θεολο­γική γλώσσα, διακονώντας την ευχαριστιακή βίωση της θεανθρώπινης κοινωνίας. Η λειτουργική τέχνη έ­χει κάλλος, τάξη, ρυθμό, μελωδία. Τα στοιχεία όμως αυτά γίνονται λειτουργικά-διακονικά, υπηρετώντας την οικοδομή του σώματος. Η αισθητική της λειτουρ­γικής τέχνης είναι πνευματική, αποσκοπώντας όχι στον εντυπωσιασμό, διότι δεν απευθύνεται στις αισθή­σεις, αφού φανερώνει «το θείον και άκτιστον κάλλος των αρετών του Χριστού». Γι' αυτό θαυματουργούν τα παράγωγα της Εκκλησιαστικής τέχνης, ώς π.χ. οι Ει­κόνες, διότι μετέχουν στην άκτιστη θεία δόξα (Χάρη), φανερώνοντας έτσι τη μετοχή στο Άκτιστο. Η τέχνη της εκκλησιαστικής λατρείας είναι τόσον «ωραία», ώ­στε να εκπληρώνει τον πνευματικό σκοπό της, τη δια­κονία της πίστεως. Γι' αυτό και είναι σταθερό στην Ορθοδοξία το αίτημα να διατηρεί η λειτουργική τέ­χνη την ομοουσιότητά της με το «δόγμα», την πίστη που διακονεί, για να είναι δυνατή η αδιάκοπη εκπλή­ρωση της πνευματικής αποστολής της. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην εκκλησιαστική-λειτουργική τέχνη και τη θρησκευτική. Η πρώτη εκ­φράζει το γεγονός της σωτηρίας, όπως ιστορικά συνέ­βη, ώς και τη συλλογική αποδοχή του από το έκκλη­σιαστικό σώμα. Η θρησκευτική τέχνη, αντίθετα, εκ­φράζει τα ατομικά συναισθήματα του καλλιτέχνη και συνιστά ατομική προσέγγιση του μυστηρίου. Γι' αυτό δεν γίνεται λειτουργική. Υπάρχει κάποια αντιστοιχία σ' αυτό με τη διαφορά δημοτικής και λόγιας ποίησης. Όπως σ' όλη τη λατρεία, έτσι και στα δημιουργήματα της εκκλησιαστικής τέχνης, είναι έντονη η σφραγίδα του μοναχικού κόσμου, της παραδοσιακότερης μερί­δας της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

5. Ή Λειτουργική Θεολογία

Η πίστη, ως φρόνημα εκκλησιαστικό και πιστό­τητα στον Σωτήρα Χριστό, αλλά και ώς διδασκαλία, είναι βασική και απαράβατη προυπόθεση της εκκλη­σιαστικής λατρείας. Είναι η κινητήρια δύναμη του λατρεύοντος πιστού, εκφραζόμενη με εξωτερικές ε­νέργειες και πράξεις, που συνιστούν το τελετουργικό της. Η λατρεία υλοποιεί την πίστη και την καθιστά ομαδικό γεγονός, ενώ συνάμα την συντηρεί και την αυξάνει, βοηθώντας στην εμβάθυνσή της. Η ορθόδοξη λατρεία είναι τριαδοκεντρική στη θεματική και τη δομή της. Από τον Τριαδικό Θεό πη­γάζει η δύναμη και η ελπίδα της. Η Εκκλησία ανα­πέμπει λειτουργικά «δόξαν τω Πατρί, και τω Υίώ, και τω Αγίω Πνεύματι». Η ευχαριστιακή αναφορά απευθύνεται στον Θεό-Πατέρα. Ο Υίός αποδέχεται την προσφερόμενη θυσία και αυτός, ώς ομοούσιος και σύνθρονος τω Πατρί και ο κεντρικός άξονας της. Αυτός είναι «ο προσφέρων καί προσφερόμενος και διαδιδόμενος», στη Θεία Ευ­χαριστία. Η εκκλησιαστική λατρεία είναι η συνέχεια του σωτηρίου έργου του Χριστού και ενσωματώνει το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Ο Χριστός είναι ο «εκκλησιαστής», που μας συνάγει στο σώμα Του και οι πιστοί οι «εκκλησιαζόμενοι», που μετέχουν στη λατρεία Του και δέχονται τη δόξα Του. Αυτός που με­ταλαμβάνει «αξίως» (Α' Κορ. 3, 16) αναδεικνύεται σε ναό του Χριστού και στην καρδιά του τελεσιουργείται το μυστήριο της Πίστεως. Η Εκκλησιαστική λατρεία όμως είναι εξ ίσου και Πνευματοκεντρική, διότι το Άγιο Πνεύμα είναι παρόν στη λατρεία, όπως η φωτεινή νεφέλη κατά τη Μεταμόρφωση (Ματθ. 17, 5), πού «επεσκίασε» τους Μαθητές και όλο το Όρος. Η αληθινή λατρεία της Ορθοδοξίας είναι η προσευχητική ενέργεια του Α­γίου Πνεύματος στην καρδιά του πιστού, όπως συμ­βαίνει στους Αγίους, τους αληθινούς λατρευτές του Θεού, διότι μετέχουν στην ουράνια λατρεία. Όλη η λατρεία είναι έργο του Αγίου Πνεύματος, που «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». Η προσευχή «Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αλη­θείας» εισάγει σε κάθε ακολουθία. Στη θεία λατρεία πραγματοποιείται «Πνεύματος Αγίου κοινωνία». Τα πάντα διέπει η άγιαστική δύνα­μη του Παρακλήτου. Στην κορύφωση του Μυστηρίου παρακαλούμε το Άγιο Πνεύμα να «έλθη εφ' ημάς» (τους λειτουργούς) και στα «άγια δώρα» (το ψωμί και το κρασί, αλλά και «επί πάντα τον λαόν» και να τελέ­σει την «πνευματική θυσία», μεταβάλλοντας τα προσ­φερόμενα δώρα σε Σώμα και Αίμα Χριστού και ενώ­νοντας όλους τους μετέχοντες εις το ένα σώμα. Η λατρεία της Εκκλησίας διακρίνεται για την παραδοσιακότητά της. Είναι ο δυναμικότερος φορέας της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Παράδοση στην Εκκλησία είναι η συνέχεια του χριστιανικού τρόπου ύπαρξης, της ζωής εν Αγίω Πνεύματι, που μπορεί να οδηγεί στο σκοπό της Εκκλησίας, τη θέωση του άν­θρωπου και τον αγιασμό της κτίσεως. Ο αληθινά πι­στός εμμένει στα στοιχεία εκείνα, που συνιστούν την αληθινή εκκλησιαστικότητα. Αυτό κυρίως είναι η Πί­στη: Το να μένει κανείς πιστός και αμετακίνητος στο θέλημα του Θεού και την παράδοση των Αγίων. Η παραδοσιακότητά της εκκλησιαστικής λατρείας είναι κριτήριο της γνησιότητάς της. Συντελεί δε και στη διακράτηση της ενότητας των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, διαχρονικά και συγχρονικά. Τα λειτουργικά κείμενα προσφέρουν την λειτουρ­γική Θεολογία, που συνιστά σαφή έκφραση του εκ­κλησιαστικού δόγματος. Γι' αυτό η λατρεία γίνεται «διδακτήριον ευσέβειας», που διδάσκει την πίστη, βοηθούμενη σ' αυτό με τα μέσα της τέχνης, και μάλι­στα την εικονογραφία, το «γλωττοφόρον βιβλίον» της Εκκλησίας, κατά τον άγιο Ί. Δαμασκηνό. Η Όρθόδο­ξη Λατρεία σ' όλους τους αιώνες διαμορφώνει το φρό­νημα των πιστών, όπως φαίνεται σε πρόσωπα φιλακόλουθα, όπως ο Ί. Μακρυγιάννης ή ο 'Αλ. Παπαδια­μάντης. Η σχέση του πιστού με τη λατρεία είναι δεί­κτης της εκκλησιαστικότητάς του. Ευνόητο, συνεπώς, είναι ότι μπορεί να γίνει λόγος για ορθόδοξη και μη ορθόδοξη λατρεία. Διότι αυτό, που συνιστά την ορθοδοξία της λατρείας δεν είναι οι απρόσωπες δομές, άλλά η πίστη, που αυτές ενσαρκώ­νουν. Από την αρχαιότητα η ομολογία της πίστεως συνδέθηκε άμεσα με τη λατρεία. Η λατρεία μένει στους αιώνες κήρυγμα αληθείας, που προβάλλεται στα πρόσωπα των Άγιων και με την «ανάμνηση» των σωτηριωδών γεγονότων της Παλαιάς και Καινής Διαθή­κης. Η εκκλησιαστική όμως λατρεία πέρα από το κή­ρυγμα της πίστης, συμβάλλει και στην υπεράσπισή της, με την απόκρουση της αιρετικής πλάνης. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η εκκλησιαστική θεολογία διατυπώνεται συνήθως ως απάντηση στις αιρετικές προ­κλήσεις. Αυτό δείχνουν λ.χ. οι αφιερωμένες στους Α­γίους Πατέρες ή στις Οικουμενικές Συνόδους εορτές και οι ακολουθίες τους. Ο Εσπερινός και ο Όρθρος προσφέρουν τη θεολογία κάθε γιορτής ώς πνευματικό και θεολογικό οπλοστάσιο των πιστών. Ο φιλακόλουθος πιστός γίνεται πρακτικά θεολόγος της Εκκλησίας.

