Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Νεκροταφείο, ή Κοιμητήριο;

Το κοιμητήριο ...
Π. Ευέλθων Χαραλάμπους
Ένας χώρος ιερός και σεβάσμιος είναι εκείνος του κοιμητηρίου, όπου αναπαύονται τα σώματα των προσφιλών μας προσώπων μέχρι τη μέρα της κοινής αναστάσεως.
Άλλοτε τα κοιμητήρια βρισκόντουσαν στο κέντρο των κοινοτήτων, στον περίβολο των ναών. Έτσι, κατά τις λειτουργικές συνάξεις, θριαμβεύουσα και στρατευόμενη Εκκλησία βρισκόταν στον ίδιο χώρο, δοξολογούσα και προσευχομένη στον Κύριο. Σήμερα τα κοιμητήρια μεταφέρθησαν έξω από τις πόλεις, δεν έχασαν όμως ούτε την Ιερότητα ούτε τη σημασία τους. Και επειδή είναι ένας χώρος που όλοι οι χριστιανοί τον επισκεπτόμαστε, γι' αυτό και σημειούνται τα πιο κάτω.
Πρώτα - πρώτα πρέπει το κοιμητήριο να το αναφέρουμε με το όνομά του: Κοιμητήριο. Ο θάνατος για μας τους χριστιανούς λογίζεται σαν ύπνος, οι νεκροί κοιμούνται. Κοιμητήριο, λοιπόν, όχι νεκροταφείο.
Με αφετηρία τη χριστιανική θεώρηση ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ιερό -αφού βαπτίσθηκε, χρίσθηκε, αγιάσθηκε, τράφηκε με το σώμα και το αίμα του Χριστού- ακόμη και η σκόνη του κοιμητηρίου είναι ιερή. Γιατί στο χώμα του κοιμητηρίου «διαλύονται εις τα εξ ων συνετέθησαν» τα σώματα των νεκρών. Γι' αυτό με προσοχή, ευλάβεια και σεβασμό εισερχόμαστε και βαδίζουμε σ' αυτό... Να πλησιάζουμε τους τάφους με συστολή και ευλάβεια.

Παρ' όλο ότι γνωρίζουμε πως στον τάφο βρίσκεται μονάχα το σώμα, ο δερμάτινος χιτώνας του ανθρώπου, ενώ η ψυχή βρίσκεται στους ουρανούς, στους κόλπους του Αβραάμ, όμως στο κοιμητήριο θα γίνει κάτι πολύ σημαντικό, ανεπανάληπτο: Εδώ θα πραγματοποιηθεί η ανάσταση των νεκρών. Όταν θα ηχήσει η αρχαγγελική σάλπιγγα, τα σώματα, που τώ¬ρα βρίσκονται σε αναμονή, κοιτάζοντας προς ανατολάς για να δουν ερχόμενο τον Κύριο της δόξας, θα αναστηθούν για την τελική Κρίση.
Αυτά τα «εν αναμονή» βρισκόμενα σώματα θυμιατίζουμε με λιβάνι, όπως ακριβώς θυμιατίζουμε τα εικονίσματα του Χριστού και των Αγίων. Αφού λοιπόν μέσα στο κοιμητήριο προσφέρουμε θυμίαμα είναι πολύ λυπηρό να βλέπεις ανθρώπους στον ίδιο χώρο να προσφέρουν λιβάνι στο διάβολο (όπως έχει χαρακτηριστεί το τσιγάρο). Σίγουρα οι άνθρωποι, που συχνάζουν στο κοιμητήριο, είναι άνθρωποι πονεμένοι. Το τσιγάρο, όμως, δεν απαλύνει τον πόνο. Φθορά στην υγεία προκαλεί, ζημιά στο σώμα, που όπως προαναφέρθηκε είναι ιερό, άγιο, ανήκει στο Θεό.
Όσο ιερός και σεβάσμιος κι αν είναι ο χώρος του κοιμητηρίου, δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζει από την αλήθεια: Ότι, ο τάφος είναι μία σκάλα που ανεβάζει στον ουρανό. Μετά που θα προσκυνήσουμε τον σταυρό του προσφιλούς μας προσώπου (το σύμβολο της Αναστάσεως), να υψώνουμε στον ουρανό τα μάτια και να προσευχόμαστε στο Θεό για ανάπαυση της ψυχής του νεκρού μας.
Ένα λιτό μνημείο, απαραίτητα ένας απέριττος σταυρός, λίγα λουλούδια, ένα καντήλι, ένα κερί και θυμιάτισμα είναι αρκετά για τη γη. Η προσοχή μας και η ένταση να προχωρούν πάρα πέρα, να ανεβαίνουν πιο ψηλά. Να μετουσιώνονται σε προσευχή και ικεσία «υπέρ μακάριας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως της ψυχής του κεκοιμημένου δούλου του Θεού».
Πρωτοπρεσβύτερος π. Ευέλθων Χαραλάμπους
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.impantokratoros.gr/p-euelthon-koimhthria.el.aspx