6. Η Λειτουργία

Η Θεία Λειτουργία είναι το επίκεντρο όλης της εκκλησιαστικής λατρείας και κορυφώνεται στη Θεία Ευχαριστία, το κέντρο της ζωής, της εμπειρίας και της συνειδήσεως των Ορθοδόξων. Κατά τον π. 'Αλ. Σμέμαν, μεγάλο λειτουργιολόγο της εποχής μας, «η Θεία Λειτουργία μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα ταξείδι η πορεία, που μας οδηγεί τελικά στον τελικό μας προ­ορισμό, στην οποία πορεία κάθε στάδιο είναι εξίσου σημαντικό». Η πορεία αυτή αρχίζει από την στιγμή, που οι πιστοί ξεκινούν από τα σπίτια τους για τη λει­τουργική σύναξη. Η σύναξη του σώματος είναι η πρώτη και βασική πράξη, που εισάγει τον πιστό στον καινούριο κόσμο, που εδραίωσε ο Θεός στην ιστορία, την Εκκλησία. Οι πιστοί προσέρχονται στο ναό, για να λειτουργηθούν και να λειτουργήσουν μαζί με όλους τους Αγίους και τους έν Χριστώ αδελφούς τους, ζώντες και τεθνεώτες. Αυτή η κίνηση κορυφώνεται με την «Μικρά Είσοδο», κατά την οποία, μαζί με τον Επίσκοπο, όλη η σύναξηεκκλησία πορεύεται προς το ουράνιο θυσιαστήριο. Δεν νοείται χριστιανός έξω από τη λειτουργική σύναξη. Σε περιόδους διωγμών οι χριστιανοί κινδύ­νευαν, για να λάβουν μέρος στη σύναξη της τοπικής τους κοινότητας. «Ανήκω στην Εκκλησία» σημαίνει: παίρνω μέρος στη λειτουργική σύναξη της. Διότι μέ­σω αυτής φανερώνεται στο «εδώ και τώρα» το εκκλη­σιαστικό σώμα. Είναι η «συναγωγή» του λαού του Θεοΰ, στην οποία μετέχουν, ως ένα σημείο, και οί κατηχούμενοι και οι μετανοούντες, και όχι κάποια «ε­λίτ» εκλεκτών. Οι πιστοί προσκομίζουν συνεχώς την αμαρτία τους στη Θεία Αγάπη, για να μεταμορφωθεί, μέσω της μετανοίας, σε αγιότητα. Γι' αυτό οι Άγιοι Πατέρες συνιστούν συχνή μετοχή στην λειτουργική σύναξη, διότι έτσι «καθαιρούνται αι δυνάμεις του Σα­τανά... έν τη ομονοία της πίστεως» (άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, 107). Στο α' μέρος της Λειτουργίας, ώς το τέλος των βι­βλικών αναγνωσμάτων, συμμετείχαν και οι κατηχούμενοι και γι' αυτό ονομάσθηκε «λειτουργία των Κατηχουμένων». Το υπόλοιπο μέρος ονομάζεται «λειτουρ­γία των πιστών» και περιέχει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, κύριος χαρακτήρας της οποίας είναι η θυσία. Η Ευχαριστία είναι θεοφάνεια και μεταβάλλει όλη την κτίση σε θεοφάνεια. Η Εκκλησία με τη Θεία Ευχαριστία προσφέρει την «αναίμακτον» θυσία της. Οι πιστοί προσφέρουν τα δώρα του Θεού («τα σα έκ τών σών Σοι προσφέρομεν»), ομολογώντας την αναξιότητα και την πνευματική φτώχεια τους («...ού γάρ έποιήσαμέν τι αγαθόν επί τής γης...»). Η μόνη δυνατή ανταπόκριση στις δωρεές τοΰ Θεού είναι η ε­κούσια αυτοπαράδοση στη Θεία Αγάπη. Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι μια προσευχή ή τε­λετή, όπως οι άλλες ακολουθίες. Είναι το μυστήριο της πραγματικής παρουσίας του Χριστού μαζί με την προσευχόμενη Εκκλησία Του. Είναι Ευχαριστία πρώτα του Χριστού και μετά γίνεται και δική μας. Διότι ο Χριστός, χωρίς να πάψει να είναι «ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος», είναι ταυτόχρονα και «ώδε (ε­δώ κάτω) ημίν αοράτως συνών». Κατά τον ί. Χρυσό­στομο, «οσάκις αν κοινωνή (ο πιστός) μετά καθαρού συνειδότος, Πάσχα επιτελεί... Ουδέν πλέον έχει το εν τω Πάσχα Μυστήριον του νύν τελουμένου». Μετα­λαμβάνοντας ο πιστός την «ανθρωπότητα» (ανθρώπι­νη φύση) του Χριστού, που είναι ενωμένη ασύγχυτα και αδιαίρετα με τη Θεότητά Του, δέχεται μέσα του τον όλο Χριστό, ενούμενος μαζί Του. Στη Θ. Ευχαριστία ζει το εκκλησιαστικό σώμα μία παρατεινόμενη Πεντηκοστή. Πεντηκοστή-Ευχαριστία-Σύνοδος συνδέονται στη ζωή της Εκκλησίας, με την πραγματική παρουσία του Χρίστου έν Αγίω Πνεύματι. Αυτό εκφράζει και η λειτουργική μας γλώσσα. Μιλούμε για «πνευματικά μυστήρια», «πνευματική θυσία», «πνευματική λατρεία», «πνευ­ματική τράπεζα», «πνευματικόν σώμα», «πνευματικήν βρώσιν και πόσιν» κ.λπ. Πνευματικά γίνονται όλα στη Θ. Λειτουργία όχι με την έννοια κάποιας εξιδανί­κευσης ή εξαΰλωσης, αλλά με την παρουσία σ' αυτήν του Αγίου Πνεύματος. Πάνω άπ' όλα όμως η Θ. Ευχαριστία γίνεται το μυστήριο της ενότητας της Εκκλησίας. Οι μετέχον­τες σ' αυτήν γίνονται «ΕΙΣ» εν Χριστώ (Γαλ. 3, 28), με την ενότητα των καρδιών τους («έν ενί στόματι και μια καρδία»). Αυτό διδάσκει ο Απ. Παύλος στην Α' Προς Κορινθίους (10, 15-17). Το ένα εκκλησιαστικό σώμα ταυτίζεται εκεί με τον ευχαριστιακό άρτο: «Ότι εις άρτος, έν σώμα οι πολλοί έσμεν». Είναι γι' αυτό αντίφαση να μη μεταλαμβάνουν όλοι οι πιστοί, ενώ ό­λοι ακούουν τις ευχαριστιακές ευχές, που προετοιμά­ζουν για τη θεία κοινωνία... Η μετάληψη μεταδίδει τη ζωή του Χριστού σε κά­θε μέλος, για να ζει έν Χριστώ, μαζί με όλα τα άλλα μέλη. Ο άγιος Συμεών, ο νέος Θεολόγος, βλέπει την ένωση με τον Χριστό ως άρση της μοναξιάς του αν­θρώπου: «Των γάρ θείων ο μετέχων / και θεοποιών χαρίτων / ού μεν ουν ουκ έστι μόνος / άλλά μετά Σου, Χριστέ μου / του φωτός του τρισηλίου / του φωτίζοντος τον κόσμον...». Με τη θεία κοινωνία τα άτομα γί­νονται μέλη του Κυριακού Σώματος και η ατομική επιβίωση μεταλλάσσεται σε κοινωνία ζωής. Η ύπαρ­ξη, από τους πρώτους αιώνες, της Λειτουργίας των Προηγιασμένων (Δώρων) βεβαιώνει, ακριβώς, την α­νάγκη μετοχής στη Θ. Ευχαριστία. Βέβαια, όλα αυτά δεν γίνονται με κάποιο αυτοματισμό, αλλά όταν οι κοινωνούντες ζουν τη ζωή του εκκλησιαστικού σώμα­τος. Γι' αυτό «ο τρώγων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει» (Α' Κορ. 11, 29). Μέσα στη Θ. Λειτουργία η Εκκλησία αναλαμβά­νεται κυριολεκτικά στους ουρανούς, μετέχουσα στο θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη του Χριστού και ζώντας τη δική της «ανάληψη» στην ουράνια βα­σιλεία. «Και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς είς τόν ουρανόν ανήγαγες και την βασιλείαν Σου εχαρίσω την μέλλουσαν...», ομολογούμε στη Λειτουργία. Η Λειτουργία γίνεται η πασχαλιά σύναξη όλων εκεί­νων, που συναντούν τον Κύριο και εισέρχονται στη βασιλεία Του. Δεν κινούμεθα σε πλατωνικά σχήματα, αναζητώντας το τέλειο στην «αρχή», αλλά στα έσχα­τα, στην ολοκλήρωση εκείνου, που εξελίσσεται μέσα στο χρόνο, ως την τελική έκβαση της ύπαρξης του πι­στού στον Χριστόν ανθρώπου. Η λατρεία της Εκκλη­σίας κατευθύνεται, έτσι, από το ιστορικό παρελθόν της θείας οικονομίας, στο επιβεβαιωμένο έν Χριστώ μέλλον. Στη Θ. Λειτουργία βιώνεται ως γεγονός ακό­μη και η Β' Παρουσία! «Μεμνημένοι [...] πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου Αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας» - ομολογούμε πρίν από τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων. Η υποτίμηση της λειτουργικής σύναξης είναι συ­σκότιση του εσχατολογικού της χαρακτήρα. Έξ άλ­λου, με τον πολλαπλασιασμό των ευχαριστιακών συ­νάξεων σε πολλές ενορίες, σε παρεκκλήσια, μοναστή­ρια κ.λπ. και την απουσία του Επισκόπου, της κεφα­λής της σύναξης της τοπικής Εκκλησίας, ο όρος σύ­ναξη έχει χάσει το αληθινό νόημα του. Η έσχατολο­γική ατμόσφαιρα της Λειτουργίας μαρτυρείται με τον χαρμόσυνο χαρακτήρα της, σε σημείο που να θεωρεί­ται ασυμβίβαστη με τη νηστεία. Κατα τή Μ. Τεσσα­ρακοστή, περίοδο αυστηράς νηστείας, δεν τελείται στις καθημερινές Θ. Λειτουργία, αλλά η Λειτουργία των Προηγιασμένων. Η Θ. Λειτουργία δεν είναι ένα από τα πολλά μέσα αγιασμού για την «ενίσχυση» του άνθρωπου. Είναι το Μυστήριο της Εκκλησίας, που μεταθέτει τους πιστούς στον μέλλοντα αιώνα. Εκκλη­σία και Θ. Ευχαριστία αλληλοπεριχωρούνται.

7. Αγιασμός του Σύμπαντος Κόσμου
Σκοπός της εκκλησιαστικής λατρείας είναι ο α­γιασμός του σύμπαντος κόσμου. Αγιάζεται η ζωή του άνθρωπου, άλλά και η περιβάλλουσα τον άνθρωπο κτίση. Στα όρια της λατρείας ο άνθρωπος αναδεικνύε­ται εν Χριστώ σε κύριο και βασιλέα της Κτίσης, που καλείται να αναφέρει τον εαυτό του και την κτίση στον Δημιουργό, την πηγή της ύπαρξης και του αγια­σμού τους.
α) Ο αγιασμός του χρόνου:
Το λειτουργικό έτος είναι η έν Χριστώ υπέρβαση του «ημερολογιακού έ­τους» και η μεταβολή του ημερολογίου σε εορτολό­γιο. Η Εκκλησία, με τις γιορτές και ακολουθίες της, αγιάζει και μεταμορφώνει τον χρόνο της καθημερινής ζωής, ενοποιώντας και προσανατολίζοντάς τον στη Βασιλεία του Θεού. Λειτουργικά παύει ο χρόνος να εί­ναι ένα απλό φυσικό πλαίσιο, μεταβαλλόμενος σε αρ­χή, που καθορίζει το περιεχόμενο της λατρείας. Αυτό δείχνει η χρησιμοποιούμενη ορολογία: Όρθρος, Ε­σπερινός, Μεσονυκτικό, Ώρες κ.λπ. «Λειτουργία του χρόνου» ονομάζεται λειτουργιολογικά η οργάνωση του χρόνου με βάση τις χρονικές περιόδους (ήμερα, ε­βδομάδα, έτος) και ανάλογη οργάνωση και της ίδιας της ζωής. Το λειτουργικό έτος βαπτίζει όλη τη ζωή του άν­θρωπου στη λατρεία της Εκκλησίας. Η επανάληψη του εορτολογίου κάθε χρόνο ανανεώνει την κατήχηση του πιστού και δίνει νόημα στην ευχή «και του χρό­νου» η «χρόνια πολλά», ώς ευχή για την παροχή νέων ευκαιριών μαθητείας. Το λειτουργικό έτος συνδέεται με το εορτολόγιο της Εκκλησίας, βασικό δομικό στοι­χείο του οποίου είναι η γιορτή. Υπάρχει ο κύκλος των κινητών εορτών με κέντρο το Πάσχα και των ακι­νήτων εορτών με κέντρο τα Θεοφάνεια-Χριστούγεννα. Στον πρώτο ανήκουν οι περίοδοι του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, που πήραν το όνομα τους από τα κυ­ρίαρχα σε κάθε μια λειτουργικά βιβλία. Η περίοδος του Τριωδίου σπονδυλώνεται, όπως το ανθρώπινο σώμα: οι τέσσερις πρώτες εβδομάδες μπορούν να θεωρηθούν ώς άκρα, ώς σώμα το διάστη­μα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και κεφαλή η Μεγά­λη Εβδομάδα. Ύμνοι, αναγνώσματα και δρώμενα προετοιμάζουν πνευματικά για τη μετοχή στη Μ. Ε­βδομάδα και την Ανάσταση. Από την ήμερα του Πά­σχα αρχίζει η περίοδος του Πεντηκοσταρίου. Πάσχα και Πεντηκοστή ήσαν ήδη εορτές της προκωνσταντίνειας τάξης, με εβραϊκή μεν προέλευση, αλλά χρι­στιανικό περιεχόμενο. Ό Χριστός και το πάθος Του διαφοροποιούν το χριστιανικό από το εβραϊκό πάσχα, πού γίνεται σύμβολο της νέας ζωής, της θείας βασι­λείας. Η έλευση του Αγίου Πνεύματος κατά την Πε­ντηκοστή εγκαινιάζει τον νέον αιώνα. Ο κύκλος των ακινήτων εορτών οργανώθηκε με κέντρο την εορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου), που περιέκλειε αρχικά και τα Χριστούγεννα. Ο χωρι­σμός των δύο εορτών, για λόγους ιστορικούς και θεο­λογικούς, έγινε στα μέσα του 4ου αιώνα. Με βάση τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου) καθορίσθηκαν και οι άλλες Δεσποτικές εορτές (Περιτομή, Βάπτιση, Υπα­παντή, Μεταμόρφωση). Αλλά και η Θεοτόκος αποτε­λεί «μυστήριον λειτουργικόν». Οι Θεομητορικές εορ­τές (Γενέθλιο, Είσόδια, Ευαγγελισμός, Κοίμηση κ.λπ.) συνδέονται με τις Δεσποτικές, εκφράζοντας το ίδιο μυστήριο. Ο εορτασμός της μνήμης Αγίων είναι προέκταση της λειτουργικής τιμής της Θεοτόκου. Το περίεργο, βέβαια, για τον κόσμο είναι ότι η Εκκλη­σία «πανηγυρίζει», τιμώντας τη μνήμη, δηλαδή την κοίμηση, των τέκνων της και όχι τη γέννησή τους. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν γιορτάζουμε τα γενέθλια μας, αλλά στη μνήμη του Αγίου, του οποίου φέρουμε το όνομα. «Γενέθλιος ήμερα» ονομάζεται χριστιανικά η ημέρα της κοιμήσεως, ως γέννηση στην αιωνιότη­τα. Οι Άγιοι ενσαρκώνουν την «κοινή ζωή» και προ­βάλλονται ως ηγέτες της ανθρωπότητας στην πορεία για την αληθοποίηση του ανθρώπου. Η σύνδεση του λαού μας με τους Αγίους, με πρώτη την Παναγία, φαί­νεται στη διπλή πανήγυρη, που τελείται στη μνήμη τους, μέσα στο Ναό, με κέντρο την Αγία Τράπεζα και έξω από τό Ναό, με κέντρο τη βιοτική τράπεζα. Τα «συναξάρια» των Αγίων είναι αγαπητά στο λαό ώς «θησαύρισμα» της ιστορικής μνήμης της Εκκλησίας και παιδαγωγία των πιστών. Η πορεία των πιστών α­ναπτύσσεται «σύν πάσι τοις Αγίοις». Η λειτουργική οργάνωση του χρόνου στη μικροχρονική διάσταση της αναλύεται στον εβδομαδιαίο κύκλο και τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Ο εβδομα­διαίος κύκλος συντίθεται από δύο μέρη: τον κύκλο Σαββάτου και Κυριακής και του πενθημέρου. Κάθε μέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη στη μνήμη κά­ποιου σωτηριολογικού γεγονότος ή κάποιου Αγίου: Η Κυριακή είναι αφιερωμένη στην Ανάσταση του Χριστού, η Δευτέρα στους Αγγέλους, η Τρίτη στον ά­γιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, η Τετάρτη και η Παρα­σκευή συνδέονται αντίστοιχα μέ τήν προδοσία του Ιούδα και τη Σταύρωση του Χριστού και γι' αυτό εί­ναι μέρες νηστείας την Παρασκευή η Εκκλησία μνη­μονεύει και την παρουσία της Παναγίας στο Σταυρό, η Πέμπτη αφιερώνεται στους Αποστόλους και τον ά­γιο Νικόλαο και το Σάββατο στους κεκοιμημένους. Ο εβδομαδιαίος κύκλος οργανώθηκε με βάση την Κυριακή, την πρώτη ιστορικά γιορτή της Εκκλη­σίας. Ταυτιζόμενη με τον Κύριο, τον Ιησού Χριστό (Α'Κορ. 12, 3), ισχύει ώς ομολογία της πίστης σ' Αυ­τόν. Ταυτιζόμενη και με την «ογδόη ημέρα», συνδέθη­κε με τη Θ. Ευχαριστία, ώς μόνιμη και σταθερή ημέρα τέλεσης της. Η αργία της Κυριακής, που επέβαλε ο Μ. Κωνσταντίνος το 324, δεν ταύτισε την Κυριακή με το Σάββατο, άλλά έδειξε την υπέρβαση του. Η Κυ­ριακή είναι «η μία των Σαββάτων (πρώτη μέρα της ε­βδομάδος), η βασιλίς και Κυρία». Το Σάββατο καταφάσκει τη φυσική ζωή του κόσμου, η Κυριακή είναι η εσχατολογική ήμερα της εισόδου στον νέο αιώνα. Το νυχθήμερο περιλαμβάνει επτά ακολουθίες. Ο κύκλος του εικοσιτετραώρου αρχίζει το εσπέρας (πρβλ. Γεν. 1: «καί έγένετο εσπέρα καί έγένετο πρωί...») και οι ακολουθίες του συμπίπτουν με την αρ­χαία διαίρεση του χρόνου (εσπερινή, μεσονύκτια, ορ­θρινή, τρίτη, έκτη, ένατη). Οι ακολουθίες του νυχθημέρου είναι: Εσπερινός ή Λυχνικόν, Απόδειπνον (Μέγα καί Μικρό), Μεσονυκτικόν, Όρθρος, η εκτενέ­στερη και πλουσιότερη θεολογικά ακολουθία, και οι Ώρες (Α', Γ', ΣΤ', καί Θ'), ανάμνηση των μεγάλων στιγμών της σωτηρίας μας (Σταύρωση, Θάνατος του Χριστού, κάθοδος του Αγίου Πνεύματος). Η Θ' Ώρα συμψάλλεται με τον Εσπερινό. Ενώ όμως ολόκληρη η εκκλησιαστική λατρεία διαπλέχθηκε αδιάσπαστα με τον φυσικό χρόνο, η Θ. Λειτουργία έμεινε έξω από τον χρόνο και τους περιορισμούς του. Έτσι, δεν ανήκει στον κύκλο των ακο­λουθιών του νυχθημέρου, ούτε κάποια από τις άλλες ακολουθίες θεωρείται ως προετοιμασία της. Γι' αυτό μπορεί να τελεστεί οποιαδήποτε ώρα, πρωί-μεσημέρι ή βράδυ, ως η κατ' εξοχήν εορτή και πανήγυρη της Εκκλησίας.
β) Αγιασμός του βίου:
Επίκεντρο της αγιαστικής λειτουργίας της Εκκλησίας είναι ο άνθρωπος. Από τη στιγμή της γέννησης του στον κόσμο και της πνευ­ματικής αναγέννησης του στην Εκκλησία, ως την τε­λευταία στιγμή της παρουσίας του στη ζωή αυτή, η εκκλησιαστική λατρεία προσφέρει συνεχώς στον άν­θρωπο δυνατότητες «εκκλησιασμού» και συνεχούς α­ναγέννησης. Την καθολικότητα της πνευματικής και βιοτικής μέριμνας της Εκκλησίας για τον πιστό δεί­χνει το λειτουργικό βιβλίο «Μέγα Ευχολόγιο». Στη δομή και στα κείμενα του ενσαρκώνει τον σκοπό της Εκκλησίας, που είναι η «ολοτελής» ένταξη του άν­θρωπου στο εκκλησιαστικό σώμα, ο αγώνας για τη νί­κη πάνω στο διάβολο, τις δαιμονικές δυνάμεις του κό­σμου και την αμαρτία και η αντιμετώπιση των βιοτι­κών προβλημάτων και αναγκών του. Ο πλούτος και η ποικιλία των ευχών και Ακολουθιών του Ευχολογίου δείχνει την αγάπη και το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας για την ατομική και κοινωνική ζωή των πιστών, ό­λους τους κύκλους της ζωής του και τα πιό κοινά και καθημερινά έργα του. Η Εκκλησία αγιάζει τον άνθρωπο από τη γέννη­σή του, ευλογώντας τη λεχώνα και το νεογέννητο, προετοιμάζοντας το για την υποδοχή του στους κόλ­πους της. Από το Μυστήριο του γάμου, άλλωστε, αρ­χίζει ο αγιασμός της οικογένειας. Την 8η ημέρα το βρέφος λαμβάνει, με ειδική λειτουργική πράξη, το ό­νομα του και καταφάσκεται η προσωπική ετερότητα του, η οποία αναδεικνύεται με την ένταξή του στο εκ­κλησιαστικό σώμα. Την τεσσαρακοστή ημέρα το βρέ­φος «προσάγεται» στο Ναό, για να «εκκλησιασθεί», να αρχίσει την εκκλησιαστική ζωή του, κάτι που αντι­στοιχεί στην έναρξη της κατήχησης των ενηλίκων. Μετά από αυτή την πνευματική προετοιμασία α­κολουθεί το βάπτισμα, η είσοδος στο σώμα του Χριστού, που δίνει την δυνατότητα να ζήσει ο άνθρωπος τη ζωή του Χριστού και να δέχεται συνεχώς τη Χάρη Του. Ο νηπιοβαπτισμός, γνωστός από τη χριστιανική αρχαιότητα, κατανοείται μόνο στις περιπτώσεις ευσε­βών γονέων και αναδόχων, σε χριστιανικό δηλαδή πε­ριβάλλον, και δεν μπορεί να επιβληθεί με καμμία νο­μοθεσία. Με το βάπτισμα εντάσσεται ο «νεοφώτι­στος» σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, την τοπική Εκ­κλησία, μετέχοντας στο ήθος και τον τρόπο ύπαρξης της Εκκλησίας. Όσο τελειότερη είναι αυτή η ένταξη, τόσο συνεπέστερη αποβαίνει και η χριστιανικότητά του. Ο πιστός καλείται όμως να αυξήσει το δώρο, που έλαβε με το βάπτισμα του, προσανατολίζοντας χριστοκεντρικά τη ζωή του. Έτσι, μετά τη «φύση» (ψυ­χή και σώμα), που πεθαίνει και ανασταίνεται στο βα­πτιστήριο ή την κολυμβήθρα, αγιάζεται και το ανθρώ­πινο πρόσωπο με το μυστήριο του Χρίσματος, που λειτουργεί ως προσωπική Πεντηκοστή του πιστού, για να γίνει με τον πνευματικό του αγώνα «ναός» του Θεού και η ζωή του αληθινή Λειτουργία. Το μυστή­ριο της Μετανοίας (εξομολόγηση) δίνει την δυνατό­τητα συνεχούς υπέρβασης της αμαρτίας και μεταποίη­σης του θανάτου σε ζωή. Η Εκκλησία ευλογεί, ακόμη, τις «οδούς», που αυτοπροαίρετα επιλέγει ο πιστός για την τελείωση του, τον (έν Χριστώ) γάμο ή τον μοναστικό βίο. Είναι και τα δύο «μυστήρια αγάπης», με άμεση αναφορά στον Χριστό. Ο γάμος, μένοντας στο πλαίσιο της έν Χριστώ ζωής, οδηγεί στην υπέρβαση της σάρκας και στην τέλεια παράδοση στον Χριστό, συναντώμενος έτσι-με τη μοναστική άσκηση. Έτσι, το μυστήριο του γάμου φανερώνει την αλήθεια της Εκκλησίας, χωρίς να χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση συμ­βατικών σκοπιμοτήτων της καθημερινότητας. Όπου ο γάμος νοείται απλώς ώς ηθικολογική ρύθμιση η «νο­μικό συνάλλαγμα», επιλέγεται ο «πολιτικός» γάμος, ί­σος μεν νομικά, αλλά όχι και «ισότιμος» πνευματικά, με τον εκκλησιαστικό, που είναι μυστήριο Χάρης. Η εκκλησιαστική λατρεία διαθέτει, περαιτέρω, άγιαστικές πράξεις για κάθε στιγμή της ζωής. Αποδει­κνύεται μάλιστα μέσω αυτών, ότι δεν είναι μία «σπιριτουαλιστική» (αφηρημένα πνευματική) ή «θρη­σκευτική» υπόθεση, διότι ο αγιασμός που προσφέρει συνιστά και πρόταση για την αντιμετώπιση των βιοτι­κών προβλημάτων κάθε ανθρώπου. Σε μία Ευχή του Όρθρου ζητούμε από τον Θεό να χαρίσει στον άνθρω­πο «τα εγκόσμια και υπερκόσμια αγαθά» Του. Υπάρχουν ευχές και για περιπτώσεις του βίου, που φαίνονται πεζές και τετριμμένες, όπως λ.χ. «εις το κουρεύσαι παιδίον», «όταν απέρχηται παιδίον μανθάνειν τα ιερά γράμματα», «εις παίδας κακοσκόπους» (δύστροπους) κ.λπ. Άλλες Ευχές αναφέρονται στην πρόσληψη τροφής, αγιάζονται τα διάφορα «επιτη­δεύματα» και έργα του πιστού (π.χ. ταξείδια), τα «ε­παγγέλματα», ευλογούνται οι διαπροσωπικές σχέσεις, για να υπάρχει δικαιοσύνη, ειρήνη και αγάπη, ζητεί­ται η Χάρη του Θεού για τις θλίψεις του ανθρώπου, τις ασθένειές του, τα ψυχικά νοσήματα και τα ψυχο­σωματικά πάθη. Σημαντική θέση καταλαμβάνει στη λατρεία της Εκκλησίας ο θάνατος, η άρση της συλλειτουργίας ψυχής και σώματος, ως τη στιγμή της «κοινής αναστάσεως». Η Εκκλησία δεν παραβλέπει το κορυφαίο αυτό υπαρξιακό γεγονός της ζωής. Πλη­σιάζει, μάλιστα, τον άνθρωπο απο τη στιγμή, που ο θάνατος κάνει την εμφάνιση του. Εξομολογεί και κοινωνεί τον ψυχορραγούντα και κηδεύει το σώμα, που παραδόθηκε στη νέκρωση και τη φθορά, προπέμποντας την ψυχή στο στερνό της ταξείδι και παρακα­λώντας τον Χριστό να δεχθεί το τέκνο Του, που εγκα­ταλείπει τον κόσμο με την ελπίδα «ζωής αιωνίου». Η νεκρώσιμος ακολουθία είναι απο τα πιο τρυφερά και συγκινητικά κείμενα της εκκλησιαστικής λατρείας. Παράλληλα, ή Εκκλησία εύχεται γιά διάφορες στιγμές του δημοσίου βίου: περιστάσεις και συμφο­ρές, κινδύνους, δυσλειτουργίες της δημόσιας ζωής, τόσο στη μικροκοινωνία του χωριού ή της πόλης, ό­σο και στη μακροκοινωνία της πατρίδας και του έ­θνους. Το σχετικό ευχολογικό υλικό αναφέρεται στις εθνικές επετείους, τις δομές της πολιτειακής ζωής, την παιδεία, στον στρατό, την δημόσια υγεία. Ο απα­ράμιλλος αυτός λειτουργικός πλούτος μένει ευρύτερα άγνωστος και έτσι αγνοούμε τα στοιχεία εκείνα, που μπορούν να δώσουν νόημα στη ζωή μας.
γ) Αγιασμός της υλικής κτίσης:
Η κτίση, λειτουρ­γικά και θεολογικά, είναι ο ευρύτερος χώρος πραγμά­τωσης του ανθρώπου, το πλαίσιο της καθημερινής ζω­ής του, ιδιαίτερα στις αγροτικές κοινωνίες, όπου αυτό γίνεται βαθύτερα αισθητό. Η σχέση του άνθρωπου με τη κτίση αποτελεί ιδιαίτερη θεματική της εκκλησια­στικής λατρείας και αναπτύσσεται σε ειδικές ακολου­θίες, που δείχνουν την εκκλησιαστική κατάφαση της υλικής κτίσης, που έχει προσληφθεί στην ανθρώπινη φύση του Χριστού και μεταβάλλεται συνεχώς σε «σάρκα» Χριστού στη Θεία Ευχαριστία. Στη λειτουρ­γική μας πράξη εύλογούνται και αγιάζονται το νερό, το κρασί, οι τροφές, ο χώρος κατοικίας και του επαγ­γέλματος, η πανίδα, η χλωρίδα, τά φυσικά φαινόμενα (άνεμος, βροντή, βροχή, σεισμός κ.τ.λ.) για την προ­στασία και σωτηρία, τελικά, του ανθρώπου. Ο πιστός προσφέρει στη λατρεία τα δώρα του Δημιουργού ως ευχαριστία, για να «βαπτισθούν» στη Θεία Χάρη και να επιστραφούν στους προσφέροντες για τον αγιασμό και τη συντήρηση τους. Κατά τη Θ. Λειτουργία «συν­τελείται μια πορεία, μια παρέλαση θα έλεγε κανείς, του όλου κόσμου πρός την Αγία Τράπεζα» (Περγάμου Ιωάννης). Αίρεται, έτσι, κάθε αντίληψη για αντίθεση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, άφού η προσφερόμε­νη στον Θεό κτίση γίνεται φορέας του Ακτίστου (Χά­ρης) και αγιάζει τους μετέχοντες. Με τη θεολογία των κειμένων αυτών του Ευχολο­γίου εμπνέεται η θεοκεντρικότητα τής ύπαρξης. Από τήν κτίση ανάγεται ό πιστός στόν Κτίστη, κατανοών­τας τον κόσμο ως δώρο του Δημιουργού, μαθαίνοντας να χρησιμοποιεί ευχαριστιακά την Κτίση και απο­κτώντας την εμπειρική βεβαιότητα, ότι το πρόβλημα δεν είναι «τι τρώει ό άνθρωπος», αλλά με ποιες προϋ­ποθέσεις το τρώει, αφού η αγιασμένη κτίση συναγιάζει και τον άνθρωπο. Έτσι, ο πιστός μαθαίνει να γίνε­ται «ιερουργός» της κτίσεως, σε μια «κοσμική λει­τουργία», που τελεσιουργείται από τους Αγίους. Οι Άγιοι, με τα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα τους, φανερώνουν τον προορισμό της κτίσεως, που εί­ναι ο αγιασμός και άφθαρτισμός της. Κάθε πιστός κα­λείται στη λατρεία μας να αγιαστεί ολόκληρος, για να μπορεί να συναγιάζει και την κτίση, μέσα από τη σχέση του μαζί της.