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Διήγημα

Θαλασσινό μπουρίνι
Του Βασίλη Χαραλάμπους

Απόβραδο στην προκυμαία που άλλοτε ξεφόρτωναν τόσες βαρκαδιές προσφυγιά από την πονεμένη Μικρασία. Τα φώτα μονάχα λιγοστά από εκείνο το μικρό καπηλειό, σχεδόν στο μουράγιο ριγμένο. Κατ΄αντίκρυ γιαλοί γιομάτοι καημό. Σε τούτο το νησί της Καλύμνου αγιάλευτο τόπο ν΄αποζητάς δεν είναι πρεπούμενο. Κάποιοι ψαράδες,άκλαυτοι παλαιοί καπεταναίοι, αδιάφοροι από του καπηλειού τα τόσα τραγουδήματα ξόμειναν να τηρούν τ΄απλάδια στην πρύμνη της ψαρόβαρκας. Ψαράδες πολυταξιδευμένοι που τις τόσες θύμισες αναδεύουν κι αταξίδευτα μονάχα σε τούτο το νησί τ΄ακροβράχια π΄ αντιπαλεύουν καθημερινά το κύμα. Κρυφομιλά κι ο ζέφυρος με τη σκούνα που ξώμεινε μεσοπέλαγα τόσες λεύγες από τούτα τα βράχια
Ο καπετάν-Γιάννης ο Ψαθάκης ο ψαράς, στα ακροβράχια κάθεται, πλάϊ στο πεταγμένο αρμίδι, το παραγάδι φτιάχνει και τραγουδεί. Κάθε στοχασμός κι΄ένα τόσο δα ξόμπλι για τον άδολο τούτο καπετάνιο. Το νύχτωμα τον βρίσκει καθημερινά στο ίδιο μοιράδι. Χτες ολονυκτίς στο λαμνοκόπι κι έπιασε όλο κι όλο μια καλαθιά συναγρίδα. Παρέκει το μεγάλο ψαροκάλαθο αδειανό. Κι όμως, για τούτο τον γέρο ψαρά η παραπανίσια αγκιστριά είναι για τα φτωχοπαίδια της γειτονιάς.
Με του όρθρου την αχνάδα τανάπαλιν θα γυρίσει στο φτωχοκάλυβό του. Το κύμα σπάει αγριεμένο στα βράχια και κάνει του καπετάν-Γιάννη το τραγούδημα υποφερτό για τους ψαράδες της τράτας πιο πέρα. Κάθε τόσο διακόπτει τούτο τραγούδημα και σφυρίζει κάποιο σκοπό. Αν σφύριζε μονάχα ίσως καλύτερα θα ήταν. Ευτυχώς είναι και το κύμα αγριεμένο απόψε και του ζέφυρου είναι ασίγαστη η μουρμούρα. Την τόση όμως σιγαλιά της νύχτας σπάσαν φωνές αλλόκοτες ,των κάθε που μεθοκοπούν τ΄ αλλότριο τραγούδημα.
-Μεθυσμένοι πάλι, μουρμούρισε.
Τούτα τα παιδιά κουβάλησαν στο μουράγιο της πολιτείας την τύρβη.
-Ε, καπετάν-Γιάννη, καλώς τα δέχτηκες ακούστηκε απ΄ τη βάρκα.
-Τι να γίνει βρε παιδιά, το καθημερινό μας μοιράδι.
Μια παρέα από νέα παιδιά αγκαλιασμένα τραγουδούν παραπατώντας πέρα δώθε στην προβλήτα ακροβατούν. Άδικα θαρρώ πασκίζει ο αντίλαλος να φευγατίσει ετούτες τις φωνές στο λόφο κατ΄ αντίκρυ.
-Για κολύμπι παιδιά, φώναξε αυτός που φαινόταν πιο πολύ μεθυσμένος.
-Μέσα Στάθη φώναξε άλλος.
-Δεν είμαστε καλά, είπε άλλο παιδί. Δεν σας είπα να μη πιείτε πολύ.
-Παιδιά σοβαρευτείτε, φώναξε ο καπετάν-Γιάννης.
Έτσι φωνάζοντας και τρικλύζοντας πλησίασαν τον καπετάν-Γιάννη.
-Κυρ-ψαρά μου, βαρκάδα να μας πας;
-Παιδιά δεν βλέπετε; Μπουνάτσα απόψε δεν έχει. Άμα βγούμε απ’ τον κολπίσκο με τέτοιο μπουρίνι στον πάτο θα βρεθούμε όλοι.Κοντολογίς ξηγά στα παιδιά που σκολιαρούδια ακόμη μοιάζουν πως μπορετό δεν είναι κατάορτσα να πάνε. Τούτη η αγριάδα του πελάγους και τον φόβο τον κάνει να φαντάζει αλλιώς, στην τόση απεραντοσύνη. Παραύστερα είναι κι η νυχτιά που όλα φαντάζουν δειλιασμένα.
-Παιδιά κάντε λίγο πιο πέρα, θα μου ρίξετε το πανέρι με τις σουπιές για το παραγάδι στη θάλασσα.
-Λοιπόν καπετάνιο, θα μας πας βαρκάδα; Ή θα πάμε μονάχοι μας.
-Πως θα πάτε παιδιά με τέτοιο καιρό;
-Εμείς καπετάνιο θα πάμε. Να εκείνη η ψαρόβαρκα δεμένη στο μουράγιο.Δικιά σου είναι;
-Όχι παιδιά μα τι σημασία έχει;
-Τόσο το καλύτερο.
-Παιδιά δεν είμαστε καλά. Θα πνιγείτε.
Δεν είναι για ξηγητούρια η θάλασσα κατ΄ αντίκρυ. Θαλασσινό μπουρίνι πούρχεται και ματάρχεται κι όσο πάει η ώρα ο φλοίσβος ξετυλίγεται στον αγέρα. Κατά πως φαίνεται δεν είναι φοβέρα για δαύτους το φουρτούνιασμα. Κάνουν λοιπόν να κινήσουν κατά τη βάρκα και ο Δήμος βάζει το στήθος μπροστά.
-Φύγε από δω, του λέει ο Στάθης.
Σπρώχνει λοιπόν τον Δήμο και πάνε κατά τη βάρκα. Μπαίνουν τρικλύζοντας στη ψαρόβαρκα κι αρχινούν τα σπρωξίδια ποιός θάναι ο καπετάνιος. Σηκώνεται κι ο ο καπετάν-Γιάννης κι ο Στάθης ξεπροβάλλει παρεμπρός του και και δέχεται κι αυτός ένα δυνατό σπρωξίδι .
-Αλλιώτικη βραδιά απόψε, μονολόγησε ο καπετάν-Γιάννης, διαπορώντας ακόμα γιατί τόσος τάραχος.
Τα παιδιά μπαίνουν λοιπόν στη βάρκα κι αρχινούν να κωπηλατούν. Σκολιαρούδια σχεδόν με το κουπί κατέναντι στο μεγάλο τρικύμισμα. Μόλις όμως βγαίνουν λίγο έξω από το μουράγιο αρχινούν τις φωνές. Τόσοι νομάτοι τόσα φωναχτά. Έτσι είναι βρατσέρα που ποντοπορεί να την αποζητάς μεσοπέλαγα. Ο καπετάν-Γιάννης αμέσως πετάγεται πάνω και τρέχει μ΄ όλη του τη δύναμη στην έξοδο του κολπίσκου. Φθάνει λοιπόν και παίρνει ένα χοντρό καραβόσχοινο και προσπαθεί να το ρίξει στα παιδιά με τη βάρκα.
–Έλα πάρτε το σχοινί παιδιά .
Που όμως να μπορέσουν τα παιδιά να πάρουν το σχοινί με τέτοια τρικυμία. Ο καπετάν-Γιάννης συνέχεια το έπαιρνε και το ξαναπετούσε προς τη βάρκα .
-Έλα Λιασάκη, φώναζε ο μικρότερος της παρέας .
Ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε τον καπετάν-Γιάννη.
-Λιασάκης, είπες παιδί μου;.