8. Λατρεία καi Πνευματική Ζωή

Η πορεία προς τη θέωση επιτυγχάνεται με την έν­ταξη ολόκληρης της ύπαρξης στο σώμα του Χριστού, με ένα τρόπο ζωής, που επιτρέπει την αδιάκοπη συ­νέργεια του ανθρώπου με τη Χάρη του Θεού. Κύριο συστατικό αυτής της ζωής είναι η άσκηση, ως μόνιμο πάλαισμα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ο λόγος του Χριστού, ότι «η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και οι βιασταί άρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12). Η ά­σκηση είναι μία συνεχής πορεία μετανοίας, για να μέ­νει ο πιστός δεκτικός της Χάρης του Θεού, χωρίς την οποία νεκρώνεται η ύπαρξή του. Με την άσκηση, αν­τίθετα, νεκρώνεται η επαναστατημένη φύση μας, για να ξαναβρεί την θεοκεντρικότητά της. Η ασκητική όμως προσπάθεια του πιστού δεν έ­χει ηθικό χαρακτήρα. Δεν αποβλέπει, δηλαδή, σε μια βελτίωση του χαρακτήρα και των συμπεριφορών, αλ­λά στη δυνατότητα μετοχής στη γιορτή και χαρά του εκκλησιαστικού σώματος. Γι' αυτό και δημιουργεί στον πιστό αίσθηση χαράς ανεκλάλητης, αναιρώντας κάθε τεχνητή (φαρισαϊκή) συνοφρύωση και επίπλα­στη κατήφεια, που δεν είναι παρά επιτηδευμένη ευσεβοφάνεια. Η χριστιανική άσκηση είναι μετοχή εκού­σια στην υπακοή του Χριστού και των Αγίων, για τη νέκρωση του ατομικού θελήματος και την τελική ταύ­τιση του με το θέλημα του Χριστού (Φιλ. 2, 5). Η ευσέβεια όμως της Ορθοδοξίας είναι λειτουρ­γική. Έτσι κατανοείται η συμπληρωματικότητα ά­σκησης και λειτουργικής ζωής. Η εκκλησιαστική λα­τρεία είναι εορτάσιμη στο ήθος της. Η άσκηση είναι η πρόγευση της χαράς από τη μετοχή στη γιορτή της Εκκλησίας, αλλά και προετοιμασία των πιστών για την είσοδό τους σ' αυτή την πνευματική πανήγυρη. Είναι η οδός επιστροφής στο «κατά φύσιν», την αυ­θεντικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, για να κατα­στεί δυνατό το πέρασμα στο «υπέρ φύσιν», στο οποίο ανυψώνει η Λατρεία. Αυτό που αναζητείται, άλλωστε, στη λατρεία κατά τον ί. Χρυσόστομο είναι «ψυχή νήφουσα, διεγηγερμένη διάνοια, καρδία κατανενυγμένη, λογισμός έρρωμένος, συνειδός κεκαθαρμένον». Η πνευματική πρόοδος, που πραγματοποιεί ο πι­στός με την άσκησή του, μέσα στη λατρεία εκκλησιοποιείται, εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και από «ατομικό» γεγονός, γίνεται εκκλησιαστικό, δηλαδή κοινωνικό. Αν δεν εκκλησιοποιηθεί η ατομικότητα, δεν σώζεται. Έξω από το σώμα του Χριστού όχι μόνο δεν υπάρχει σωτηρία, αλλά και η τελειότερη αρετή μένει «ράκος Αποκαθημένης» (Ήσ. 64, 6), πνιγηρά δη­λαδή ακαθαρσία. Η λατρεία εν-χριστώνει τη ζωή του πιστού. Η άσκηση παρέχει αυτή τη δυνατότητα, αφού ο κυριαρχούμενος από τα πάθη του άνθρωπος δεν μπορεί να δοξολογήσει αληθινά τον Θεό. Η «καθαρά καρδία» είναι το σκοπούμενο στην χριστιανική άσκη­ση (Ψαλμ. 50, 12). Διότι μόνο «έν καθαρά καρδία» εί­ναι δυνατόν να δει ο άνθρωπος τον Θεό (Ματθ. 5, 8), φθάνοντας στο σκοπό της υπάρξεως του. Αυτό εκφρά­ζει ο αναστάσιμος ύμνος του αγίου Ι. Δαμασκηνού: «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα...». Η λατρεία οδηγεί διά της Θ. Ευχαριστίας στη θέωση, όταν όμως υπάρχει η καθαρότητα της καρδίας και με­ταμόρφωση των αισθήσεων από σωματικές σε πνευμα­τικές. Αν η λατρεία, συνεπώς, είναι η είσοδος στην ουράνια βασιλεία, η άσκηση είναι η οδός προς τη βα­σιλεία. Η λατρεία καθορίζει και αποκαλύπτει τον σκοπό της ύπαρξης μας η άσκηση συνεργεί στην πραγμάτωση αυτού του σκοπού.