-Τον ξέρεις κυρ-ψαρά μου;
-Όχι, ξακουσμένο όνομα .
-Ναι του βιοτέχνη του Λιασάκη .
Ο καπετάν-Γιάννης ξακολουθούσε να ρίχνει το σκοινί μονολογώντας .
-Ακούς εγώ,ένα Λιασάκη να σώσω; Μα πάλι τι φταίει το καυμένο το παιδί αν ο πατέρας του μου πήρε τη μεγάλη τη ψαρόβαρκα;
Απλώνει το χέρι ο Στάθης ο Λιασάκης να πάρει το καραβόσχοινο και βρέθηκε ευθύς στη θάλασσα.
-Πνίγομαι, πνίγομαι.
-Δεν γνωρίζει κολύμπι, φώναξε στον ψαρά ο Δήμος.
-Τρέξε κυρ –ψαρά μου, πνίγομαι σου λέω φώναζε ο Στάθης.
Με μιας ο καπετάν-Γιάννης βρέθηκε στη θάλασσα. Τόσες φορές αντάμωσε καταμεσής στο πέλαγος τον ζέφυρο μονάχο.
-Έρχομαι παλληκάρι μου, φώναξε ο καπετάν-Γιάννης κολυμπώντας κατέναντι στα αγριεμένα κύματα
Να φανταστεί κανένας πως και στο μουράγιο μέσα οι ψαρόβαρκες χοροπηδούσαν. Πλησίασε λοιπόν τον Στάθη ο καπετάν-Γιάννης και σαν έμπειρος κολυμβητής που ήταν τον άρπαξε με δεξιοχνία . Αλλά τώρα πως θα βγούνε; Ήταν όλο βράχια και τα κτυπούσε αγριεμένο κύμα. Σ΄ ένα ακροβράχι τα βόλεψε και έβγαλε τον Στάθη στην στεριά. Παραύστερα μ΄ ένα χονδρό καραβόσκοινο πούριξε στα παιδιά τράβηξε τη βάρκα με τα παλληκάρια στο μουράγιο.
Ο μικρότερος της παρέας άρχισε παλαμάκια να κτυπά και να τραγουδεί ένα από κείνα τα ξενόφερτα. Ξανάρθε το χαμογέλιο και στους άλλους της παρέας. Στην τράτα που τώρα φαινόταν το μικρό φαναράκι ούτε που πήραν είδηση. Μάζεψε κι΄ο καπετάν-Γιάννης τα σύνεργά του, τύλιξε με τον σάκκο του τον Στάθη κι΄ έτσι όπως ήταν καταβρεγμένος κίνησε για το φτωχοκάλυβό του. Τα παιδιά της παρέας σε λίγο φύγαν κι΄ αυτά.
Μεγάλο καημό είχε κείνη τη ψαράβαρκα ο καπετάν-Γιάννης ο Ψαθάκης. Τι να γίνει όμως; Ο προκομένος ο Λιασάκης του την πήρε για λίγα χρωστούμενα. Το δίκιο του όμως που να βρεί; Ίσως νάναι π΄ αρχινίσανε οι άνθρωποι περίσσια να φυλάνε το δικό τους μονάχα Ή μήπως μας πικραίνει μόνο τ΄ άδικο άρπαγμα τ΄ αλλουνού; Μου φαίνεται πως το περίσσιο φύλαγμα άρπαγμα είναι κι αυτό.
Τώρα πάει καιρός που κείνη η ψαρόβαρκα τσακίστηκε στ΄ ακροβράχια και μόλις που γλύτωσε ο Λιασάκης. Κατά βάθος ο καπετάν-Γιάννης ο Ψαθάκης είναι και τούτος άνθρωπος ανεξίκακος σαν και τους ψαράδες του νησιού του. Καθώς δίχα το δίκιο αγάπη δεν λογιέται έτσι θαρρώ και για τούτο τον γέρο ψαρά το δίκιο λογιέται αλλιώς όταν τανάπαλιν την αγάπη λογαριάζει. Μαθεμένοι αλλιώς βλέπεις ετούτοι οι ψαράδες ν΄ αντιπαλεύουν καθημερινά την καταγάλανη αλμύρα και παραύστερα περίσσεια μαζί της να φιλεύουν. Έτσι και στης ζωής τους θαρρώ το διάβα, κακία ποτέ να μη κρατούν.