9. Λειτουργία μετά τη Λειτουργία

Η Εκκλησιαστική Λατρεία είναι ο «χωροχρόνος», στον όποιο διαμορφώνεται το χριστιανικό ήθος. Ο πιστός στη λατρεία ξαναβρίσκει το ορθό νόημα του ηθικού βίου, ο όποιος δεν διαμορφώνεται με βάση κάποια δικανική σχέση με τον Θεό, αλλά μέσα της μεταμόρφωσης και ανακαίνισης της κτίσης και του ανθρώπου έν Χριστώ. Το χριστιανικό ήθος είναι λειτουργικό και πηγάζει από την προσωπική σχέση με τον αυτοπροσφερόμενο «εις τροφήν του σύμπαντος κόσμου» Κύριο της Εκκλησίας. Αυτή η σχέση, με τριπλή αναφορά (άνθρωπος-Θεός-κόσμος), πραγματώ­νεται μέσα στη λατρεία, κατά τον λόγο του 'Απ. Παύ­λου: «Ει ούν συνηγέρθητε έν Χριστώ [...] νεκρώσατε τα μέλη υμών τα επί της γής [...], απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον [...] και ενδυσάμενοι τον νέον...» (Εάν λοιπόν έχετε αναστηθεί μαζί με τον Χριστό... νεκρώσατε ό,τι γήινο είναι μέσα σας [...], έχοντας α­ποβάλει τον παλαιό άνθρωπο και ενδυθεί τον νέο, Κολ. 3, 1 έ.) Είναι το συνεχές «βάπτισμα» του πιστού στη νέα ζωή του μυστηρίου της Πίστεως. Στη λατρεία της Εκκλησίας ανανοηματοδοτείται χριστοκεντρικά σύνολη η ζωή του άνθρωπου. «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός...». Οι πιστοί, λουόμενοι μέ­σα σ' αυτό το φώς, καλούνται να γίνουν ένας πνευμα­τικός ποταμός, έκπορευόμενος από την Αγία Τράπε­ζα, για να αρδεύσει σωστικά τον κόσμο. Η εκκλησια­στική λατρεία τεκμηριώνει, έτσι, σε τι συνίσταται η προσφορά της Εκκλησίας μέσα στην Ιστορία. Δεν προσφέρει κάποιο κώδικα ηθικής συμπεριφοράς ή ηθικών κανόνων, αλλά μια ζωή και μια αγια­σμένη κοινωνία, που μπορεί να λειτουργήσει ώς «ζύ­μη» και να ζυμώσει με την αγιαστική παρουσία της τον κόσμο, αρχίζοντας από τη μικροκοινωνία. Η με­τοχή στη λατρεία άν είναι γνήσια- είναι μετοχή στο θάνατο των ιδιοτελών και ατομικιστικών διεκδι­κήσεων και ανάσταση στην έν Χριστώ πραγματικότη­τα, που είναι ο σκοπός της Εκκλησίας. Η εμπνεόμε­νη από την ορθόδοξη λατρεία εσχατολογική συνείδη­ση προσανατολίζει σε έσχατολογικές συμπεριφορές, με την υπέρβαση του κινδύνου της εκκοσμίκευσης και οιωνδήποτε συμβιβασμών και συσχηματισμών. Είναι ευνόητο, συνεπώς, ότι η αποξένωση από τη λειτουργική εμπειρία, πέρα όλων των άλλων, αλλο­τριώνει το φρόνημα και αποσυνθέτει όλη τη ζωή, με­ταβάλλοντας το εκκλησιαστικό ΕΙΝΑΙ σε διάφορα αντιχριστιανικά υποκατάστατα (ηθικισμός, ευσεβισμός, ριτουαλισμός κ.λπ.). Μη λησμονούμε, άλλωστε, ότι το κοινοτικό ήθος της ελληνορθοδοξίας και το ε­λεύθερο φρόνημα στους χαλεπούς καιρούς της δου­λείας διαπλασσόταν μέσα στη λατρεία, τη μόνη λαοσύναξη, που δεν έπεσε ποτέ σε μαρασμό. Και είναι α­ληθινή ευλογία, που με τη Χάρη του Θεού, στους δύ­σκολους καιρούς μας, ο Λαός και ιδιαίτερα η Νεο­λαία, ξαναβρίσκουν το δρόμο προς την Εκκλησία και τη λατρεία της. Στο τέλος της Θ. Λειτουργίας (αυτή ήταν η αρ­χαία κατάληξή της) ο Λειτουργός λέγει πρός τον λαό: «Έν ειρήνη προέλθωμεν» («άς φύγουμε ειρηνικά»). Δεν είναι η τυπική εξαγγελία του τέλους ενός «θρησκευτικού καθήκοντος», αλλά κινητοποίηση για με­ταφορά του φωτός της θεϊκής ειρήνης από σκοτάδι του κόσμου μας. Η Εκκλησία και η Λατρεία της υ­πάρχουν για τον κόσμο, για τη σωτηρία του. Η Λει­τουργία της Εκκλησίας προετοιμάζει την έξοδο των πιστών στον κόσμο ως μαρτυρία των «Μεγαλείων του Θεού», αλλά και ιεραποστολική κλήση στην έν Χρι­στώ σωτηρία. Η θυσία του Χρίστου και η Ανάσταση Του, μυστήρια συνεχώς παροντοποιούμενα και βιούμενα στη λατρεία, αρδεύουν συνεχώς λυτρωτικά τον κόσμο. Αγωγοί αυτής της Χάρης στην διψώσα γή των κοινωνιών μας γίνονται οι πιστοί, μέσω τών ο­ποίων το «Φώς του Χριστού» μπορεί να «φαίνη πάσι». Να φωτίζει τα πάντα!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Θεολογική μαρτυρία της Εκκλησιαστικής Λατρείας, Αθήνα 1996. Χρ. Γιανναρά, Η ελευθερία τοΰ "Ηθους, 'Αθήνα 19792. Ζηζιούλα Ιωάννου (μητροπ. Περγάμου), Η κτίση ώς ευχαριστία. Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της οικολογίας, Αθήνα 1992. Του Ιδίου: Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού, Σύναξη, τ. 49 (1994)-51(1994). Ευαγγ. Γ. Θεοδώρου, Μαθήματα Λειτουργικής, Εν Αθήναις 1993. π. Άλ. Σμέμαν, Η λειτουργική αναγέννηση και η ορθόδοξη Εκκλησία (μετάφρ. Ν. Χριστοδούλου), Λάρνακα 1989. Του Ιδίου, Η Εκκλησία προσευχομένη Εισα­γωγή στη Λειτουργική Θεολογία (μετάφρ. Δ. Θ. Τζέρπου), Αθήνα 1991. Τρεμπέλα, 77. Ν., Αρχαί και χαρακτήρα της χριστιανικής Λατρείας, Αθήναι 1993. Φειδά, Βλ. Ί., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α'-Β', Αθήναι 1992 και 1994. Χάνς-Γιοακίμ Σούλτς, Η Βυζαντινή Λειτουργία-Μαρτυρία πίστεως και συμβολική έκφρα­ση (μετάφρ. π. Δημ. Τζέρπου), Αθήνα 1998.

«Πηγή : Όψεις της Ορθόδοξης Ταυτότητος - Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»

ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ: Από την ιστοσελίδα της Ι.Μονής Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου Θεσσαλονίκης

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Αρχαιολογικές ανασκαφές σε
Mοναστήρι των Αγίων Σαράντα
Αναδημοσιεύση από την ιστροσελίδα της Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδήσεων AMEN
Τελευταία Ενημέρωση: Sep 23, 2009Hits: 104

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Στο συμπέρασμα ότι η περιοχή γύρω από το μοναστήρι των Αγίων Σαράντα, στους λόφους της ομώνυμης πόλης, υπήρξε ένα μεγάλο κέντρο προσκυνήματος και βαπτίσεων, που κάλυπτε τις ανάγκες μιας ευρύτερης περιοχής, οδηγούν οι ανασκαφές που διεξάγει εκεί το Αλβανικό Ινστιτούτο Αρχαιολογίας.
Όπως αναφέρει σε σχετικό δημοσίευμά της η εφημερίδα "Γκαζέτα Σκιπτάρε" των Τιράνων, το κτιριακό συγκρότημα χτίστηκε τον 6ο μ.Χ. αιώνα και από το μέγεθός του συμπεραίνεται ότι χτίστηκε με παραγγελία και δαπάνη του Κέντρου (δηλαδή της Κωνσταντινούπολης).
Η περιοχή της Ηπείρου τότε- σημειώνει η εφημερίδα- δεν ήταν σε θέση οικονομικά να φτιάξει τέτοιο κέντρο. Στο χώρο αυτό γίνονταν και μαζικές βαπτίσεις, καθώς μέχρι τώρα έχουν ανακαλυφθεί έξι κολυμβήθρες. Στο κτίριο απομένουν ακόμα 80 τ.μ., στα οποία δεν έχουν γίνει ανασκαφές.

Ταξιδεύοντας...



Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΗΓΗ: ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Έλληνας άθεος ροκάς,
που έγινε ιεραπόστολος στην Αφρική
Κατάφερε να σχηματίσει δικό του μουσικό συγκρότημα, την εποχή που μεσουρανούσαν οι «Beatles» και οι «Rolling Stones», και να το ονομάσει "The Flies".
Από τις αίθουσες της Σχολής Εμπορικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, βρέθηκε να τραγουδά πλάι στον Μικ Τζάγκερ, κάνοντας το όνειρό του πραγματικότητα, και τώρα βρίσκεται στην Αφρική ως ιεραπόστολος.
Ο λόγος για τον Έλληνα, Θέμη Αδαμόπουλο, που διάλεξε να βοηθήσει εκείνους που έχουν πραγματικά ανάγκη. Απαρνήθηκε τις δόξες για να ζήσει μία πιο ήρεμη ζωή.
Η ιστορία του νεαρού Θέμη, ξεκίνησε κάπως έτσι…
Είχε πει κάποτε, στη μητέρα του, ότι "η θρησκεία είναι το όπιο του λαού", δίνοντάς της μια γεύση του νέο μαρξισμού, και εκείνη τότε, έκανε έντρομη το σταυρό της, ενώ αμέσως, πήγε στο εικονοστάσι να προσευχηθεί.
Ο Θέμης ήταν στο πρώτο έτος της Σχολής Εμπορικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, σπουδές που δεν επρόκειτο όμως να ολοκληρώσει, αφού οι Πολιτικές Επιστήμες και η Φιλοσοφία ήταν αυτά που τον εξέφραζαν τότε περισσότερο, όπως δήλωσε σε συνέντευξή του στον "Νέο Κόσμο".
Παράλληλα με τη φοιτητική του ζωή, ξεκίνησε να βάζει τα λιθαράκια για μία λαμπρή καριέρα στο χώρο της μουσικής. Έτσι, επηρεασμένος από τη μουσική των "Beatles" και των "Rolling Stones", σχημάτισε το γκρουπ "The Flies".
Λέει ο ίδιος, "Σκέφτηκα ότι αφού τα σκαθάρια έχουν τόση επιτυχία, γιατί όχι και οι…μύγες. Το κλίμα ήταν κατάλληλο και το εκμεταλλευτήκαμε στο έπακρο. Είχαμε μεγάλη επιτυχία.
Δίναμε κονσέρτα σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Αυστραλίας, πάντοτε σε ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες. Το αποκορύφωμα ήταν όταν μας κάλεσαν να παίξουμε με τους "Rolling Stones" στην πρώτη τους τουρνέ στην Αυστραλία, το 1965, στο Palais Theatre. Δίπλα στον Μικ Τζάγκερ… ήταν απίστευτο, αλλά αληθινό".
Βέβαια, η φήμη δεν τον άφηνε έξω από τα κοινωνικά ζητήματα της εποχής του. Έπαιρνε μέρος σε κινητοποιήσεις νέων για να σταματήσει ο πόλεμος στο Βιετνάμ, ενδιαφερόταν για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία του περιβάλλοντος, υποστήριζε το κίνημα των γυναικών και μελετούσε με πάθος τα διάφορα θρησκεύματα, προσπαθώντας να βρει απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα που τον βασάνιζαν.
"Το 1972 παρατώ τα πάντα -ακαδημαϊκή καριέρα, τίτλους, φιλοδοξίες, οράματα- και ξαναγυρίζω στην ορθοδοξία. Έβλεπα το έργο της Μητέρας Τερέζας και, παρότι η πανεπιστημιακή μου θέση μού εξασφάλιζε έναν καλό μισθό, ένιωθα φτωχός, πάμφτωχος."
"Αρχίζω τότε μια νέα ζωή. Έχοντας στις αποσκευές μου το ακαδημαϊκό μου παρελθόν, αρχίζω να μελετώ τη Θεολογία. Παίρνω το πτυχίο μου από την Καθολική Θεολογική Σχολή "Κόρπους Κρίστι" (Corpus Christi) και μετά, με την καθοδήγηση του αρχιεπισκόπου Στυλιανού, φοιτώ στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Βοστόνη.
Συνάμα, μελετώ την Εβραϊκή και Αρχαία ελληνική στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (Harvard). Στη συνέχεια, παίρνω το διδακτορικό μου στη Θεολογία από το Πανεπιστήμιο Πρίνστον (Princeton) και γυρίζω στην Αυστραλία, όπου από το 1988 μέχρι το 1998 δίδασκα στη Θεολογική Σχολή του Σίδνεϊ «Άγιος Αντρέας», καθώς επίσης και στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, Θεολογία και Αρχαία Αιγυπτιακή Γλώσσα -την Κοπτική.
Ως ακαδημαϊκός, είχα μέλλον. Δεν ήμουν, όμως, ικανοποιημένος. Παρακολουθούσα το έργο της Μητέρας Τερέζας και ένιωθα ένα τεράστιο κενό μέσα μου. Δεν ήμουν με τον φτωχό. Δεν χρειάστηκε τότε να παλέψω καθόλου με τον εαυτό μου.
Μέσα μου φούντωσε ένας πόθος να είμαι δίπλα στους φτωχούς και να κάνω ό,τι είναι δυνατόν για να είναι η ζωή τους πιο ανθρώπινη. Ένιωσα ότι όλες αυτές οι γνώσεις οδηγούσαν σ' αυτόν τον δρόμο. Αυτή ήταν η ουσία. Ζήτησα τότε από τον σεβασμιότατο την ευλογία του ν' αρχίσω ιεραποστολή στην Αφρική.
Το 1999 ξεκινώ το έργο μου στην Κένυα με την εντολή του μακαριότατου πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, Πέτρου, αφού φρόντισε να χειροτονηθώ διάκος, ιερέας και μετά αρχιμανδρίτης".
Εκεί ιδρύει το πρώτο πανεπιστημιακό ορθόδοξο κολέγιο -το «Orthodox Teacher's College of Africa».
"Πιστεύω ότι η μόρφωση είναι το μεγαλύτερο όπλο του ανθρώπου στη ζωή. Αν θέλεις να βοηθήσεις τον συνάνθρωπό σου, να του μάθεις την τέχνη να ψαρεύει και όχι να του δίνεις το ψάρι έτοιμο. Στο κολέγιο προετοιμάζαμε νέους να γίνουν δάσκαλοι Νηπιαγωγείου και Δημοτικού. Στη συνέχεια, εισάγαμε και τον κλάδο της Κοινωνιολογίας."
Το επόμενο βήμα στο τεράστιο έργο του ιεραπόστολου, που έχει απέναντί του σήμερα, είναι "να χτίσουμε Νηπιαγωγείο και Δημοτικό για τα παιδιά των πολύ φτωχών, που δεν μπορούν να πάνε σχολείο γιατί τα πόδια τους είναι γυμνά και τα στομάχια τους άδεια".
Στα παιδιά φροντίζει να τους παρέχει όσο το δυνατόν περισσότερα, όπως ρούχα, παπούτσια, συσσίτιο (όχι απαραίτητα μ' αυτή τη σειρά), και αμέσως μετά, έχει σειρά, η φροντίδα της γυναίκας. "Η γυναίκα είναι το μεγαλύτερο θύμα στην Αφρική. Είναι η καρδιά της οικογένειας. Ο άντρας μπορεί να έχει δυο και τρεις γυναίκες και να κάνει παιδιά με όλες. Η γυναίκα είναι εκείνη η οποία πουλά ακόμη και το κορμί της για ένα κομμάτι ψωμί, ώστε να μην πεθάνουν τα παιδιά της από την πείνα. Γι' αυτό ανοίξαμε Σχολή Ραπτικής, όπου οι γυναίκες μάθαιναν την τέχνη και κέρδιζαν το ψωμί τους τίμια".
Από την Κένυα, το 2007, ο νέος πατριάρχης Θεόδωρος, που παρακολουθεί από κοντά το έργο του ιεραπόστολου και ανθρωπιστή Θέμη Αδαμόπουλου, του δίνει εντολή να πάει στη Δυτική Αφρική, στη Σιέρα Λεόνε, όπου ο εμφύλιος πόλεμος 12 ολόκληρων χρόνων έχει ισοπεδώσει τον τόπο και έχει αφήσει πίσω του φρικιαστικές εικόνες.
Παιδιά ακρωτηριασμένα, πρόσωπα και κορμιά παραμορφωμένα, άνθρωποι που ζουν στους δρόμους και αφήνουν την τελευταία τους πνοή εκεί. Ο θάνατος είναι μέρος της καθημερινής τους ζωής. "Ζει" εκεί δίπλα τους κι ανάμεσά τους.
"Εκεί χτίζουμε ένα χωριό για 100 ανάπηρους που ζητιάνευαν στους δρόμους και η αστυνομία τους κυνηγούσε και τους έδιωχνε από παντού. Ξεκινήσαμε με την εκκλησία Άγιος Μωυσής ο Αφρικανός, στην περιοχή Γουότερλου (Waterloo), Τεχνική Σχολή Ξυλουργικής και Ραπτικής, σπίτια, κλινική και σχολεία.
Στο (Freetown), την πρωτεύουσα της Σιέρα Λεόνε, ιδρύσαμε το πρώτο σχολείο για 1.200 παιδιά, όπου διδάσκουν 60 δάσκαλοι. Του χρόνου θα ιδρύσουμε Ορθόδοξο Πανεπιστημιακό Κολέγιο για τους φτωχούς. Υπάρχουν παιδιά που έχουν τα προσόντα, δεν έχουν όμως τη δυνατότητα να πάνε ούτε στο δημοτικό. Οφείλουμε να τα βοηθήσουμε."
Οι γυναίκες στις φυλακές του Freetown, είναι εκείνες που θα τραβήξουν στη συνέχεια την προσοχή του και θα φροντίσει για την αποκατάστασή τους μετά την αποφυλάκισή τους: "Αν δεν έχουν μια δουλειά έντιμη, δεν αποκλείεται να καταλήξουν πάλι εκεί. Έτσι, φροντίζω να κάνουν εκεί μέσα μαθήματα ραπτικής και όταν βγουν τούς δίνω μια δική τους ραπτομηχανή".
Το επόμενο βήμα του είναι να δώσει χέρια και πόδια στα ακρωτηριασμένα παιδιά: "Είναι το πιο φρικτό θέαμα, τα πιο τραγικά θύματα του πολέμου. Μέχρι του χρόνου ελπίζω να είναι έτοιμη η κλινική που θα δώσει τεχνητά χέρια και πόδια σε χιλιάδες παιδιά και νέους για να επιβιώσουν και να πάρουν πίσω την αξιοπρέπειά τους. Σήμερα ζητιανεύουν και εκδιώκονται από την αστυνομία".
Αυτό το τόσο μεγάλο έργο στηρίζεται οικονομικά , από στην Αυστραλία υπάρχουν δύο μεγάλους, φιλανθρωπικούς, οργανισμούς, "Paradise Kids for Africa" και "Light of the World Australia" που έχουν επιτροπές σε όλες τις πόλεις της Αυστραλίας γι' αυτόν το σκοπό.
Επίσης, στην Ελλάδα, συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη υπάρχει μεγάλη στήριξη από Χριστιανικές Αδελφότητες. Μια από αυτές είναι ο "Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός".
Μακάρι να παρέμεινε ακόμη είδωλο για τους θαυμαστές του, γιατί το έργο που κάνει τώρα είναι αρκετά σημαντικό



Στα χνάρια του Δούρειου Ίππου
(Η αρχαία πόλη της Τροίας
από δορυφόρο)
Πηγή: Ιστοσελίδα, www.zougla.gr Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009,

Μια σημαντική ανακάλυψη φαίνεται πως έκανε μια ομάδα αρχαιολόγων στην αρχαία πόλη της Τροίας, αφού βρήκε τα λείψανα ενός άνδρα και μιας γυναίκας που υπολογίζεται πως πέθαναν το 1.200π.Χ., την περίοδο του Τρωικού πολέμου που καταγράφηκε από τον Όμηρο, σύμφωνα με τον Γερμανό καθηγητή αρχαιομετρίας, Ernst Pernicka, που ηγείται των ερευνών.
Ο καθηγητής είπε ότι οι σκελετοί των δύο ατόμων ανακαλύφτηκαν κοντά στην περιοχή που εκτιμάται πως βρισκόταν η γραμμή άμυνας του στρατού της αρχαίας πόλης της Τροίας την εποχή του Χαλκού.

Η τελευταία εξέλιξη ενδέχεται να καταλήξει σε αποδείξεις ότι η έκταση της Τροίας ήταν μεγαλύτερη από ό,τι μέχρι στιγμής υπολογίζεται και ως εκ τούτου να αλλάξει τον τρόπο που κρίνουν οι ακαδημαϊκοί την Ιλιάδα και τα ιστορικά στοιχεία που περιέχει.
Ο καθηγητής Ernst Pernicka δήλωσε σχετικά με τη σπουδαία ανακάλυψη της ομάδας του: «Αν τα λείψανα επιβεβαιωθεί ότι ανήκουν σε ανθρώπους που έζησαν το 1.200π.Χ. αυτό θα σημαίνει ότι έζησαν στην περίοδο του Τρωικού πολέμου. Διεξάγουμε τεστ χρονολογικής αξιολόγησης με τη μέθοδο του άνθρακα, αλλά το εύρημα από μόνο του είναι συγκλονιστικό».
Ο Γερμανός καθηγητής πρόσθεσε ότι τα αντικείμενα που βρέθηκαν κοντά στα λείψανα, από τα οποία έλειπαν τα κάτω άκρα, είναι επίσης από το 1.200π.Χ. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι είναι πιθανό τα δύο άτομα να θάφτηκαν 400 χρόνια αργότερα σε ένα σημείο, που οι αρχαιολόγοι εικάζουν ότι ήταν χώρος ταφής της Τροίας VΙ ή της Τροίας VII, που αντιστοιχούν στα διαφορετικά στρώματα της Τροίας, τα οποία έχουν προκύψει από τις αρχαιολογικές ανασκαφές.

Έμφραγμα: Δεν είναι σιωπηλός εχθρός...