Σε λίγες μέρες τανάπαλιν στην προκυμαία του νησιού. Το μουράγιο γιόμισε ψαροκάϊκα. Η ίδια νοσταλγία στα ίδια βράχια κι ο πουνέντες μεσοπέλαγα εξιστορεί το ίδιο ταξίδι με τις σκούνες ανάπλωρα. Καταμεσής στο πέλαγος που και που κανένα καράβι ταξιδεμένο σε ξενιτειές που πικραίνουν κι΄ από το μουράγιο να χαιρετούν οι φιγούρες του μεγάλου καημού. Αποστηθίζει θαρρείς ο ανήσυχος πουνέντες τον περίσσιο καημό των μανάδων της Καλύμνου π΄ αγναντεύουν καθημερινά τον αιγιαλό. Εκεί όπου ανταμώνει το πρώτο φέγγος με τον ίσκιο των βράχων, μια μεγάλη ψαράβαρκα δεμένη στο μουράγιο και κάποσοι ψαράδες να την κοιτούν με θαυμασμό. Μονάχα ο γέρο-Σταμάτης συνέχισε αδιάφορος την ορμιά να τυλίγει. Πάει κι ο καπετάν-Γιάννης να θαυμάσει τούτη τη μεγάλη ψαρόβαρκα. Κοιτάζει να δει τον καπετάνιο της . Στην πλώρη με μεγάλα γράμματα."ΚΑΠΕΤΑΝ ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΑΘΑΚΗΣ"
-Τι είναι τούτο πάλι, μονολόγησε ο καπετάν-Γιάννης.
-Μπράβο καπετάν-Γιάννη, φώναξε ο Θωμάς.
Ο Βασίλης του Καμαρωτού μ΄ ένα πήδημα βρέθηκε στη ψαράβαρκα, κάτι περιεργάστηκε εκεί κι ύστερα πέταξε στον καπετάν-Γιάννη ένα γράμμα .
 Καπετάν-Γιάννη για σένα, είπε πετώντας του το γράμμα.
Μ΄ απορία πήρε ο καπετάν-Γιάννης το γράμμα που απ΄ έξω είχε γραμμένο το όνομά του κι΄ άρχισε να το διαβάζει ψιθυριστά: " Η πιο μεγάλη συγνώμη για κείνη τη ψαράβαρκα που άδικα σου έχω πάρει και συνάμα το πιο μεγάλο ευχαριστώ που έσωσες το γυιό μου το Στάθη. Η ψαρόβαρκα δική σου. Νίκος Λιασάκης."
Τσαλάκωσε στην παλάμη το χαρτί και πήγε πιο πίσω στα βράχια κι έμεινε να κοιτάζει πότε τούτη τη μεγάλη ψαρόβαρκα πότε το τσαλακωμένο χαρτί. Τόση ώρα πέρασε κι οι ψαράδες ακόμα συζητούσαν για την ψαρόβαρκα του καπετάν-Γιάννη, της "συγνώμης" τη ψαρόβαρκα. Οπου νάναι θα ξεμακρύνουν τούτα τα ψαροκάϊκα, θα ξεπροβοδώσει κι΄ο αγέρας τούτο το πρωτοτάξιδο. Τανάπαλιν θα ρημωθεί τ΄αγκυροβόλιο και θ΄ακούγεται μοναχά ο σπαραγμός των γλάρων. Κι οι λιαχτίδες συνέχισαν να τρεμοπαίζουν γιομίζοντας μ΄ουρανό το πέλαγος με κληρούχο θαρρώ μοναχά το πουνέντε με τις σκούνες ν΄αντιπαλεύει μεσοπέλαγα. Είναι βλέπεις μαθεμένοι αλλιώς ετούτοι οι ψαράδες ν΄ αντιπαλεύουν καθημερινά την καταγάλανη αλμύρα και παραύστερα περίσσεια μαζί της να φιλεύουν. Κάπως έτσι θαρρώ και στο δικό τους της ζωής το διάβα.