ΠΗΓΗ: Υγεία online, 22-09-2009

Έτσι, σαν λογαριασμός που ζητά να πληρωθεί, έρχεται το έμφραγμα. Η καρδιά μας επαναστατεί και μας λέει ότι δεν μπορούμε να την «χορεύουμε» στη δική μας μουσική. Με έναν οξύ πόνο αρχίζει να μας λέει αντίο - αρχίζει, δηλαδή, να νεκρώνεται, αφού «βουλώνει» μία από τις στεφανιαίες αρτηρίες που μεταφέρουν το αίμα σε αυτήν και την κάνουν να χτυπάει. Από αυτό το λεπτό και μετά, ο χρόνος αρχίζει να μετρά αντίστροφα, απαιτώντας να μη χάσουμε λεπτό, να καλέσουμε εμείς ή οι γύρω μας ασθενοφόρο, διότι από την άμεση βοήθεια σε νοσοκομείο κρέμεται η ζωή μας.
Ομάδες υψηλού κινδύνου
Το έμφραγμα του μυοκαρδίου δεν έρχεται εν αιθρία, αρχίζει σιγά- σιγά και τρυπώνει στις συνήθειες της ζωής μας. Παχυσαρκία, κάπνισμα, υψηλή χοληστερίνη και αρτηριακή πίεση, καθιστική ζωή, παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, κληρονομικότητα και άγχος - μεμονωμένα αλλά κυρίως σε συνδυασμό μεταξύ τους - δημιουργούν ένα «ναρκοπέδιο» πάνω στο οποίο περπατά εν αγνοία του, κυρίως ο ανδρικός πληθυσμός ηλικίας 45 έως 55 ετών, που ανήκει στην κατηγορία υψηλού κινδύνου (οι γυναίκες συνήθως προφυλάσσονται αρκετά μέχρι την εμμηνόπαυση από τις ορμόνες του φύλου τους). Βέβαια, αυτή η ηλικιακή δεκαετία δεν είναι η μόνη που πλήττεται. Κινδυνεύουν και οι νεότεροι αλλά κυρίως οι άνω των 55 ετών όπου, επιπροσθέτως, εξομοιώνεται ο κίνδυνος για άνδρες και γυναίκες, επειδή μετά την εμμηνόπαυση οι γυναίκες χάνουν την προστατευτική ασπίδα των οιστρογόνων. Το έμφραγμα πλήττει στην συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων κατοίκους των ανεπτυγμένων χωρών και των πόλεων. Στην Ελλάδα, καταγράφονται κάθε χρόνο 25.000 νέα κρούσματα.
Οι κακές συνήθειες σε πρώτο στάδιο δημιουργούν την αρτηριοσκλήρυνση. Η αρτηριοσκλήρυνση είναι η σταδιακή εναπόθεση λιπαρών ουσιών (λέγονται λιπώδη ιζήματα) στο εσωτερικό τοίχωμα των στεφανιαίων αρτηριών, η οποία σχηματίζει μία πλάκα (λέγεται αθηρωματική πλάκα) που στενεύει τη διάμετρό τους. Το έμφραγμα αναπτύσσεται όταν κάποιο σημείο μιας στενεμένης αρτηρίας αποφραχθεί πλήρως από έναν θρόμβο αίματος, με συνέπεια να σταματήσει η τροφοδότηση του τμήματος της καρδιάς που εξαρτάται από αυτή την αρτηρία - και να αρχίσει η νέκρωσή του.
Συμπτώματα
Tο έμφραγμα του μυοκαρδίου εκδηλώνεται συνήθως με πόνο στην περιοχή της καρδιάς. Από την ένταση και κυρίως τη διάρκεια του πόνου κρίνεται σε πρώτη φάση το μέγεθος και η σοβαρότητα της κατάστασης. Στην πιο τυπική περίπτωση, ο ασθενής νοιώθει έναν δυνατό πόνο πίσω από το στέρνο, ο οποίος διαχέεται στην πλάτη, στον αυχένα και στο αριστερό χέρι. Είναι ένας πόνος έντονος, ο οποίος συνοδεύεται πολλές φορές από ζάλη, εφίδρωση και τάση προς έμετο, ενώ συχνά αναπτύσσεται και δύσπνοια. Ο πόνος μπορεί να διαρκέσει από μισή ώρα μέχρι και δύο ή περισσότερες, εάν δεν υπάρξει θεραπευτική παρέμβαση. Ο πόνος αυτός συχνά εμφανίζεται τις πρώτες πρωινές ώρες και δεν φεύγει με την ανάπαυση. Δυστυχώς, κυρίως στους ηλικιωμένους και τους πάσχοντες από διαβήτη, το έμφραγμα μπορεί να εκδηλωθεί ύπουλα με βασικό σύμπτωμα την δύσπνοια και την δυσφορία στο στήθος. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να ερμηνευθεί ως δυσπεψία και να ανακαλυφθεί στη συνέχεια από ένα καρδιογράφημα, το οποίο καταγράφει την βλάβη που αυτό άφησε στην καρδιά.
Πρώτες βοήθειες
Μόνο αν είναι συναισθηματικής φύσης ο πόνος στην καρδιά μπορεί κανείς να τον υπομείνει μόνος και καρτερικά. Η υποψία και μόνο ενός εμφράγματος δεν αφήνει περιθώρια για παράτολμους ελιγμούς, για πρόχειρες επί τόπου διαγνώσεις χωρίς νοσοκομείο, ούτε για ηρωισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπομονή είναι από επιζήμια μέχρι θανατηφόρα. Εάν το έμφραγμα που δίνει τα πρώτα σημάδια του είναι σοβαρό- πράγμα που δεν μπορεί να εκτιμήσει παρά μόνο ένας γιατρός και, μάλιστα, με τη βοήθεια ειδικών μηχανημάτων- η σωτηρία βρίσκεται στην έγκαιρη διακομιδή σε νοσοκομείο. Οι πρώτες κινήσεις, λοιπόν, είναι άμεση κλήση ασθενοφόρου, χαλάρωση των ρούχων και απόλυτη ακινησία, ώστε να μην κουράζεται καθόλου η καρδιά. Αν δεν υπάρχουν τα γνωστά υπογλώσσια χαπάκια που μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα που ήδη πάσχουν από κάποιας μορφής καρδιοπάθεια, ένα χεράκι βοηθείας δίνει η κοινή ασπιρίνη η οποία έχει αντιθρομβωτικές ιδιότητες. Μασήστε την, λοιπόν, τοποθετώντας την κάτω από τη γλώσσα, ώστε να απορροφηθεί πιο γρήγορα από τον οργανισμό. Προσοχή, όμως: η ασπιρίνη μπορεί να είναι σωτήρια μόνο για όσους δεν αντιμετωπίζουν πεπτικά προβλήματα, δεν είναι αλλεργικοί σε αυτήν ή δεν έχουν άλλες παθήσεις στις οποίες απαγορεύεται η χρήση της. Σε περίπτωση, βέβαια, που το οξύ έμφραγμα κάνει καρδιακή ανακοπή και ο ασθενής χάσει τις αισθήσεις του ή σταματήσει ο χτύπος της καρδιάς του, τότε επιβάλλεται να του δοθούν από τους γύρω του οι πρώτες βοήθειες: μιλάμε για την καρδιοαναπνευστική ανάνηψη, κατά την οποία γίνονται μαλάξεις στο στέρνο και τεχνητή αναπνοή έως ότου έρθει το ασθενοφόρο ή μεταφερθεί ο πάσχων στο νοσοκομείο.
Διάγνωση
Η διάγνωση αρχίζει με την λήψη του ιστορικού και συνεχίζεται με εξετάσεις. Πρώτα γίνεται καρδιογράφημα και αναλύσεις αίματος, και στη συνεχεία ο γιατρός κρίνει αν πρέπει να κάνει υπερηχογράφημα καρδιάς, σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου, καρδιακό καθετηριασμό ή ακόμα και στεφανιογραφία. Οι βασικότερες αρχικές εξετάσεις, όμως, είναι το καρδιογράφημα και οι αναλύσεις αίματος. Το καρδιογράφημα χρησιμοποιεί ηλεκτρομαγνητικά κύματα για να διερευνήσει τις διάφορες «ζώνες» του μυοκαρδίου και να επιβεβαιώσει κατ' αρχήν την ύπαρξη ή όχι του εμφράγματος, το σημείο όπου αυτό «χτύπησε», αλλά και την εξέλιξή του. Έμφραγμα σημαίνει «ανεξίτηλη βλάβη στην καρδιά», η οποία αφήνει το σημάδι της τόσο σε επίπεδο πληγής (δηλαδή στο συγκεκριμένο σημείο που επλήγη) όσο και σε επίπεδο μεγέθους της νέκρωσης που προκαλεί. Την νέκρωση αυτή «διαβάζει» σε όλη της την έκταση το καρδιογράφημα, στις πρώτες κρίσιμες στιγμές από τη διακομιδή στο νοσοκομείο. Και τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, όμως, είναι πολύτιμο, καθώς καταγράφει την σταδιακή βελτίωση αλλά και τις μόνιμες βλάβες ή επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν από το έμφραγμα (λ.χ. την καρδιακή ισχαιμία και τις αρρυθμίες). Οι εξετάσεις αίματος είναι πολύ σημαντικές διότι, στη διάρκεια του εμφράγματος, τα κύτταρα του μυοκαρδίου απελευθερώνουν ορισμένα ένζυμα στο αίμα. Από τα επίπεδα αυτών των ενζύμων μπορεί να αποσαφηνιστεί η εικόνα για το πόσο μεγάλη είναι η βλάβη που υπέστη η καρδιά. Το σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου είναι μία εξέταση που «φωτογραφίζει» τον βαθμό αιμάτωσης των μυών της καρδιάς. Βασικά εργαλεία για την εξέταση αυτή είναι μία κάμερα και το θάλλιο. Η κάμερα είναι ένα ειδικό φωτογραφικό μηχάνημα με μία ή τρεις κεφαλές που περιστρέφονται γύρω από τον θώρακα του ασθενούς βγάζοντας φωτογραφίες του μυοκαρδίου σε διάφορες φάσεις κοπώσεως και ηρεμίας. Το θάλλιο-201 είναι μία ελαχίστως ραδιενεργός ουσία, απόλυτα ασφαλής σύμφωνα με τους επιστήμονες, η οποία εισάγεται με ενδοφλέβια ένεση στο αίμα του εξεταζόμενου και όταν φθάνει με αυτό στην καρδιά μπαίνει στα μυϊκά της κύτταρα και τα «φωτίζει». Μια καρδιά λειτουργεί καλά όταν είναι καλά αιματωμένη. Αν είναι καλά αιματωμένη απορροφά και περισσότερο θάλλιο, επομένως αποτυπώνεται «φωτεινή». Στην αντίθετη περίπτωση όταν μία περιοχή της καρδιάς δεν αιματώνεται καλά, απορροφά λιγότερο θάλλιο και απεικονίζεται στη φωτογραφία «σκοτεινή».
Έτσι μέσα από το παιχνίδι των φωτοσκιάσεων στις διάφορες φωτογραφίες της καρδιάς οι γιατροί μπορούν να έχουν μία αναλυτική κλινική εικόνα της, από το σημείο όπου μπορεί να πάσχει μέχρι το μέγεθος των ελλειμμάτων αίματος. Με αυτά τα στοιχεία μπορούν να εκτιμήσουν την σοβαρότητα της στεφανιαίας νόσου, την αποτελεσματικότητα της θεραπείας μετά από έμφραγμα αλλά και άλλες πτυχές διαφόρων άλλων καρδιακών δυσλειτουργιών και παθήσεων.
Αντιμετώπιση-Θεραπεία
Σε περίπτωση σοβαρού εμφράγματος, και μόνη η έγκαιρη άφιξη στο νοσοκομείο ισοδυναμεί κατά 90% και πλέον με σωτηρία. Όσοι προλαβαίνουν να φθάσουν, λοιπόν, είναι οι τυχεροί αφού εκεί μόνο κατά ένα 7-8% το έμφραγμα αποβαίνει μοιραίο, ενώ έξω από το νοσοκομείο το 50% των σοβαρών περιστατικών δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν. Όταν ο ασθενής μπει στο νοσοκομείο και επιβεβαιωθεί το έμφραγμα, θα οδηγηθεί στην Μονάδα Εμφραγμάτων. Εκεί οι γιατροί είτε θα του χορηγήσουν θρομβολυτικά φάρμακα για να «ανοίξουν» την αρτηρία και να διαλύσουν τον θρόμβο που την «έφραξε», είτε θα κάνουν μία μικρή επέμβαση με καθετήρα με την οποία θα «ανοίξουν» την αρτηρία και θα σπάσουν τον θρόμβο, σταματώντας έτσι την επέκταση της νέκρωσης. Ο συνήθης χρόνος νοσηλείας στη Μονάδα Εμφραγμάτων δεν ξεπερνά τις 3-4 μέρες. Στη διάρκειά τους, ο ασθενής θα υποβάλλεται συνεχώς σε εξετάσεις για να αποτυπωθεί η πλήρης εικόνα της κατάστασής του, ενώ θα υποβληθεί και σε καρδιακό καθετηριασμό. Ο καρδιακός καθετηριασμός είναι μια απλή επέμβαση ρουτίνας (δεν απαιτεί καν ολική αναισθησία) με την οποία εντοπίζουν οι γιατροί την αρτηρία που έχει πληγεί και την επισκευάζουν.
Από την πορεία της υγείας του ασθενούς θα εξαρτηθεί αν στη συνέχεια χρειάζεται κάποια χειρουργική επέμβαση (μπάι-πας, αγγειοπλαστική με μπαλονάκι κ.τ.λ.) ή αν αρκεί μια απλή φαρμακευτική αγωγή και, βεβαίως, κάποιες αλλαγές στον τρόπο ζωής, που θα του επιτρέψουν να έχει μία φυσιολογική ζωή.Νέος τρόπος ζωής Το έμφραγμα είναι ένας σταθμός στη ζωή που σηματοδοτεί ένα τέλος και μία αρχή. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτή τη νέα αρχή σαν ένα είδος επιστροφής στην τάξη, δηλαδή στην αφαίρεση των παραγόντων κινδύνου. Ο ασθενής θα πρέπει να ζει με γνώμονα το μέτρο - το μέτρο που όλοι θα έπρεπε να ακολουθούμε, αλλά ειδικά για όσους επέζησαν από το έμφραγμα επιβάλλεται δια. ροπάλου - ειδάλλως, έχουν αυξημένες πιθανότητες να πάθουν κι άλλο. Κανείς δεν μπορεί να στηριχθεί και να επαναπαυθεί μόνο στα φάρμακα αν δεν αλλάξει τρόπο ζωής. Στη νέα ρότα περίοπτη θέση κατέχει η λέξη «τέλος». Τέλος στο κάπνισμα, στην παχυσαρκία, στα λίπη, στα κρέατα που ανεβάζουν την χοληστερίνη, τέλος στην πολυφαγία και στην καθιστική ζωή.
Τι πρέπει να κάνει ο ασθενής;
Να ασκείται, να τρέφεται υγιεινά (συνιστώνται πολλές σαλάτες, όσπρια, φρούτα και δημητριακά ολικής αλέσεως, ψάρια και απαραίτητα 1-2 ποτηράκια κρασί την ημέρα), καθώς και να μην. συγχύζεται, ούτε να αγχώνεται. Πρόληψη Το έμφραγμα χτυπά ύπουλα και απροσδόκητα αλλά όχι και τελείως απροειδοποίητα - στο 50% των περιπτώσεων τουλάχιστον. Τα πονάκια στο στήθος, οι μικρές και σύντομες αναπνευστικές δυσφορίες, η αύξηση των ενοχλήσεων σε περίπτωση κόπωσης, ακόμα και η στηθάγχη συνιστούν ένα καμπανάκι κινδύνου που δεν πρέπει να αρνείται κανείς να ακούσει. Ακόμη και αν η φύση των ενοχλήσεων αυτών ενδέχεται να είναι ψυχολογική - εκεί συνήθως προτιμούμε να τις αποδίδουμε, στο άγχος- έχουμε μόνο να κερδίσουμε από την διερεύνηση της αμφιβολίας, κυρίως εάν ανήκουμε σε κάποια από τις ομάδες υψηλού κινδύνου. Οι σχετικές εξετάσεις είναι εύκολες και ανώδυνες - και η πιο γνωστή είναι το τεστ κοπώσεως. Το τεστ κοπώσεως γίνεται συνήθως σε κυλιόμενο τάπητα ή ποδήλατο. Η λειτουργία της καρδιάς καταγράφεται μέσα από μία «καταναγκαστική» και αυξανόμενη άσκηση που την κουράζει, αναγκάζοντάς την να «δουλέψει» περισσότερο. Αυτό που αναζητάται με την εξέταση είναι αν μπορεί η καρδιά να τροφοδοτείται επαρκώς με αίμα. Την ώρα του τεστ κοπώσεως, ο γιατρός ελέγχει την καρδιακή λειτουργία με καρδιογραφήματα και συνεχή μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, ώστε να διαπιστώσει αν το μυοκάρδιο αιματώνεται σωστά σε συνθήκες όπου απαιτείται περισσότερο οξυγόνο ή αν παρατηρούνται δυσλειτουργίες από στένωση αρτηριών και άλλων αιμοφόρων αγγείων. Σε ασθενείς που δεν μπορούν να κινηθούν εύκολα το τεστ κοπώσεως γίνεται με παροχή ειδικών φαρμάκων.
Έρευνα
Η τελευταία δεκαετία έχει σηματοδοτήσει πραγματικά άλματα τόσο στον τομέα της πρόληψης του εμφράγματος, όσο και στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των καρδιοπαθών. Σήμερα οι γιατροί μπορούν να καταλάβουν καλύτερα τα οξέα στεφανιαία σύνδρομα και τους μηχανισμούς που τα προκαλούν. Η αποκαλούμενη επεμβατική καρδιολογία δίνει τώρα απαντήσεις, ασύλληπτες πριν μερικά χρόνια, απαλλάσσοντας τον ασθενή από την περιπέτεια της καρδιοχειρουργικής επέμβασης, ή μιας δεύτερης εγχείρησης μετά από μπάϊ πας (εγχείρηση στεφανιαίας παρακάμψεως) που θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών.
Τώρα με μία απλή επέμβαση (αγγειοπλαστική) με τοπική αναισθησία στο αιμοδυναμικό εργαστήριο και με ελάχιστη νοσηλεία οι γιατροί μπορούν να διανοίξουν μία στενωμένη αρτηρία με την βοήθεια ειδικών καθετήρων, καθώς και να την επιδιορθώσουν. Με διάφορες τεχνικές και τεχνολογικά μέσα μπορούν να βάλουν το «μάτι» τους μέσα στο αγγείο (αγγειοσκόπηση), ενώ ξέρουν πια καλά τι σημαίνει θρόμβος και γιατί η διάλυσή του (θρομβόλυση) άλλες φορές βοηθάει και άλλες όχι.
Μεγάλη σημασία στην πρόληψη εμφράγματος έχει τώρα η μέτρηση της θερμοκρασίας της αθηρωματικής πλάκας μέσω της οποίας μπορεί να απαντηθεί το ερώτημα αν είναι επικίνδυνη για έμφραγμα ή όχι. Μία στένωση, ακόμη και πολύ σοβαρή, δεν εξελίσσεται υποχρεωτικά σε έμφραγμα, ενώ μία άλλη πολύ μικρότερη μπορεί να ισοδυναμεί με «βόμβα έτοιμη να εκραγεί». Η τεχνική είναι απλή και Eλληνική. Με ένα καθετήρα-θερμόμετρο, που επινοήθηκε και εξελίχθηκε από τον καθηγητή κ. Στεφανάδη και την ερευνητική του ομάδα στην Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική που διευθύνει ο καθηγητής κ. Π. Τούτουζας, μετριέται η θερμοκρασία της αθηρωματικής πλάκας που αν είναι υψηλότερη από τα γειτονικά υγιή τμήματα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.
Λεωφ. Κηφισίας 25Τ.Κ 11523, Αμπελόκηποι - Αθήνα Τηλ: 2107782446 - Fax: 2107485039