Αφρική






NINAPENDA
Του Βασίλη Χαραλάμπους
_____

Κι αναρρωτιέμαι ακόμη

από κείνη την περιδιάβαση

στην Τανζανία με τ΄αβάσταχτο λιοπύρι

πότε αλήθεια πέρασα

από τη λίμνη Βικτώρια

από το αψηλό Κιλιμάντζαρο

από κείνο τ΄ αγροκάλυβο

πλαϊ στο ποτάμι

κι από την μακρινή Ταγκανίκα.

Κείνος ο καημός

στη γλώσσα Σουαχίλι

από μικρά παιδάκια

π΄ αργοσβήνουν με το πονεμένο βλέμμα.

Αχάραδα ακόμη

με της παντοχής τ΄ άροτρο

έκανε τούτο το πέρασμα

τόσο μα τόσο αδιάφορο.

Θύμησες από κείνο το διάβα

το τόσο παρακλητικό βλέμμα

και παραύστερα

κείνο το ninapenda

που στη λαλιά τη Σουαχίλι

θα πει σ΄ αγαπώ

ανεμίδι

που ξετυλίγει και τούτο

το νήμα

από της καρδιάς την ομορφάδα.


Από την ποιητική Συλλογή « Αρμίδι »

"Το ήθος αυτοσεβασμού"

Χρῆστος Γιανναρᾶς
 Μην εξουθενώνουμε το ήθος αυτοσεβασμού
Ημερομηνία δημοσίευσης: 12 Φεβρουαρίου 2012
Δεν μπορώ να καταλάβω, ίσως από δική μου ελλιπή πληροφόρηση ή ελλιπή ευστροφία, τον δημόσιο στην Eλλάδα λόγο σήμερα που υποστηρίζει επίμονα την ανάγκη να πειθαρχήσουμε άνευ όρων στις οποιεσδήποτε απαιτήσεις των δανειστών μας. Kαταλαβαίνω τους λόγους για τους οποίους καθόλου τυχαίοι πολιτικοί και οικονομολόγοι, με κατακτημένο στον διεθνή στίβο κύρος, υποστηρίζουν ότι η συνταγή της τρόικας για «ανάκαμψη» της ελληνικής οικονομίας είναι εξωφρενικά παράλογη, βυθίζει τη χώρα σε ολοένα βαθύτερη ύφεση. Δεν καταλαβαίνω ανθρώπους στην Eλλάδα τιμημένους με την ευθύνη δημόσιου λόγου, έμπειρους του αφόρητου πνιγμού της οικονομίας από την τρόικα, που εμφανίζονται «βασιλικότεροι του βασιλέως» και δεν διανοούνται αντίρρηση ή αντίσταση στην κατάφωρα λάθος – συνταγή.
Oι αναγνώστες τής εδώ, κάθε Kυριακή, επιφυλλίδας θα έχουν πιστοποιήσει τη συχνή έκφραση οδύνης για την απουσία κάποιων παρεμβάσεων ευθύνης, ενθάρρυνσης, κριτικής μετοχής στην ανέλπιδη αγωνία της ελληνικής κοινωνίας από ηγούμενους θεσμών νευραλγικής σημασίας για την κοινωνική συνοχή και ευρυθμία: Aκαδημία Aθηνών, Πανεπιστήμια, Δικαιοσύνη, Eπιστημονικές Eταιρείες. Aπουσία παρέμβασης, πρωτίστως ουσιαστικού εκκλησιαστικού λόγου, λόγου με προϋποθέσεις και κριτήρια «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, της ανθρωπιάς, της αλληλεγγύης.
Kαι να που, απροσδόκητα, στις 3.2.2012 εμφανίστηκε μια επιστολή (με περικοπές στον Tύπο, ακέραιη στο Διαδίκτυο) του αρχιεπισκόπου Iερωνύμου προς τον πρωθυπουργό Παπαδήμο, πραγματική έκπληξη: Xωρίς βολικές αοριστολογίες και ακίνδυνες ιδεαλιστικές γενικεύσεις, χωρίς το παραμικρό ίχνος εθνικιστικής δημαγωγίας ή παραταξιακής πολιτικής οπτικής, ντόμπρα και τίμια, η επιστολή κραυγάζει έγνοια και οδύνη. Δίνει φωνή στη συμφορά, τη συνεχώς επιτεινόμενη, που ζουν εκατομμύρια άνθρωποι των οποίων μπροστάρης, «πάντων διάκονος» και προνοητής, έχει ταχθεί ο αρχιεπίσκοπος.
Aκαριαία φρύαξαν οι μαχητικοί υποστηρικτές της πειθάρχησής μας, άνευ όρων, στην τρόικα. Tο κείμενο της κατάδηλης αγωνίας και έγνοιας του αρχιεπισκόπου παρερμηνεύτηκε με εξαμβλωματική αυθαιρεσία, λοιδορήθηκε, καταγγέλθηκαν ατιμωτικές οι προθέσεις του. Eπιστρατεύθηκε αμέσως η λάσπη ότι «ο κ. Iερώνυμος επιλέγει παράταξη», ότι «ασκεί πολιτική υπαγορεύοντας, μέσω της κριτικής, μια συγκεκριμένη γραμμή πλεύσης»! Oτι «η πλάτη του λαού δεν αντέχει παιχνίδια πολιτικής και από τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους του κράτους»! Oτι «τα λόγια του επισκόπου είναι πισώπλατο χτύπημα σε όσους πληρώνουν τους φόρους τους, βλέπουν την περιουσία τους να αποψιλώνεται και εργάζονται σκληρότερα»!
Eχουν ίσως το ελαφρυντικό του πανικού: κάθε αμφισβήτηση της συμμόρφωσης με τις επιταγές των «αγορών», με το απάνθρωπο παιχνίδι του διεθνούς τζόγου, τους γεννάει τρόμο παραληρηματικό. Aν το χρήμα είναι το μοναδικό «νόημα» της Iστορίας και των στοχεύσεων του βίου, τότε το να προσκυνάς τους ισχυρούς διακινητές του συνιστά νομοτέλεια. Eχουν και το ελαφρυντικό, οι φρυάξαντες, του μιμητικού αντικληρικαλισμού, τυπικού προϊόντος βαλκανικού επαρχιωτισμού και ημιμάθειας. Δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να πληροφορηθούν τουλάχιστον τι είναι η Eκκλησία, τι είναι ο λειτουργός του εκκλησιαστικού γεγονότος, ποια η σχέση του με το λαϊκό σώμα που συγκροτεί (πραγματώνει και φανερώνει) την Eκκλησία.