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009


Ο Πάτμιος Εθνομάρτυρας ΄Αγιος Πλάτων Αιβαζίδης
(Φορητή Εικόνα στον ομόνυμο Ναό στην Εψιμιά της Πάτμου)
Γεννήθηκε στην Πάτμο το 1852 και ανατράφηκε με τα χριστιανικά ιδεώδη.
Στα 15 του χρόνια έγινε δόκιμος στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και σπούδασε στην Πατμιάδα Σχολή.
Το 1892 έγινε Διάκονος του Μητροπολίτη Λήμνου και αργότερα πήγε για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γνώρισε τον Μητροπολίτη Καστοριάς, Γερμανό Καραβαγγέλη, του οποίου έγινε βοηθός. Όταν ο Γερμανός έγινε Μητροπολίτης Αμάσειας στην περιοχή του Πόντου, ο Πλάτωνας τον ακολούθησε.
Εκεί κατηγορήθηκε από τους Τούρκους ότι είχε υποκινήσει επανάσταση των Ελλήνων και τελικά κρεμάστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1921.
Την ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου, η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του.
ΠΗΓΗ: Ιστοσελίδα της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου


Οι Μύλοι της Χώρας
θα ανοίξουν πάλι τα φτερά τους

Σύνταξη
Σμαράγδα Μουλιάτη Πηγή
ΠΑΤΜΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΙΟΥΛΙΟΥ 2009
Φωτό: Από τον W.E.GEIL

Μια μεγάλη προσπάθεια έχει αρχίσει να εφαρμόζεται.
Η επισκευή των τριών μύλων της Χώρας με την πρωτοβουλία και την χρηματοδότηση του Ελβετού Charles Pictet που «έταξε» να διασώσει την παράδοση των ανεμόμυλων, συμβόλου των ελληνικών νησιών και την μελέτη-επίβλεψη ειδικών μελετητών αρχιτεκτόνων και μηχανικών. Οι μύλοι της Χώρας Πάτμου, βρίσκονται σε μία περιοχή η οποία έχει κηρυχθεί προστατευόμενη με Υπ. Απόφαση, κατατάσσονται δε στην βάση ενός νόμου του 2002 (όπως όλα τα κτίσματα πλέον των 100 ετών), στα Ιστορικά μνημεία της χώρας.
Οι τρεις μύλοι της Χώρας της Πάτμου (ο τέταρτος αποτελεί ερείπιο) διαγράφονται πάνω στην κορυφογραμμή του λόφου, και είναι ορατοί, τόσο από το λιμάνι, όσο και από πολλά άλλα σημεία του νησιού. Οι φτερωτές τους συνέχισαν να κυματίζουν στον αέρα μέχρι το 1950, εποχή κατά την οποία εμφανίζονται στο νησί οι μηχανές ντίζελ, οπότε και σταμάτησαν τελειωτικά οι μύλοι να παράγουν αλεύρι.
Μετά από πολλές ατυχείς προσπάθειες μετατροπής τους, τα κτίσματα αυτά είναι σήμερα τελείως εγκαταλελειμμένα.
Πως όμως ένας Ελβετός που ήρθε στην Πάτμο για πρώτη φορά το 1996, προωθεί το έργο αυτό; Το παρακάτω κείμενο με την υπογραφή του στο project για την αποκατάσταση τους τα λέει όλα: “Γενεύη και Ελλάδα διατηρούν, εδώ και πολλούς αιώνες, στενές σχέσεις σε διάφορους τομείς. Για μια οικογένεια θαλασσοπόρων, η Ελλάδα είναι ταυτισμένη με έναν παράδεισο: η θάλασσα που την περιβάλλει, το μελτέμι της, τα νησιά της, η ιστορίας της και ο πολιτισμός της, είναι συνυφασμένα με απόλυτη αρμονία. Είχαμε την τύχη και το προνόμιο να την ανακαλύψουμε οικογενειακά, αλλά και με φίλους, πριν πολλά χρόνια. Προς ένδειξη τιμής και με αίσθημα αναγνώρισης, δεσμευτήκαμε να προσφέρουμε τα απαραίτητα για την διαφύλαξη ενός από τα τόσα πολλά σύμβολα της Ελλάδας: τους ανεμόμυλους.
Μετά από έρευνα και με αποφασιστικότητα, επιλέξαμε να επισκευάσουμε και να αποκαταστήσουμε τρεις μύλους, που ανήκουν στο Μοναστήρι του ιερού νησιού της Πάτμου. Αυτή η εξιδανικευμένη ιδέα μπόρεσε να προχωρήσει, χάρη στην βοήθεια και την στήριξη που μας παρείχαν, η Αυτού Αγιότης Βαρθολομαίος 1ος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικός Πατριάρχης, ο Αιδεσιμώτατος Αρχιμανδρίτης Αντίπας, πατριαρχικός Έξαρχος και Ηγούμενος του Μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου, καθώς και οι κυρίες Μαρία Μπέκετ και η κόρη της Δάφνη αρχιτέκτων, η οποία και βαπτίσθηκε στην Πάτμο, η πρωτοβουλία των οποίων υπήρξε καθοριστική για την υλοποίηση του έργου. Ευχαριστούμε τις ελληνικές αρχές για τις υπηρεσίες και την υποστήριξη που μας παρείχαν, καθώς και τους φίλους Έλληνες για την βοήθεια που μας προσέφεραν τόσο από ηθική όσο και από οικονομική άποψη.” Συναντήσαμε την κ. Δάφνη Μπέκετ αρχιτέκτων που συγκαταλέγεται στην ομάδα των μελετητών. Μας μίλησε με πολύ μεγάλο ενθουσιασμό για την αποκατάσταση των μύλων της Πάτμου. Ο ενθουσιασμός της οφείλεται στο γεγονός ότι η Δάφνη ερχόταν από παιδί στην Πάτμο και ήταν και δική της επιθυμία η αποκατάσταση των μύλων. Μια επιθυμία που αναπτύχθηκε σιγά – σιγά μέσα στο χρόνο. Πληροφορηθήκαμε δε πως είναι ο άνθρωπος που ώθησε τον κ. Charles Pictet, να ξεκινήσει την εφαρμογή του σχεδίου αποκατάστασης των ανεμόμυλων του Αιγαίου από την Πάτμο. Μετά την αποδοχή της πρότασης : Μεταξύ του κυρίου Charles Pictet και του Αιδεσιμότατου Αρχιμανδρίτη Αντύπα, Ηγουμένου του Μοναστηρίου του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου της Πάτμου, έχει υπογραφεί ένα συμβόλαιο. Με το συμβόλαιο αυτό, καθορίζονται οι αντίστοιχες ευθύνες των δύο μερών και ο μεν κύριος Charles Pictet αναλαμβάνει την χρηματοδότηση του έργου αποκατάστασης του πρώτου μύλου, ενώ τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας του, τα αναλαμβάνει το Μοναστήρι. Προς το παρόν δεν έχει ακόμα συμφωνηθεί ο διακανονισμός χρηματοδότησης και επισκευής των άλλων δύο μύλων.
Η μελέτη αποκατάστασης των μύλων έχει ολοκληρωθεί. Έχουν επίσης τελειώσει οι διαδικασίες άδειας από το Υπ. Πολιτισμού, καθώς και από το Γραφείο Πολεοδομίας. Στη μελέτη συμμετείχαν και μηχανικοί: Δάφνη Μπέκετ, Αρχιτέκτων, Μισέλ Ροσιέ, Αρχιτέκτων E.T.H Zrick, Κριστιάν Λασκαρίδης, Αρχιτέκτων D.P.L.G., Ευάγγελος Ζαφείρης, Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π., Αντώνης Πλυτάς, Ηλεκτρολόγος Μηχανικός Ε.Μ.Π., Νίκος Καμπάνης, Μηχανολόγος Μηχανικός PhD. ImperialΕύη Μαλισιάνου, Designer Msc. Tudelft
Η Παράδοση του έργου θα γίνει Ιούλιο 2010.


Η IP σου είναι

Sign by Danasoft - Get Your Free Sign

ΕΙΣΑΙ ΑΠΟ......

Βάλε προορισμό και δες την διαδρομή που διάλεξες

News

TV Online

Skype