O αντικληρικαλισμός, για όποιον σέβεται στοιχειωδώς την Iστορία, δικαιολογείται στις κοινωνίες της Δύσης, που βγήκαν από τον μεσαίωνα με την οδυνηρή εμπειρία του βατικάνειου μοντέλου θρησκειοποίησης της Eκκλησίας. Nα μεταφέρεται αυτή η αγανάκτηση ή αποστροφή και στις κοινωνίες της ελληνικής εμπειρίας, είναι ανιστόρητος μεταπρατισμός, αξιογέλαστο σύμπτωμα μειονεξίας επαρχιώτη.
Oι εκκλησιαστικοί λειτουργοί του λαϊκού σώματος δεν είναι, όπως θα ήθελαν οι οργισμένοι με τον αρχιεπίσκοπο, «θρησκευτικοί υπάλληλοι του κράτους». Δεν δικαιώνουν τον ρόλο τους με την «ψυχολογική στήριξη του πληρώματος», δηλαδή με το να αφιονίζουν το πλήθος για να υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα σε εγκλήματα «θεραπειών σοκ» που αποφασίζουν τα διευθυντήρια διεθνών τζογαδόρων. Δεν είναι η Eκκλησία ένας επιπλέον «κοινωφελής» θεσμός ανάλογος με το IKA, δεν εκμαιεύει ανοχή οργανώνοντας συσσίτια. Eίναι τουλάχιστον απληροφόρητος όποιος την ταυτίζει, όχι με το λαϊκό σώμα που τη συγκροτεί, αλλά με μια αυτόνομη διοικητική δομή, ένα Bατικανό ή ένα Kρεμλίνο, που παζαρεύει ρόλους, αρμοδιότητες εξουσιαστικές ή προνόμια – και μάλιστα φοροαπαλλαγές (όταν, ακόμα και ορφανοτροφεία εκλλησιαστικά φορολογούνται βάναυσα).
Kάποτε ελληνικότητα σήμαινε μετάβαση από την «κοινωνίαν της χρείας» στην «κοινωνίαν του αληθούς» και η «πολιτική» για τους Eλληνες, ο βίος της «πόλεως», ήταν «κοινόν άθλημα αληθείας». Δεν γίνεται «πολιτική» και «δημοκρατία», με την ελληνική σημασία των λέξεων, χωρίς Παρθενώνα και Aγια-Σοφιά: χωρίς μεταφυσικό άξονα αναφοράς της ατομικής ευθύνης και της κοινωνικής συνοχής, χωρίς «σέβας του ιερού». Aκόμα και το Σύνταγμα της Πρώτης Eθνικής Συνέλευσης της Eπιδαύρου, όταν θέλησε να ορίσει ποιος είναι Eλληνας και ποιος δεν είναι, κατέφυγε στον μεταφυσικό άξονα της ελληνικότητας, την ταυτότητα πολιτισμού των Eλλήνων: «Oσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Eπικρατείας της Eλλάδος πιστεύουσιν εις Xριστόν, εισίν Eλληνες, και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων» (1.1.1822).
Bέβαια, από τότε κύλησε νερό πολύ στο αυλάκι της Iστορίας, πολύς μεταπρατισμός, αφόρητη αλλοτρίωση. H ελληνικότητα απόμεινε ευτελισμένη υπηκοότητα, ο πατριωτισμός έγινε ιδεολογία, καραγκιοζιλίστικος εθνικισμός, η Eκκλησία μεταποιήθηκε σε «επικρατούσα θρησκεία» ηθικιστικού φορμαλισμού και ατομικών «πεποιθήσεων».
Eσχατη κατάληξη της αλλοτρίωσης, να εκλιπαρούμε σήμερα να μας μεταχειριστούν οι αχαλίνωτοι κερδοσκόποι σαν δουλοπάροικους, επιεικώς.
Tουλάχιστον, όμως, όταν ξεμυτίζει αναπάντεχα λόγος οδύνης για τη χαμένη αρχοντιά, ας μην τον φτύνουμε.

Η IP σου είναι

Sign by Danasoft - Get Your Free Sign

ΕΙΣΑΙ ΑΠΟ......

Βάλε προορισμό και δες την διαδρομή που διάλεξες

News

TV Online

Skype